
Πολλές φορές μου το έχει πει ο σεβαστός μου φίλος και λόγιος συνταξιούχος φαρμακοποιός κ. Γιάννης Χλουβεράκης. “Ο Γραμματικάκης μπορούσε από μόνος του να γράψει μια ολόκληρη εφημερίδα”.
Εννοούσε βέβαια τον διευθυντή της Μεσογείου Αριστοτέλη Γραμματικάκη, έναν μοναδικό δεξιοτέχνη της πένας, του οποίου οι χρονογραφικές σημειώσεις ήταν ανεπανάληπτες.
Σάββατο 18 Ιουλίου 1964. Διευθυντής της Μεσογείου ο Αριστοτέλης Γραμματικάκης και αρχισυντάκτης της εφημερίδας μια επίσης μεγάλη μορφή της ηρακλειώτικης δημοσιογραφίας, ο Απολλόδωρος Σαατσάκης, ο ιδιαίτερα αγαπητός μου γείτονας κ. Απολλόδωρος, όπως μου αρέσει να τον αποκαλώ και να τον αισθάνομαι! Τίτλος του χρονογραφήματος του Γραμματικάκη: “Ο ένδοξος στρατηγός”.
Είχα την τύχη να γνωρίσω και να συνεργαστώ για αρκετά χρόνια στη Βικελαία Βιβλιοθήκη επί δημαρχίας Μανόλη Καρέλλη, με τον μακαρίτη φίλο και συνάδελφο Μανόλη Καρέλλη, με τον μακαρίτη φίλο και συνάδελφο Γιάννη Ανδρεαδάκη, έναν άνθρωπο - εγκυκλοπαίδια, για την μικροϊστορία αυτής της πόλης.
Ο Γιάννης ήξερε τόσα πολλά και είχε ζήσει ακόμα περισσότερα. Ηταν ένας από τους ανθρώπους που μου έδωσε την ιδέα αλλά και πολλές πληροφορίες, ν’ “αγγίξω” με τόση αγάπη και ευλάβεια αυτή την πόλη. Δεν θα ξεχάσω τις ατέλειωτες ιστορίες του όταν μπήκε μασκαρεμένος στο Ντορέ μ’ ένα μουλάρι και κάποιους φίλους του ή όταν συμμετείχε μ’ ένα μεγάλο κομβόι (30) τριάντα περίπου αυτοκινήτων με πορεία από το Ηράκλειο στις Δαφνές προκειμένου να συμμετάσχουν στα αποκαλυπτήρια του ανδριάντα του στρατηγού Νικολάου Αμαργιωτάκη. Πράγματι θέλοντας να τιμήσουν τον στρατηγό, έφτιαξαν έναν γύψινο ανδριάντα, τον οποίο είχαν καλύψει με μια μαϊμού καμηλό κουβέρτα, αγοράζοντάς την προφανώς από κάποιο πλανώδιο πωλητή.
Ακόμη ο κυρ Γιάννης μου μιλούσε με τις ώρες για τον ποιητή Ζουλ-οίνο, τον οποίο είχε σκιτσογραφήσει και στο εξαίρετο βιβλίο του με τίτλο: “Τα ανώδυνα”. Μου έλεγε για τον Πάντο, καθημερινό σχεδόν επισκέπτη του δημάρχου Μανόλη Καρέλλη στο γραφείο του, στη Λότζια. Οπως και για τη Σαββάτω, η οποία επιδίωκε να την πειράξουν για ν’ αρχίσει η ίδια μετά να λέει τα δικά της.
Ας έρθουμε όμως στο κείμενο του χρονογράφου, έτσι υπέγραφε ο Αριστοτέλης Γραμματικάκης τις χρονογραφικές του σημειώσεις. Τίτλος αυτού του κείμενου “ο ένδοξος στρατηγός”:
“ Υστερα από άδεια της κυβερνήσεως, που ως, φαίνεται, είναι μοναδική σε κάτι τέτοια, θα γίνη αύριο το απόγευμα στην κωμόπολη των Δαφνών η τελετή των αποκαλυπτηρίων της προτομής του ενδόξου τέκνου της κωμοπόλεως, τετιμημένου στρατηγού κ. Νικολάου Αμαριωτάκη, όστις ευτυχώς ευρίσκεται ακόμα στη ζωή για να απολαύσει τις μεγάλες τιμές που του επιδαψιλεύει η γενέτειρά του και ωρισμένοι το ίδιο ένδοξοι με αυτόν Ηρακλειώτες. Οπως πληροφορούμαι, το γενικό πρόσταμγα της όμορφης και σεμνής αυτής τελετής θα έχη ο Ηρακλειώτης έμπορος τουριστικών ειδών κ. Κίμων Χρυσάκης. Ρώτησα τον συμπαθέστατον Μάκην Τριγώνην αν θα είναι και αυτός μαζί, αλλά μου απάντησε κατηγορηματικά:
- Εμείς εχωρίσαμε.
- Με το στρατηγό;
- Οχι δα και με το στρατηγό. Εγώ δεν έκαμα στρατιωτικός. Ημουνα συνεταίρος του κ. Χρυσάκη, με τον οποίον και εχωρίσαμε.
- Και η αφορμή;
Ο συμπαθέστατος Μάκης απάντησε:
- Ασυμφωνία χαρακτήρων!
Το ποιητικόν μέρος του προγράμματος, όπως ήτο επόμενον, ανέλαβε ο γνωστός κουρεοποιητής - ή ποιητής κοκουρεύς - κ. Εμμανουήλ Ζουλίνος, που ετύπωσε κι όλας το ποιηματάκι της ημέρας και της περιστάσεως περίφημο και θαυμάσιο (μιλώ εντελώς ειλικρινά) κατά την αντίληψί μου τουλάχιστον. Το παραθέτω εδώ και ελπίζω ότι θα συμφωνήσετε μαζί μου:
ΣΤΟΝ ΕΝΔΟΞΟ
ΣΤΡΑΤΗΓΟ ΜΑΣ
Βαράτε τύμπανα, ηχήστε βούκινα,
μεγάλη σκόλη.
Από Δαφνές μέχρι Δαφνί
παρέα όλοι.
Σεν μένα έλαχε η τιμή
και το ‘χω καύχημα πολύ
να σκιαγραφίσω τη μορφή
του Ηρωα του Νικολή
του γίγα στρατηγού μας.
Ητανε λέοντας σωστός,
ήταν καμάρι Στρατηγός,
σ’ όλες τις μάχες αετός,
στην οικουμένη ξακουστός,
κάθε εχθρό νικούσε
και λευτεριά σκορπούσε.
Χωρίς αντάλλαγμα ποτέ!
ούτ’ ένα πατατοκεφτέ
με άδειο το στομάχι
πρώτος σε κάθε μάχη,
περήφανος και ταπεινός,
αλλά και κράχτης πετεινός
κότες τις θεωρούσε
εχθρούς σαν κυνηγούσε.
Τώρα ο Λαός με εκτίμηση
αλλά και ευγνωμοσύνη
για τις θυσίες του αυτές
την προτομή του στείνει
σε κάθε μέλλοντα εχθρό
Μπαμπούλας του να γίνη.
Φέρτε μεζέ, φέρτε πιοτό,
δοξάζεται ο Στρατηγός
και κλείνει η αυλαία,
με ένα Κρητικό χορό
εις το φιλόξενο χωριό
όλοι μαζί παρέα,
Βαράτε τύμπανα, ηχήστε βούκινα,
μεγάλη σκόλη.
Από Δαφνές μέχρι Δαφνί
παρέα όλοι.
Ζουλ-οίνος.
Και τώρα ας σοβαρευτούμε λιγάκι. Οι κ.κ. Χρυσάκης, Ζουλίνος και όλοι οι άλλοι που είχαν την πρωτοβουλία αυτής της τελετής, ημπορεί να το έκαμαν για να σπάσουν κέφι μαζί με τους Δαφνιανούς που έχουν κάθε λόγο να αναπτύξουν τουρισμό στην κωμόπολί των. Εγώ, όμως, είμαι βέβαιος ότι ο κ. Νικόλαος Αμαριωτάκης - ο τιμώμενος του χωρίου Δαφνές της αυριανής ημέρας - προσέφερε πραγματικά αξιόλογες υπηρεσίες στον τόπο, τις μαύρες ημέρες της κατοχής.
Όπως όλοι γνωρίζουμε, κατάφερε να ζέψη τους Χιτλερικούς αξιωματικούς και στρατιώτες που έμεναν στις Δαφνές, στο κάρρο υποχρεώνοντάς τους έτσι να τραβούν το κάρρο γύρω γύρω στην πλατεία του χωριού, του οποίου επέβαινε αυτός με όλη τη στολή του και τα παράσημά του.
Εγώ ο ίδιος τον συνάντησα κάποτε κάπου τις μέρες της κατοχής φέροντα τη στολή του Ελληνα αξιωματικού και σας βεβαιώ ότι αν και ήξερα περί τίνος επρόκειτο, εσκίρτησα, ενθουσιάστηκα, πήρα κουράγιο και ίσως να δάκρυσαν τα μάτια μου. Ο Αμαριωτάκης εξηυτέλισε τους Γερμανούς όσο κανένας άλλος. Και αυτή ακόμη η απαγωγή του Κράυπε συγκρινομένη με τα δικά του κατορθώματα να βάζη κάθε πρωί τους Γερμανούς στρατιώτες του χωριού του στη γραμμή και να τους γυμνάζη, ήταν ένα απλό περιστατικό απέναντι στη φοβερή ευψυχία του Δαφνιανού ψευδοστρατηγού. Και είναι εκπληκτικό το πώς, ύστερα από τόσες και τόσες διαπομπεύσεις που μηχανευόταν και παρεσκεύαζε για τους εχθρούς της πατρίδος, ο κ. Αμαριωτάκης δεν βρέθηκε κανένας Γερμανός να του δώση καμμιά πιστολιά για να είναι τώρα αληθινός ήρωας και όχι μόνον ήρωας των κ.κ. Χρυσάκη και Ζουλίνου”.
Πρόσωπα και μνήνες που συγκινούν! Ας είναι αυτό το κείμενό μου ένα μνημόσυνο σ’ όλους αυτούς που κόσμησαν την αγορά του Ηρακλείου με το πέρασμά τους. Αγνοί, άκακοι, ξυπόλητοι, νηστικοί, κουρελιασμένοι, άστεγοι. Σίγουρα οι μεγαλύτεροι θα τους θυμούνται να τριγυρνούν στα πολυσύχναστα καφενεία, στο Αϊ Λάιφ, στο Καπρίς, στο Ντορέ, στου Πουλακάκη...
Αναζητώντας και ελπίζοντας...!

