
Η Ομάδα Παραστατικών Τεχνών προΤΑΣΗ μέσα από την πραγματικότητα της ζωντανής σχέσης των Ηρακλειωτών με το μνημείο των ενετικών τειχών παρουσίασε στη χαμηλή πλατεία της πύλης Βιτούρι το μοναδικό ολοκληρωμένο διήγημα του Αλεξανδρινού ποιητή Κ.Π. Καβάφη με τον τίτλο «Εις το φως της ημέρας» που κατά πάσα πιθανότητα γράφτηκε το χειμώνα του 1895 – 1896.
Τρεις φίλοι, όχι ιδιαίτερα ευκατάστατοι, συζητώντας ένα βράδυ για την ανεξαρτησία και τις ηδονές που χαρίζει το χρήμα στον άνθρωπο, έρχονται αντιμέτωποι με την πρωτοπρόσωπη αφήγηση ενός εξ αυτών, ο οποίος ισχυρίζεται ότι αν ήθελε θα μπορούσε να είναι εκατομμυριούχος αλλά δεν τόλμησε, φοβήθηκε. Ο συγκεκριμένος αφηγητής μέσα από ένα επαναλαμβανόμενο όνειρο που είδε χρόνια πριν, συναντήθηκε στον ύπνο του με έναν άντρα ο οποίος υποσχέθηκε να τον οδηγήσει σε έναν αμύθητο θησαυρό, κλείνοντάς του μάλιστα ραντεβού το επόμενο μεσημέρι σε ένα καφενείο της Αλεξάνδρειας. Το αφήγημα παίρνει σαφώς χαρακτήρα μεταφυσικής διάστασης, μυστηρίου και τρόμου, όταν όντας πια ξύπνιος, ο ήρωας διασταυρώνεται μ’ αυτό το ιδιαίτερο πρόσωπο του ονείρου, αρχίζοντας να βιώνει έναν μεγάλο εφιάλτη που τον οδηγεί στον φόβο, την αρρώστια, ίσως και την ίδια την τρέλα.
Στην συγκεκριμένη παράσταση το θέατρο ως διαπλεκόμενη τέχνη συνομιλεί με την ψηφιακή τεχνολογία και πιο συγκεκριμένα με τον κινηματογράφο με τη βοήθεια του οποίου μέσα από μία κινηματογραφική προβολή πάνω στα τείχη, που διαρκεί σε όλη τη διάρκεια του έργου, αναπαρίσταται όχι μόνο όλος αυτός εφιάλτης αλλά και οι δύο φίλοι του αφηγητή που άλλοτε με την πλάτη γυρισμένη στο κοινό και άλλοτε αντικρίζοντας τους θεατές, φορώντας ως μάσκα μία φωτογραφία του Καβάφη σε διαφορετική ηλικία του ποιητή η κάθε μία, απολαμβάνουν τη θάλασσα της πόλης με τα κύματα να σκάνε μπροστά απ’ το τραπέζι στο οποίο κάθονται. Ο Νικόλας Αλεξίου που ερμηνεύει τον τρίτο φίλο που αφηγείται την περιπέτειά του, παίζει με την βοήθεια μίας καρέκλας επί σκηνής, έτσι ώστε το περίγραμμά της και το σχήμα του σώματός του να προβάλλονται ως σκιά μέσα στην ψηφιακή εικόνα, σχηματίζοντας τελικά ολοκληρωμένη την συντροφιά των τριών. Κατά τον σκηνοθέτη Δημήτρη Φοινίτση «το σημαντικό στη σκηνοθετική ανάγνωση είναι πως όλα τα πρόσωπα- ήρωες είναι , τώρα, ένα. Ο ίδιος ο Καβάφης που δεν μπορεί να ξεφύγει από τα φαντάσματά του, δηλαδή τον ίδιο του τον εαυτό που τον καταδιώκει νυχθημερόν».
Ο ηθοποιός Νικόλας Αλεξίου επιδίδεται σε μία λιτή υποκριτική ερμηνεία, χωρίς ιδιαίτερα τερτίπια και θεατρινισμούς, μεταφέροντάς μας πίσω στον χρόνο, μέσα απ’ την συμπυκνωμένη καβαφική γλώσσα με την οποία αναμετριέται επιτυχώς. Φορώντας ένα αυστηρό κοστούμι εποχής, που όσο κορυφώνεται ο εφιάλτης μοιάζει να τον πνίγει, επιδεικνύοντας μεγάλη πειθαρχία αλλά και ερμηνευτική δυνότητα, παίζει με τον μαγνητοφωνημένο λόγο στον οποίο ακούγεται η φωνή του ίδιου, που πότε προηγείται πότε έπεται και πότε είναι ταυτόχρονος με την ζωντανή ερμηνεία, έτσι ώστε να ακούγεται η ίδια πρόταση δύο φορές, στην μία θεατρική συνθήκη μαγνητοφωνημένη και στην άλλη ζωντανά. Σε κάποια σημεία αυτό το τέχνασμα ίσως προκαλεί κόπωση στον θεατή, παρ΄ όλα αυτά έχει την πειραματική του αξία και εξάλλου η διάρκειά του δεν είναι τόσο μεγάλη.
Η παράσταση ξεκινάει με προβολή φωτογραφιών της Αλεξάνδρειας που έζησε ο Καβάφης πριν εξοριστεί με την οικογένειά του στην Κωσνταντινούπολη και ακούγεται μαγνητοφωνημένο το ποίημα «Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον» ενώ στο κλείσιμο έχουμε φωτογραφίες από την κατεστραμμένη πολιτεία που συνάντησε ο ποιητής κατά την επιστροφή του ύστερα από τη δόλια αγγλική εισβολή του 1882 καθώς ακούγεται, πάλι μαγνητοφωνημένο, το ποίημα «Η πόλις». Ο ίδιος ο σκηνοθέτης που απαγγέλει και τα ποιήματα εξηγεί ότι αυτό που τον ενδιέφερε να περάσει είναι «η μοίρα των μικρών λαών από τις μεγάλες δυνάμεις που επηρεάζουν τις ζωές μας, κάτι που δυστυχώς συνεχίζεται ως τώρα» είτε με τους καταστροφικούς πολέμους είτε με το δικό μας παράδειγμα με τους δανειστές.
Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι μία εκ των παραστάσεων δόθηκε ξημερώματα Κυριακής και ώρα 5, στο πρώτο φως της ημέρας, αφενός διότι ο ήρωας συναντάται με ένα φάντασμα εις το φως της ημέρας, πράγμα που δικαιολογεί και τον τίτλο του αφηγήματος και αφετέρου διότι όπως αποκαλύπτει το κείμενο ο πρωταγωνιστής, κυριευμένος από τον εφιάλτη και την αγρύπνια, κατορθώνει να βγει απ’ τα σκοτάδια των εμμονών του και να βρει παρηγοριά και ελπίδα στο φως καθώς χαράζει.
Είναι η πρώτη φορά που το διήγημα «Εις το φως της ημέρας» θεατροποιείται στην Κρήτη, βάζοντας τον πήχη πολύ ψηλά. Μέσα από μία δραματοποιημένη αφήγηση που διατηρεί αυτούσιο τον καβαφικό λόγο πραγματοποιείται ένα σύγχρονο ψυχαγωγικό θέαμα που μιλάει τόσο για τον ίδιο τον Καβάφη όσο και για την ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα αν και δύσκολη εποχή μας.
* Η Μαρία Βρέντζου είναι δικηγόρος

