Του Δημήτρη Χ. Σάββα

Σίγουρα μ’ έχει επηρεάσει αυτό το επάγγελμα-λειτούργημα, αφού ο οικογενειακός μου περίγυρος, αλλά και ο φιλικός μου, αποτελείται από ταχυδρομικούς υπαλλήλους. Θ’ αναφερθώ στον κουνιάδο μου τον Γιώργο τον Ζαχαριά, στον μακαρίτη τον θείο μου Κώστα Δακανάλη, στον θείο μου επίσης τον Γιάννη το Μανουσέλη και στους άλλους φίλους μου, τους ταχυδρόμους, ενεργούς και συνταξιούχους που είναι αρκετοί όπως προανέφερα.

Ιδιαίτερη αναφορά ας μου επιτραπεί να κάνω στον ταχυδρόμο του χωριού μου, μακαρίτης και αυτός , στον μπάρμπα Νίκο τον Ξυνογαλά. Τον θυμάμαι, χειμώνα και καλοκαίρι με το ασήκωτο παλτό του και την πολυκαιρισμένη φουσκωτή δερμάτινη τσάντα του πάντα κρεμασμένη. Άραγε τι και τι θα έκρυβε μέσα της... Πόθους, χαμόγελα, ελπίδες, γέλιο, κλάμα και τόσα άλλα συναισθήματα. Κι εκείνος -ο Θεός να τον συγχωρέσει -ψαχούλευε να βρει τους φακέλους και τα γράμματα του καθένα. Για τους ταχυδρόμους έχουμε ακούσει αρκετά, τους θυμόμαστε σε διάφορες φωτογραφίες ακόμα από την περίοδο της Κρητικής Πολιτείας με την καθάρια στολή τους και το ταχυδρομικό σήμα πάνω στο πηλίκιό τους, πάντοτε περικυκλωμένοι από τους ενδιαφερόμενους που περίμεναν γράμματα από τους ξενιτεμένους τους ή από κάποιους που ήθελαν να στείλουν διάφορες επιστολές σε δικούς τους ανθρώπους. Πολλές φορές να είναι καβαλάρηδες με φουστανέλα ή πάνω σε ποδήλατο και αργότερα η μετακίνησή τους να γίνεται με μοτοσυκλέτες και τελευταία με αυτοκίνητο, πάντα πρόθυμοι και ευσυνείδητοι στο να εξυπηρετήσουν με υπέρμετρη διάθεση και καλοσύνη.

Δεν είναι τυχαίοι εξάλλου οι στίχου του τραγουδιού:

“Να ‘χα έναν ταχυδρόμο, να τον είχα βοηθό

να ρωτώ για το πουλί μου, πως περνάει μοναχό.

Αλλά ποιος ταχυδρόμος, θα μπορέσει να διαβεί, τέτοια όρη, τέτοια δάση, τέτοια θάλασσα πικρή”.

Ήμουν μικρό παιδί και θυμάμαι τη γιαγιά μου τη Θεσαλία να σιγοτραγουδά, χωρίς να καταλαβαίνω και πολλά πράγματα:

“Τα μάτια μου πονέσανε

τη θάλασσα να βλέπω

τον ταχυδρόμο να ρωτώ

και γράμμα να μην έχω”.

Αν και περνούσαν τότε απαρατήρητοι αυτοί οι στίχοι, αργότερα κατάλαβα την μεγάλη τους σημασία. Δεν τραγουδούσε η μακαρίτισσα η γιαγιά μου από συνήθεια, αλλά από καημό. Αυτό τον μόνιμο καημό της ξενιτιάς. Ο Παππούς μου ο Δημήτρης (ο άνδρας της) και ο πατέρας μου (ο γιος της) μόνιμα ταξίδευαν, ναυτικοί καθότι στο επάγγελμα. Το σπίτι μας, το πατρικό μου σπίτι, βρίσκεται στο Λαύκο του νοτίου Πηλίου (έβλεπε και βλέπει φυσικά η μία του πλευρά στον Παγασητικό Κόλπο προς τη μεριά του χωριού Τρίκερι) ενα μικρό κομμάτι της θάλασσας. Δεν είχε σημασία, αυτό ήταν αρκετό να φέρνει στο νου της γιαγιάς μου τον γλυκό νόστο του άνδρα και του παιδιού της!

Θα μου πείτε τι έπαθα σήμερα και μου ήρθαν στο μυαλό μου όλα αυτά και θυμήθηκα αυτούς τους παλιούς Τριατατικούς.

Απλά διάβασα σε κάποιο παλιό έντυπο για τον ταχυδρομικό διανομέα επί Κρητικής Πολιτείας. Μου έκαναν εντύπωση τα γραφόμενα για το φιλότιμο αυτών των λειτουργών, τότε που δεν υπήρχαν ραδιόφωνα, τηλέφωνα, αυτοκίνητα ή αεροπλάνα, τηλεομοιότυπα, μηνύματα της σύγχρονης τεχνολογίας αλλά και εικόνες προκειμένου να συνεννοούνται και να επικοιννωούν οι άνθρωποι. Μόνο με τις επιστολές οι άνθρωποι έρχονταν σε επαφή. Δεν υπήρχε μεγαλύτερη έκπληξη και ικανοποίηση απ’ αυτή που έφερνε ένα γράμμα. Απ’ αυτό το γράμμα του ταχυδρόμου περίμεναν πολλά η μάνα, ο πατέρας, ο αδελφός, η αδελφή, ο σύζυγος και η σύζυγος. Ενα γράμμα ήταν τις περισσότερες φορές για να ανταλλάξουν όρκους αγάπης οι δύο νέοι όταν τους χώριζε η απόσταση:

“Αλάργο είσαι και μακριά

κι η εμιλιά δεν φτάνει

δεν έχω πως σε χαιρετώ

μόνο με το μελάνι”.

Ταχυδρόμος! Αυτός ο “ευλογημένος ερχόμενος” του χωριού ή της πόλης, αν μου επιτρέπεται αυτός ο χαρακτηρισμός, από τα χωριά της θρησκευτικής μας υμνολογίας. Ένα απόλυτα φιλικό πρόσωπο για τον καθένα, για τις διαδραματιζόμενες συναισθηματικές, ερωτικές και κάθε είδους “συνωμοτικές” επικοινωνίες στις παλιότερες εποχές. Καμία σχέση με τις ευκολίες του σήμερα.

Δυστυχώς, χωρίς να γνωρίζω τον δημιουργό του κειμένου που ακολουθεί με το οποίο θα κλείσω την αναφορά μου για το σημερινό μου άρθρο, παρ’ όλα αυτά σας το αναφέρω.

Προέρχεται από ένα ημερολόγιο και αναφέρεται στον ταχυδρόμο-ταχυδρομικό διανομέα:

“Τον είδα πρωί-πρωί στα μεγάλα και απότομα βράχια, που είνα απέναντι από το χωριό. Σε λίγη ώρα είχε φθάσει στο Μεσοχώρι.

Γύρω οι χωριανοί άντρες και γυναίκες, άνοιγαν με τα μάτια το σάκο που θα τους έδιδε την είδηση που λαχταρούσαν...

Στεγνός, λιπόσαρκος, με βαθουλωμένα μάτια, αλλά και με υπομονή διάχυτη σ’ όλο του το πρόσωπο... Πορεία, χρόνια ολόκληρα, τα καλοκαίρια στην πέτρα που την τρώει ο ήλιος, το χειμώνα πάνω στα χιόνια, που εξαφανίζουν τους δρόμους, ολομόναχος στους γκρεμούς, στα ραδιά, αναγκασμένος να μιλάει με τα βουνά, τα ερημοκκλήσια, τα πουλιά... Περνάει τα χωριά, αντικρίζει γνώριμες φυσιογνωμίες, χαίρεται στη χαρά της μάνας που έβλεπε το γράμμα από το γιο και λυπάται τη λύπη της νιόπαντρης για την απονιά του ξενιτεμένου. Και όταν δεν ξέρουν τούς διαβάζει τα γράμματα, τους γράφει τα καινούργια... Περπατάει αδιάκοπα, δεν ξαποσταίνει ποτέ, δεν αρρωσταίνει ποτέ. Πρέπει τα γράμματα να φθάσουν”...