Επιμέλεια: Αννα Κωνσταντουλάκη

Είχαν πάντα σκυλιά αφοσιωμένα και αγαπημένα και δεν μπορούν να φανταστούν τη ζωή τους χωρίς αυτά. Στην οικογένεια της Λιάνας και του Γιάννη Σταρίδα ξεχωριστή θέση τώρα έχουν η Μάξι και η Πάτσι, δύο πανέξυπνα, χαρούμενα, ζωηρά, αεικίνητα σκυλάκια μαθημένα στα χάδια και τις αγκαλιές.

“Μαζί δεν κάνουν και χώρια δεν μπορούν” λέει η αρχαιολόγος Λιάνα Σταρίδα που μας γράφει την ιστορία τους.

“Όλη μου η ζωή είναι δεμένη με σκυλιά… Ποτέ δεν έζησα χωρίς την παρέα τους. Έχω δύο σκυλιά τώρα.

Η μικρούλα στο μπόι αλλά μεγάλη σε ηλικία, 11 χρονών πια, είναι ένα πανέμορφο μίνι maltese. Όταν την πρωτοείδα, ένα μικροσκοπικό φοβισμένο κουβαράκι στη γωνιά ενός τεράστιου κλουβιού σε ένα pet shop, την ερωτεύτηκα. Ενάμιση χρόνο πριν είχαμε χάσει στα 16 του χρόνια τον αγαπημένο μας Μέγα και ο Γιάννης δεν ήθελε πια άλλο σκυλί. Περνούσα και ξαναπερνούσα από το pet shop και τη χάζευα. Μια μέρα το αποφάσισα, μπήκα και την αγόρασα. Η πρώτη αντίδραση του Γιάννη ήταν: «Τι είναι αυτό το στουπί;». Σε μια ώρα την είχε ερωτευτεί. Εξακολουθεί να είναι ερωτευμένος μαζί της όπως κι εγώ είμαι ξετρελαμένη με τα νάζια και τα κόλπα της. Η μεγάλη στο μπόι αλλά μικρή στη ηλικία, 2 χρονών μόλις, είναι ένα σκυλίσιο «μπριάμ». Έχει απ’ όλα: γκριφόν, σπάνιελ, γκέκα, παίζει να έχει και αλεπού, νυφίτσα, ζουρίδα κ.λπ.Τη μάζεψα από ένα σταύλο στο Σμάρι όπου την είχαν παρατημένη μοναχούλα, ίσα που είχαν ανοίξει τα ματάκια της, σε ένα χαρτοκιβώτιο. Δεν άντεξα να την αφήσω εκεί… την πήρα σπίτι.

Πώς πήραν τα ονόματά τους; Το μαλτεζάκι μας είναι η Μάξι… κατ’ ευφημισμόν μια και είναι 2,5 κιλά. Η Σμαριανοπούλα είναι η Πάτσι, από το patch που σημαίνει μπάλωμα. Η Μάξι μας λοιπόν ήταν και εξακολουθεί να είναι ένα φοβισμένο πλασματάκι, παρόλη την αγάπη και τη φροντίδα μας. Ίσως φταίει το μέγεθός της, ίσως όμως φταίει το ότι την έφεραν με το που γεννήθηκε από τη Ρουμανία στο συγκεκριμένο pet shop. Αχ αυτή η εμπορία των ζώων. Παρόλα αυτά είναι τρυφερή και παιχνιδιάρα, έχει απίστευτο νάζι, λυγίζει τη μεσούλα της και μας κουνιέται, κουρνιάζει πάνω μας και δεν κουνάει, εννοείται ότι κοιμάται ανάμεσά μας, μας κοιτάζει στα μάτια και απαιτεί χάδια σηκώνοντας με φοβερή χάρη το ποδαράκι της. Είναι κακομαθημένη και παραχαϊδεμένη. (Ο Γιάννης είναι αστέρι στο να κακομαθαίνει τα σκυλιά μας) κι αν δεν της κάνουμε τα χατίρια μουτρώνει, μας γυρνάει επιδεικτικά την πλάτη και μας αγνοεί. Πέρασε ένα γερό σοκ όταν έφερα την Πάτσι στο σπίτι… έκανε απεργία πείνας, απεργία χαδιών και δεν μας πλησίαζε καθόλου. Τώρα, δύο χρόνια μετά, μαζί δεν κάνουνε και χώρια δεν μπορούνε. Ζηλεύει τρελά και παρακολουθεί κάθε μας κίνηση… μη τύχει και χαϊδέψουμε την Πάτσι πιο πολύ… χαθήκαμε. Δεν είναι καθόλου φιλική με τους ξένους και δεν διστάζει καθόλου να δαγκώσει όποιον δεν της γεμίζει το μάτι. Μισεί θανάσιμα όποια (τονίζω το θηλυκό γένος εδώ) πλησιάσει ή αγκαλιάσει τον Γιάννη!

Η Πάτσι μας είναι σκέτη αποθέωση. Μέσα στην τρελή χαρά συνεχώς, αγαπάει όλο τον κόσμο, για την ακρίβεια, λατρεύει όλο τον κόσμο. Γελάει, χοροπηδάει, είναι πληθωρική, υπερκινητική, εκφραστική και πεθαίνει να προκαλεί τη Μαξούλα μας. Χορεύει τέλεια, τρέχει σαν δαίμονας, παίρνει φόρα, σαλτάρει όπου βρει, καναπέ, κρεβάτι, ανάσκελα και περιμένει ακίνητη σαν άγαλμα να της χαϊδέψουμε την κοιλίτσα. Φιλάει υπέροχα και μαδάει ελεεινά.

Η Μάξι ήταν και είναι υπεράνω καταστροφών. Ως γαλαζοαίματη πριγκίπισσα απαξιεί να ασχοληθεί με τα ανθρώπινα πράγματα. Το μόνο της κουσούρι είναι ότι επιμένει ντε και καλά να τρώει το φαγητό της στο χαλάκι της κουζίνας αντί να το τρώει στο μπολάκι της. Μέσα στα 11 αυτά χρόνια έχω πλύνει, έχω πετάξει, έχω αλλάξει δεκάδες χαλάκια. Η Πάτσι είναι σκέτη καταστροφή από μόνη της. Μέχρι στιγμής έχει φάει μια καρέκλα (κυριολεκτικά!), καμιά 10αριά παντόφλες, όποιο χαρτομάντηλο ή χαρτοπετσέτα βρει, τα κρόσσια του καναπέ-κειμήλιου, περιοδικά, βιβλία, μαξιλάρια και φυσικά παπούτσια. Σκαρφαλώνει ανενδοίαστα παντού και ψάχνει για λιχουδιές (τώρα που τα γράφω αυτά… μήπως έχει κάτι κι από γάτα;) και εννοεί να μασουλίζει το φαγητό της νωχελικά ξαπλωμένη σε ένα καναπεδάκι. Η Μάξι τρελαίνεται για χάδια. Αγνοεί επιδεικτικά και με πολύ ύφος ό,τι κι αν της πάρω. Απολαμβάνει τη βόλτα και κάποτε στα νιάτα της έτρεχε με τρομερή ταχύτητα και κυλιόταν στα χορτάρια. Τώρα η καημενούλα δεν έχει πολλές αντοχές, έχει και αρθριτικά και προτιμά να χουζουρεύει.

Η Πάτσι έχει ένα ολόκληρο καλάθι με ζωάκια λούτρινα που συνεχώς το γεμίζω μαζεύοντάς τα απ’ όλο το σπίτι και αυτομάτως το αδειάζει πάλι! Όμως το αγαπημένο της παιχνίδι είναι ένα παλιό κατασαλιωμένο και παραμορφωμένο και μισοφαγωμένο μαϊμουδάκι. Με αυτό εκφράζει τα πάντα: θέλει να μου πει «σ’ αγαπώ», μου το φέρνει και το ακουμπά στην ποδιά μου. Θέλει να παίξουμε, μου το φέρνει, γελάει και περιμένει να της το πετάξω, να μου το φέρει, να το ξαναπετάξω, να το ξαναφέρει και δόστου συνέχεια μέχρι να βαρεθεί κι αυτή κι εγώ. Θέλει παρέα, μου το φέρνει και με κοιτά παρακλητικά. Κάποτε την πιάνει αμόκ και τρέχει σαν δαιμονισμένη με απίστευτη ταχύτητα σε όλο το σπίτι γύρω γύρω για να καταλήξει λαχανιασμένη και γελαστή ανάσκελα κι ακίνητη. Οσο για τις προτιμήσεις τους, στο φαγητό τρώνε τα πάντα και οι δύο. Λιχουδιές μέχρι αηδίας! Συνεπώς, από ξηρά τροφή και σκυλίσια μπισκότα μέχρι κριθαρομπουκιές, ελιές (και φτύνουν τα κουκούτσια!) και φυσικά μαγειρευτό φαγητό αν και αφήνουν στην μπάντα τα κρεμμύδια και τις πιπεριές. Επίσης τρελαίνονται για κοψίδια. Πότε θυμώνουν; Και οι δύο σε τρεις περιπτώσεις: Όταν δεν τους κάνουμε τα χατίρια τους, όταν τρώνε (καθεμιά έχει το δικό της μπολ αλλά τσακώνονται και στριμώχνονται και βρίζονται στο ένα... Έτσι και τολμήσουμε να χαϊδέψουμε τη μια ερήμην της άλλης. Η Μάξι επιπλέον γίνεται έξαλλη όταν αγκαλιάζω τις εγγονές μου. Αυτά που τις ηρεμούν είναι τα χάδια, τα χάδια, τα χάδια, μουσική, μουσική, βόλτες και βόλτες. Η ζωή μου δεν υπάρχει χωρίς σκυλιά. Με σκυλιά μεγάλωσα εγώ, με σκυλιά μεγάλωσα τα παιδιά μου, με σκυλιά πορεύομαι και τώρα. Κάθε σκυλί που έχανα ήταν θλίψη, πίκρα, πένθος. Και κάθε σκυλί είναι μοναδικό και αναντικατάστατο. Ξέρω πως όσο ζω θα έχω σκυλιά, θα χάνω σκυλιά και θα πενθώ, θα χαϊδεύω το καινούριο και θα σκέφτομαι όλα όσα πέρασαν απ’ τη ζωή μου. Αυτή η υπέροχη γαλήνη που μου δίνει η ματιά τους, η ζεστασιά τους, η αγάπη τους, η αφοσίωση και η αγκαλιά τους δεν συγκρίνεται με τίποτα στον κόσμο”.