
Τω καιρώ εκείνω, που λέει και το ευαγγέλιο, τέλος του καλοκαιριού, έχουν βγει τα αποτελέσματα των πανελληνίων, έχομε περάσει στις σχολές και βρίσκομαι εδώ με τους φίλους μου το Γιάννη και το Γιώργη.
Ο Γιάννης γέννημα θρέμμα της πόλης εδώ (με άσσο στο μανίκι), εγώ με το Γιώργη γέννημα θρέμμα Θιβέτ (Λασίθι χωρίς άσσο στο μανίκι).
Την Κυριακή το βράδυ, λέει ο Γιάννης, θα κάνω ένα πάρτυ για την επιτυχία μου, μόνο να έρθετε. Πάρτυ; Τι κάνομε εκεί; Χορεύουν, τραγουδάνε, τρώνε, πίνουν, κλπ. Καλό ακούγεται, αλλά οι καλλιτεχνικές μας επιδόσεις ήταν ανύπαρκτες. Μόνο τα... κίνησε η γερακίνα για νερό, ντρουμ, ντρου ... αν πας στη Καλαμάτα... και... την προκοπή σου δεν είδα... που χόρευαν και τραγουδούσαν τα κορίτσια στο σχολείο.
Μέχρι την Κυριακή ο Γιώργης είχε βρει χοροδιδάσκαλο και του τάχε πει (όλα). Έλα, μου λέει, την Κυριακή το πρωϊ στο σπίτι μου, να σου τα πω, να κάνομε και πρόβα. Στην ώρα μου ήμουνα στο σπιτικό του στην Αγία Τριάδα. Άκου μου λέει: Μούπανε ότι το ταγκό που χορεύουνε συνήθως στα πάρτυ, είναι δύο βήματα μπροστά και ένα πίσω, με το ρυθμό της μουσικής και με το ένα χέρι πιάνεις τη ντάμα από τη μέση μαλακά, όχι άγαρμπα και με το άλλο το χέρι της. Ναι, αλλά το άλλο χέρι της η ντάμα τι το κάνει; Λέει δεν μούπανε. Πολλά μου τα λες Γιώργη και μπερδεμένα. Σήκω να κάνομε μια πρόβα. Δηλαδή, ένα, δύο, ένα. Σωστά. Σάζομε το σκηνικό και αρχίζομε ένα, δύο, ένα. Συνέχεια θα τόχεις στο νου σου, γιατί άμα τα χάσεις θα τσαλοπατήσεις την κοπελιά. Αυτό που δε θυμάμαι στην πρόβα που κάναμε είναι: Ποιος έκανε τον καβαλλιέρο και ποιος τη ντάμα.
Την Κυριακή το βράδυ σινιαρισμένοι με μπριλ κριμ στα μαλλιά και νάμας στο σπίτι του Γιάννη. Τάχασα! Στολισμένο, πολύχρωμα φώτα, μικρά, μεγάλα, έπιπλα, τραπέζια, ποτήρια, ποτηράκια, πιάτα, πιατάκια, μπουκάλια κλπ. Όλα άστραφταν και λαμποκοπούσαν και με χαμηλή μουσική. Το διάκοσμο συμπλήρωναν μερικοί νεαροί, όμορφα ντυμένοι, αεράτοι, ομιλητικοί και με μαγκιά. Σωστός παράδεισος. Εμείς καθίσαμε σε μια άκρη με τα χέρια δεμένα μπροστά, σα να περιμέναμε τον παπά να μας εξομολογήσει.
Πρώτο σοκ. Ένα, δύο, ένα. Μια στιγμή άρχισαν να καταφθάνουν ξανθές, μελαχροινές, καστανές κοπέλες, με κοντά, μακριά φουστάνια, καλοχτενισμένες, ωραία παπούτσια, κοκκινάδια, φρου φρου κι αρώματα χαρούμενες κι ευτυχισμένες.
Βαααγγελίστρα μου! Από τον ουρανό κατέβηκαν αυτοί οι άγγελοι να μας κρατήσουν συντροφιά και να μας διασκεδάσουν; Άλλο σοκ, ένα, δύο, ένα.
Αφού έγιναν όλα τα προκαταρκτικά, με λίγο ποτό, λίγο τσίμπημα στα φαγητά, άρχισε ο χορός. Με μεσιτιλίκι μας σήκωσαν δυο όμορφες κοπέλες (τις έστειλε ο Γιάννης στα μουσκάρια) να χορέψομε.
Σαν το άγιο δισκοπότηρο τις κρατούσαμε μεθυσμένοι από τις μυρωδιές τους και την ομορφιά τους. Ένα, δύο, ένα. Πώς σε λένε; Μανόλη (μέχρι εδώ). Πότε πότε δυσανασχετούσε που την πάταγα. Συγγνώμη. Μέχρι το πρωί είχαν επανέλθει σχεδόν στο φυσιολογικό οι σφύξεις μας. Αποκαμωμέμοι και τρισευτυχισμένοι το διαλύσαμε με πολλές ευχές. Πολύ καιρό με κυνηγούσαν οι μυρωδιές τους και οι οπτασίες τους. Ένα, δύο, ένα. Γειασου Γιώργη.
Ουφ... Σε όλα η πρώτη φορά είναι πάντα... η πρώτη φορά.
* Ο Μανόλης Σπανάκης είναι συν/χος καθηγητής

