Κοπέλι όταν ήμουνα
εζούσα στο χωριό μου
και βόσκαμε τα πρόβατα
εγώ και ο αδελφός μου.
Τα πρόβατα ήταν πολλά
ένα μικρό κοπάδι
και στο χωριό γυρνούσαμε
κατάκοποι το βράδυ.
Η μάνα μου χαρούμενη
για να με ξεκουράσει
ένα ζευγάρι πέδιλα
μου είχε αγοράσει.
Εγώ δε συγκινήθηκα
φωλιά ‘χα λερωμένη
τα πρόβατα θερίσανε
τα στάχυα του Λευτέρη.
Εμείς αδιαφορήσαμε
θέλαμε να βοσκήσουν
με γάλα το καζάνι μας
το βράδυ να γεμίσουν.
Όταν η μάνα έμαθε
για το κατόρθωμά μας
και οι δύο μας εφάγαμε
το ξύλο της χρονιάς μας.
Χήρα γυναίκα ήτανε
πολλά ‘χε στο κεφάλι
και τη ζημιά που κάμαμε
πώς να πληρώσει πάλι.
Μα ο Λευτέρης λογικός
εμάς θα συγχωρήσει
παιδάκια είναι και ορφανά
και λίγη έχουν κρίση.
Καλλιρρόη Θεριάκη-Κουφάκη

