Του Στάθη Φραγκιαδουλάκη*

(πνευματικό μνημόσυνο στον μακαριστό Μητροπολίτη Πέτρας και Χερρονήσου κυρό Νεκτάριο, με τη συμπλήρωση εννέα μηνών από το θάνατό του)

Ήδυσε ο Ήλιος που ’φεγγε

στου Λασιθιού τσι τόπους

από το Μεραμπέλο ντου

ως τη Σταλίδα πέρα

κι από τα Μάλια ως την Κερά

και το Λιμνάκαρό ντου,

ως τ’ ακρογιάλι το βορνό

που πλέει η Σπιναλόγκα.



Ορφάνεψε κι ο κόσμος του

που ’χε τον αποκούμπι,

και στσ’ ώμους του τσι στιβαρούς

απόθετε τσ’ ελπίδες,

τση λύτρωσής του τ’ όνειρο

«δια των πρεσβειών του»,

μνιας και το σέβας που ’τρεφε

στο πράο Πρόσωπό του

ήτο βαθύ και ζυασμό, σαν αρετή, δεν είχε.



Ήπαψε και ν’ ακούγεται

ο πατρικός του λόγος,

ο στοργικός και ταπεινός

γόνος των χαρισμάτων,

απού ’κανε αμαρτωλές

ψυχές ν’ αναθαρρεύγουν,

τα φυλλοκάρδια μονομνιάς

ν’ ανοίγουσι τσι πόρτες,

να δέχονται, απ’ ουρανού,

«των δωρεών», τα μύρα.



Η πίστη τον εδιάλεξε

δικό τζη στρατιώτη

κι επήρε ντον Ντεληκανή

απ’ τσ’ αγκαλιές τση μάνας

και κήρυκα τον ήκαμε στο Ευαγγέλιό τζη

αφού τονε γαλούχησε μ’ όλα τα νάματά τζη

και ήντυσέ ντον, απ’ αρχής,

με τ’ άγιό τζη ράσο.

Το ράσο πού ’το, ως φάνηκε,

κι ονειροπεθυμιά ντου.



Κι έγινε η Παρουσία ντου

Σύμβολο τσ’ Εκκλησίας,

και σ’ όλων τη συνείδηση

ο μέγας Λειτουργός τως

που η φωνή ντου εμίλιε ντως

στα μύχια τση ψυχής τως,

κι ώστε να στέκει ο ντουνιάς

κειμήλιο δα ν έχουν,

την προίκα που κληρονομιά

τως ήφηκε, να παίρνουν

τσ’ αλήθειας το προζύμι,

να πλάθουν τα ονείρατα

των γενεών απού ’ρχονται

και δεν τον απαντήσαν.



Οι προτροπές του ο πλούτος του,

η αγάπη η δύναμή ντου,

η έγνοια για τον άθρωπο

αστείρευτη η πηγή τζη

που μέσα ντου ανάβλυζε

και δροσοκάρπιζέ ντα

τα έχη τση καρδιάς του,

π’ εχάριζέ ντα απλόχερα

με δίχως αστερίσκους.

Κι εκάνασί ντον στου ντουνιά

στ’ αμάθια ψυχοπλάστη,

τσ’ Ιερωσύνης Γίγαντα,

μεγάλο Καπετάνιο,

που κάτεχε των λογισμώ,

κάθα λοής φουρτούνες

να τσι καλμάρει αθόρυβα,

όσο στον κόσμο οι λίγοι,

μέσα στσι δύσκολους καιρούς

όπως αυτούς που ζούμε.



Αυτή η σεβάσμια Μορφή,

με το καθάριο βλέμμα,

δε στέκει πια, ως μυσταγωγός

των θείων μυστηρίων, στο Ιερό το Βήμα,

μήτε ξαναμπολιάζει πλια

το κάθε ψυχοδέντρι

με τ’ ουρανού το μπόλι

που σαν εβλαστανθούσε

το φως τ’ ανέσπερό ’βρισκε

να το ’χει οδηγό ντου

και τη ’μεράδα συντροφιά

να πορευτούνε αντάμα.



Οσό ’ζε εσυνέπαιρνε

όλους και τον καθένα

ξέχωρα που τον ήσμιγαν

χειμώνα – καλοκαίρι

και δεν εστρατογύριζε

κιανείς σαν τονε θώργιε

να μην κοντοσιμώσει,

την πατρική ντου την ευκή

για φυλαχτό να πάρει.



Μα ’δά ’ναι αξωμονάρης,

του παραδείσου, μόνιμος

κι οι τυχεροί ’ναι άλλοι,

οι άγγελοι που του γελούν

κι ακριβοχαιρετού ντον

κι οι άτυχοί ’μαστε ν εμείς

και τση Μητρόπολής του

οι χριστιανοί, που αρφανούς

μας ήφηκε ν ο Χάρος

κι ο σπόρος τσ’ αναζήτησης

φυτρώνει και θεργιεύγει

μέσα στη θύμησή μας.



Εμίσεψε μ’ απόμεινε

γραμμένο τ’ όνομά ντου

με τρόπο που δε σβήνει,

όχι μονάχα στσ’ εκκλησιές

’πού ’βγαινε στο θρονί ντως

και διαλαλούσε του Θεού

σεμνά τσι διδαχές του,

μα και σε κάθε Ύπαρξη

απού ’παιρνε, σαν μέλισσα,

το νέκταρ απ’ τσι φλέβες του

και εγλύκαινε μ’ εκείνονά

τσι στεναξιές του πόνου.

*Ο Στάθης Φραγκιαδουλάκης είναι εκπαιδευτικός