Toυ Θανάση Καραγιάννη *

Το σύστημα της απλής και άδολης αναλογικής είναι, όπως το μαρτυρεί και η λέξη, πρώτα απ’ όλα ένα σύστημα, δηλαδή ένα εργαλείο. Από μόνο του δεν έχει καμιά (αυτ)αξία (πήγαινε να εφαρμόσεις την απλή και άδολη αναλογική σε ένα κοτέτσι με σαράντα κότες και δέκα κοκόρια, τι θα βγει;).

Παίρνει συνεπώς την αξία του από τον άνθρωπο-πολιτικό όν και πιο συγκεκριμένα από την χρήση που θα της επιφυλάξει. Όπως συμβαίνει άλλωστε και με πλήθος άλλων πραγμάτων που είναι συνδεδεμένα μαζί του και την εξέλιξή του: την τεχνολογία, την πυρηνική ενέργεια, τα όπλα, τα φάρμακα κ.λπ. Έτσι και η απλή και άδολη αναλογική, ενώ αν χρησιμοποιείται σωστά μπορεί να προσφέρει ανεκτίμητες υπηρεσίες, αν είναι προς τη λάθος κατεύθυνση, μετατρέπεται σε «σύνθετη», «δόλια» και «δυσανάλογη»: αδυναμία συγκρότησης κυβέρ- νησης, αλλεπάλληλες εκλογές, ασταθές πολιτικό κλίμα, καταβαράθρωση επενδύσεων και οικονομικών δεδομένων κ.λπ.

Η απλή αναλογική, λοιπόν, ως σύστημα διακυβέρνησης μιας χώρας, όπως και το όνομά της υποδηλώνει, διαθέτει από μόνη της τη δική της λογική. Το ζητούμενο είναι εάν και οι πολιτικοί που θα προέλθουν από αυτή θα διαθέτουν την ελάχιστη δική τους λογική που απαιτείται από τις περιστάσεις για να προκύψει το επιθυμητό αποτέλεσμα για τη χώρα και το λαό.

Διότι ως γνωστόν από την αρχαιότητα, η πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού, και η ορθότητά της κρίνεται εκ του αποτελέσματος. Και το αποτέλεσμα, η διακυβέρνηση δηλαδή της χώρας, είναι σοβαρή υπόθεση (πράγμα που φαίνεται ότι δεν έχει εμπεδώσει ακόμα το μεγαλύτερο μέρος του πολιτικο-κομματικού μας συστήματος), και όχι άθυρμα στα χέρια των κομμάτων και των κομματικών υπολογιστικών εφαρμογών. Ιδιαίτερα, στις κρίσιμες στιγμές που διανύουμε ως κοινωνία και χώρα.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα που επιβεβαιώνουν τα παραπάνω είναι το περυσινό δημοψήφισμα του Ιουλίου στη χώρα μας (άθλιο παράδειγμα διαδικασίας και χειρότερο παράδειγμα αποτελέσματος) καθώς και το όλως πρόσφατο δημοψήφισμα του Brexit (άριστο παράδειγμα διαδικασίας – χείριστο αποτελέσματος).

Άλλωστε δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι στο παρελθόν έχει εφαρμοστεί και στη χώρα μας σύστημα απλής αναλογικής με όχι και τόσο καλά αποτελέσματα (κυβερνήσεις με μέσο όρο ζωής τους τεσσερισήμισυ μήνες). Όπως επίσης και ότι στη γειτονική μας Ιταλία, η οποία επί πενήντα χρόνια είχε απλή αναλογική με κυβερνήσεις μέσου όρου ζωής τους εννέα μήνες (και μαζί μ’ αυτές και τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι), πρόσφατα αποφάσισαν να την καταργήσουν για κάτι πιο «αντιδημοκρατικό», πλην όμως πιο αποτελεσματικό (και να απαλλαγούν και από τον Μπερλουσκόνι).

Λυδία λίθος λοιπόν για το σύστημα της απλής αναλογικής είναι και θα είναι η ποιότητα λειτουργίας της πολιτικής ζωής μιας χώρας, η οποία φυσικά εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από την σωστή ή μη λειτουργία των πολιτικών κομμάτων. Και δυστυχώς στο σημείο αυτό η αναπηρία στη χώρα μας είναι δεδομένη, αναμφισβήτητη, τεράστια (ποσοστό 80% και άνω) και πολύ φοβάμαι, μαζί με την κατά Αϊνστάιν βλακεία, ανίκητη.

Τούτο προκύπτει από όλα τα δεδομένα που συντρέχουν αυτή τη στιγμή για το θέμα της αλλαγής του εκλογικού νόμου, όπως π.χ. η πολιτική συγκυρία, η διαδικασία που ακολουθείται, ο χρόνος και ο τρόπος της κυβερνητικής πρότασης και κυρίως η ελαφρότητα με την οποία προωθείται.

Θα πρέπει λοιπόν κάποτε και σ’ αυτή τη χώρα όσοι εισηγούνται ή κάνουν πειράματα με αντίκτυπο στη χώρα και το λαό, να αναλαμβάνουν και την ευθύνη των προτάσεών τους και να δίνουν λόγο γι’αυτό.

Κάτι το οποίο, παρ’ ότι είναι άγνωστο στην νεοελληνική πραγματικότητα, γίνονταν στη χώρα μας ήδη πριν από 2.500 χρόνια, και συγκεκριμένα στην κλασσική Αθήνα την άμεσης δημοκρατίας (της οποίας, είμαι βέβαιος, ότι όλοι είστε ακραιφνείς οπαδοί και θιασώτες, αλλά αυτό μπορεί να συζητηθεί άλλη φορά).

Στην Αρχαία Αθήνα λοιπόν της κλασικής εποχής, ο κάθε πολίτης είχε το δικαίωμα να προτείνει στην Εκκλησία του Δήμου (συνέλευση των πολιτών που ψήφιζε τους νόμους) προς ψήφιση οποιονδήποτε νόμο-ψήφισμα επιθυμούσε. Για να μην προτείνει όμως όποια παλαβομάρα τούρθει στο μυαλό (κάτι που δυστυχώς γίνεται κατά κόρον σήμερα) οι Αθηναίοι θέσπισαν παράλληλα και ασφαλιστικούς της νομοθεσίας θεσμούς:

Πρώτον της «γραφής παρανόμων»(ψηφισμάτων εννοείται), όπου κάθε πολίτης επίσης είχε το δικαίωμα να καταθέσει καταγγελία (γραφή) εναντίον εκείνου που είχε εισηγηθεί νόμο-ψήφισμα, ο οποίος είτε είχε ψηφιστεί παράνομα (κατά παράβαση της νομοθετικής διαδικασίας) είτε ερχόταν σε σύγκρουση με προϋπάρχοντες νόμους.

Δεύτερον της γραφής «νόμον μη επιτήδειον θείναι», εναντίον εκείνου που είχε εισηγηθεί νόμο-ψήφισμα που ερχόταν σε αντίθεση με τα συμφέροντα, θα μπορούσε να βλάψει δηλαδή τα συμφέροντα, της πόλης.

Οι εισηγητές μάλιστα των παραπάνω «παράνομων» νόμων, μπορούσαν να τιμωρηθούν με πολύ σοβαρές ποινές που στην δεύτερη ως άνω περίπτωση μπορούσαν να φτάσουν και μέχρι τη θανατική καταδίκη.

Και είχαν θεσπίσει τις παραπάνω γραφές οι Αθηναίοι για δυο λόγους: Αφ’ ενός για να προστατεύεται η πόλη από τους πολλούς, αντικρουόμενους και βασικά ιδιοτελείς -προς το συμφέρον του εισηγητή – νόμους, παγιώνοντας έτσι την απαραίτητη ασφάλεια του δικαίου (αρκεί και μόνον η νεοελληνική πραγματικότητα της αναρχο-πολυνομίας για να καταλάβει κανείς την προνοητικότητα και αποτελεσματικότητα των αρχαίων Αθηναίων), και αφ’ ετέρου για να αναλαμβάνει ο καθένας (όχι μόνον ο πολιτικός αλλά και ο απλός πολίτης) την ευθύνη του απέναντι στην πολιτεία (αρκεί επίσης η νεοελληνική πραγματι- κότητα της αναρχο-ανομίας για να καταλάβει κανείς τη σοφία των αρχαίων Αθηναίων).

Αφήνοντας όμως την αρχαία και επιστρέφοντας στη νεοελληνική πραγματικότητα: θα πρέπει να εξοβελιστεί άραγε από το πολιτικό προσκήνιο η απλή αναλογική ως εκλογικό σύστημα; Όχι βέβαια! Θα πρέπει όμως να αποτελέσει προϊόν: ανύποπτου χρόνου, αρκετού χρόνου, σοβαρών διεργασιών, κοινοβουλευτικών διεργασιών, ακόμα και συνταγματικών διεργασιών και με βάση τις αρχές της αντικειμενικότητας, της μονιμότητας και της συνταγματικής εγγύησης.

Έτσι θα έχουμε δύο, ή μάλλον τρία κέρδη: Τη σοβαρότητα και μονιμότητα της διαδικασίας, και όχι το ευκαιριακό-βορά στις διαθέσεις του κάθε μικροπολιτικού και στα αποτελέσματα της κάθε στατιστικής πρόθεσης ψήφου.

Δεύτερο την (σε συνδυασμό και με άλλες συνταγματικές-εκλογικές μεταβολές) απαραίτητη συνταγματική εγγύηση για μακροημέρευση ενός αξιόλογου εκλογικού συστήματος, το οποίο δεν θα αλλάζει κάθε τόσο ανάλογα με τα κομματικά συμφέροντα της εκάστοτε προσωρινής και ευκαιριακής πλειοψηφίας.

Και τρίτον, με όλα τα παραπάνω δεδομένα αλλά και άλλα όπως π.χ. το ασυμβίβαστο βουλευτή-υπουργού κ.λπ., είναι επόμενο ότι θα έχουμε επιτέλους τον περιορισμό της πολιτικοεκλογικής διαπλοκής, πού τόσο έχει ταλαιπωρήσει και συνεχίζει να ταλαιπωρεί τη χώρα και την πολιτική της ζωή.

Το τελευταίο όμως, που είδε το φώς της δημοσιότητας, περί τροποποίησης του Συντάγματος και την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας απ’ ευθείας από το λαό και αυξημένες αρμοδιότητες, με τα μάτια (του Τσίπρα) στραμμένα προς τον Κώστα Καραμανλή, έναν κατά την κρίσιμη επταετία (2004-2009) Πρωθυπουργό τον οποίο, κατά την ταπεινή μου γνώμη, βαρύνει η μεγαλύτερη ευθύνη για την πτώχευση της χώρας, ο οποίος δραπέτευσε νύχτα από τις ευθύνες του (έκλεισε τη Βουλή απροειδοποίητα Παρασκευή βράδυ αν θυμάμαι καλά) και τον οποίο έκτοτε και μέχρι σήμερα καλύπτει μια ανεξήγητη πολιτική ασυλία (η οποία μάλιστα τείνει να μετατραπεί σε επιβράβευση), δεν νομίζω ότι μας επιτρέπει να αισιοδοξούμε.

* Ο Θανάσης Καραγιάννης είναι δικηγόρος