Της Κατερίνας Στρουμπάκη

Μόνο τα αναγκαία στις χαμηλότερες τιμές ψωνίζουν οι καταναλωτές στη διάρκεια των εκπτώσεων. Οι εκπτώσεις μπορεί να ξεκίνησαν τη Δευτέρα με πολύ καλούς οιωνούς, με δεδομένες και τις πολύ χαμηλές τιμές σε όλα τα είδη, ωστόσο όπως φαίνεται, οι καταναλωτές μπορεί μεν να ψωνίζουν, αλλά γυρίζουν την πλάτη τους σε οποιοδήποτε προϊόν δεν είναι υπερβολικά φθηνό. Την ίδια στιγμή τονίζουν πως η αγορά δεν διαθέτει ποιότητα, ενώ δηλώνουν πως οι μεγάλες εκπτώσεις σε προϊόντα αφορούν δεύτερες ή ακόμα χαμηλότερες ποιότητες. Θεωρώντας πως η αγορά δεν έχει ποιοτικά προϊόντα, οι καταναλωτές στρέφονται στις πολυεθνικές, αφού όπως υποστηρίζουν, τελικά έχουν αντίστοιχες ποιότητες με τους τοπικούς επιχειρηματίες σε πολύ χαμηλότερες τιμές. Οι ίδιοι αναγνωρίζουν πως πρέπει να στηρίζουν την τοπική επιχειρηματικότητα, ωστόσο δηλώνουν πως δεν μπορούν να το κάνουν, δεδομένων των νέων οικονομικών συνθηκών και των δυσβάσταχτων φόρων.

Από την άλλη πλευρά οι επιχειρηματίες υποστηρίζουν πως καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να προσφέρουν τις χαμηλότερες τιμές στις καλύτερες ποιότητες της αγοράς, όμως οι καταναλωτές που κατεβαίνουν δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν οικονομικά ούτε σε αυτήν την προσπάθεια. Στο σύνολο τους δηλώνουν πως έχουν επίγνωση της κατάστασης, αν και αμφιταλαντεύονται αναφορικά με το πώς θα μπορούσαν να την αντιμετωπίσουν. Κι αυτό γιατί από τη μία πλευρά η απάντηση των ποιοτικών προϊόντων βρίσκει μικρό αγοραστικό κοινό, ενώ η απάντηση των φθηνών προϊόντων προσκρούει στα ακόμα φθηνότερα προϊόντα των πολυεθνικών.

Μέσα σε αυτόν τον φαύλο κύκλο οι επιχειρηματίες πασχίζουν για επιβίωση και ευελπιστούν πως θα μπορέσουν να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες. Οι πρώτες ημέρες των εκπτώσεων αποτελούν κάλο δείγμα για ανάκαμψη στην αγορά, αν και οι εποχές των υψηλών τζίρων φαίνεται ότι έχουν περάσει ανεπιστρεπτί.

Οι καταναλωτές υποστηρίζουν πως ούτως ή άλλως στις εκπτώσεις οι ποιότητες είναι πολύ χαμηλές, οπότε από το να επιλέξουν ένα προϊόν χαμηλής ποιότητας από τοπική επιχείρηση, επιλέγουν να το αγοράσουν από πολυεθνική, που όπως λένε το έχει σε χαμηλότερη τιμή.

Γενικά οι καταναλωτές επιλέγουν μόνο τα είδη που πραγματικά χρειάζονται, ενώ δεν προχωρούν σε περιττές αγορές ή σε είδη που η αγορά τους δεν αποτελεί απόλυτη προτεραιότητα.

«Από τη στιγμή που δεν υπάρχει ποιότητα στην αγορά, επιλέγω να ψωνίσω από πολυεθνικές εταιρείες, που ούτως ή άλλως έχουν πολύ φθηνές τιμές σε πάρα πολλά προϊόντα» αναφέρει η Κάλλια Νύκταρη για να προσθέσει:

«Στη φάση που βρισκόμαστε θα αγοράσω μόνο τα απαραίτητα και στη φθηνότερη τιμή που μπορώ. Κάνω αναγκαστικά πλέον έρευνα αγοράς και ψωνίζω μόνο ότι συμφέρει».

Σύμφωνα με την κ. Νύκταρη, οι εκπτώσεις είναι πολύ διευκολυντικές για τους καταναλωτές αφού αποτελούν μια ευκαιρία για κάλυψη βασικών αναγκών.

Ως ευκαιρία για να πραγματοποιήσουν οι καταναλωτές αγορές βλέπει η κ. Ρένα Μενεγάκη την περίοδο των εκπτώσεων. Και εκείνη υποστηρίζει πως στην αγορά δεν υπάρχει ποιότητα, ενώ επισημαίνει πως ειδικά στις εκπτώσεις και ειδικότερα προς το τέλος τους, οι επιχειρήσεις προσφέρουν μόνο προϊόντα δεύτερης ποιότητας στους καταναλωτές.

«Οι εκπτώσεις είναι πολύ καλές γιατί ο κόσμος δεν έχει χρήματα, οπότε τις περιμένει για να ψωνίσει» αναφέρει η κ. Μενεγάκη για να προσθέσει:

«Πιστεύω όμως πως οι καταστηματάρχες την περίοδο των εκπτώσεων βάζουν προϊόντα μόνο δεύτερης ποιότητας και ειδικά προς το τέλος τους οι ποιότητες είναι πολύ χαμηλές. Αυτό έχει σαν συνέπεια οι καταναλωτές να στρέφονται στις πολυεθνικές εταιρείες, που έχουν πολύ χαμηλές τιμές για συγκεκριμένα προϊόντα που οπουδήποτε αλλού θα πωλούνταν αρκετά ακριβότερα. Προσπαθώ όσο μπορώ να στηρίξω την τοπική αγορά, όμως οι επιλογές μας καθορίζονται σε μεγάλο βαθμό από την αντιστοιχία ποιότητας – τιμής, που δυστυχώς είναι καλύτερη στις πολυεθνικές».

Την άποψη ότι στην αγορά πλέον δεν υπάρχουν γενικά ποιοτικά προϊόντα εκφράζει η κ. Τιτίκα Πυργιαννάκη.

«Τυγχάνει να είμαι πρώην έμπορος και μπορώ να σας πω, επειδή γνωρίζω από ποιότητες, ότι η τοπική αγορά πλέον δεν έχει καμία ποιότητα» υποστηρίζει και τονίζει:

«Πλέον παίρνουμε ό,τι μας προσφέρουν και έχουμε συμβιβαστεί στη χαμηλότερη ποιότητα και τη μικρότερη ποικιλία.

Ο κόσμος θέλει το φθηνό κι αναζητούμε προϊόντα με 5 μέχρι 10 ευρώ, γιατί δεν πάει η τσέπη πλέον. Αν θέλω κάτι πιο ποιοτικό ξέρω πως είναι ευκολότερο να το βρω σε μια τοπική επιχείρηση. Αλλά για περισσότερα κομμάτια και πολλές αγορές, θα πάω σίγουρα σε κάποια πολυεθνική».



Καταστηματάρχες

Κυρίως για τις κοινωνικές τους εκδηλώσεις ψωνίζουν οι καταναλωτές στην τοπική αγορά προκειμένου να εμφανιστούν με αξιοπρέπεια σε γάμους ή βαφτίσεις που έχουν για το καλοκαίρι.

Όπως τονίζουν οι καταστηματάρχες, αν δεν υπήρχαν κοινωνικές εκδηλώσεις και βασικές ανάγκες, οι καταναλωτές δεν θα κατέβαιναν καθόλου στην αγορά.

Σε σχέση με την αγοραστική τους δύναμη, οι καταστηματάρχες υποστηρίζουν πως οι περισσότεροι κατεβαίνουν στην αγορά «άφραγκοι» και ζητούν να πάρουν ότι φθηνότερο υπάρχει. Για το λόγο αυτό μάλιστα, φαίνεται πως η επιλογή της πολυεθνικής εταιρείας σε πάρα πολλές περιπτώσεις αποτελεί αναγκαίο κακό.

«Οι καταναλωτές έρχονται και ψωνίζουν ρούχα για γάμους ή αναγκαία καθημερινά» αναφέρει η κ. Μαρία Μαματζάκη για να προσθέσει:

«Πιο πολύ όμως ψωνίζουν για γάμους γιατί έχουν ανάγκη ένα κοστούμι. Πιστεύω πως αν δεν υπήρχαν οι γάμοι μπορεί να μην κατέβαιναν και στην αγορά».

Όπως υποστηρίζει η κ. Μαματζάκη, οι καταναλωτές πρέπει να στηρίξουν την τοπική επιχειρηματικότητα γιατί και οι επιχειρηματίες κάνουν ό,τι είναι εφικτό για να κατανοήσουν τις ανάγκες και την κατάσταση, προσφέροντας τις χαμηλότερες δυνατές τιμές. Η κ. Μαματζάκη δηλώνει επίσης την απαισιοδοξία της για το μέλλον και υποστηρίζει πως οι ασκούμενες μέχρι σήμερα πολιτικές είναι σε βάρος της επιχειρηματικότητας και κυρίως της τοπικής επιχειρηματικότητας.

Κυρίως για εκδηλώσεις ψωνίζουν οι καταναλωτές και στην επιχείρηση του κ. Μανόλη Κουναλάκη, ο οποίος πραγματοποιεί μειώσεις από 30 % έως και 50 %. Ο κ. Κουναλάκης υποστηρίζει πως η κατάσταση στην αγορά είναι πολύ δύσκολη, ωστόσο πιστεύει πως κάποια στιγμή θα μπορέσει να ισορροπήσει ξανά. Σε σχέση με τις πολυεθνικές τις χαρακτηρίζει αναπόφευκτο κακό, αν και θεωρεί πως μετά από μια περίοδο αναστάτωσης της αγοράς, επέρχεται πάλι η ισορροπία.

Από 10% έως 50% πραγματοποιεί εκπτώσεις στο κατάστημα του ο κ. Κωνσταντίνος Μπιζιώτης.

Παρ’ όλα αυτά οι καταναλωτές ζητούν μόνο ό,τι φθηνότερο υπάρχει και κατεβαίνουν στην αγορά σχεδόν χωρίς χρήματα αναζητώντας να καλύψουν στοιχειώδεις ανάγκες.

«Οι καταναλωτές ζητάνε να ψωνίσουν ό,τι πιο φθηνό» υποστηρίζει ο κ. Μπιζιώτης και προσθέτει:

«Οι πολυεθνικές θα τα ισοπεδώσουν όλα, είδη τα έχουν ισοπεδώσει. Ειδικά το καινούριο στον Άγιο Τίτο απέναντι έπεσαν όλοι εκεί. Η κατάσταση αυτή θέλει τεράστιες αντοχές αν υπάρχουν, δύσκολο να αλλάξει αλλά πάντα ελπίζουμε».