
Κάποιες φωτογραφίες που βρίσκονται στα κιγκλιδώματα που περιβάλλουν το χώρο του λιμανιού, μεγεθυμένες, μαζί με άλλες, τράβηξαν την προσοχή μου, τούτες τις μέρες. Φέρουν βέβαια την υπογραφή δύο εξαιρετικών γνωστών μου καλλιτεχνών, με πλούσια πολιτισμική παρουσία, του συνταξιούχου καθηγητή Μανόλη Παπαδάκη και του αγαπητού Μανώλη Μετζάκη.
Σ’ αυτές φαίνεται ο Κούλες και το λιμάνι της πόλεως μας. Ένα λιμάνι από τα μεγαλύτερα της χώρας μας, με πλούσια ιστορία και δράση που χάνεται στους αιώνες. Πολλοί οι επισκέπτες του, επιθυμητοί και ανεπιθύμητοι πολλές φορές. Κουρσάροι, πειρατές, κατακτητές, υψηλοί επισκέπτες, σύμμαχοι και φίλοι, άνθρωποι του εμπορίου και της ανάπτυξης, πνευματικοί άνθρωποι, περιηγητές!
Όσο μεγάλη είναι η ιστορία της kαστρινής πολιτείας, ανάλογα ισοϋψής είναι και η ιστορία του λιμανιού της. Ο Στέφανος Ξανθουδίδης στο έργο του “Χάνδαξ Ηράκλειο” αναφέρει:
Ο Χάνδαξ ιδίως κατά τον ΙΔ’ και ΙΕ’ αιώνα ήτο εκ των σπουδαιοτέρων εμπορικών και ναυτικών κέντρων και διακομιστική αποθήκη εξ Ανατολής εις Ευρώπην και τανάπαλιν εμπορευμάτων».
Ο Φλωρεντίνος μοναχός Χριστόφορος Μπονοντελμόντι (1415) μας δίνει πολλές πληροφορίες για το λιμάνι, λέγοντας ότι ήταν ανοικτό στο πέλαγος όπου το κτυπούσαν αλύπητα και σκληρά βόρειοι άνεμοι. Ο ίδιος σημειώνει ότι, λόγω θαλασσοταραχής, το καράβι τους κατέπλευσε στον όρμο των Φρασκιών, αφού ο κατάπλους στο λιμάνι ήταν αδύνατος. Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί στον ανήσυχο περιηγητή η εμπορική κίνηση του λιμανιού και ο Μπουνοντελμόντι σημειώνει χαρακτηριστικά:
Εδώ φθάνουν πλοία απ’ όλο τον κόσμο και φορτώνουν κάθε χρόνο το λιγότερο 20.000 βαρέλια κρασί εξαιρετικής ποιότητας. Εξάγονται ακόμα παχιά τυριά σε πολύ μεγάλο αριθμό, κάποτε δε και δημητριακά σε μεγάλες ποσότητες στις γειτονικές χώρες...».
Πάντοτε το λιμάνι είχε τους ανθρώπους του. Συνήθως ανθρώπους γεροθρεμένους, φωνακλάδες, καμένους στο πρόσωπο και στα μπράτσα, αφού με τις ώρες ήταν εκτεθειμένοι στον ήλιο και σ’ άλλα καιρικά φαινόμενα. Ένας απ’ αυτούς ήταν και ο Αντώνης Κυπριωτάκης ή Αντωνούσας, έτσι τον ήξεραν όλοι οι συντοπίτες του, παλιοί και καινούργιοι. Πέθανε στις αρχές της δεκαετίας του ’60. Γέννημα και θρέμα του παλιού Κάστρου και παιδί της γειτονιάς του Κασσώτικου Μαχαλά αυτός ο μαχαλάς, η γειτονιά, όπως θα λέγαμε, βρισκόταν στη σημερινή οδό Μητσοτάκη, μεγαλωμένος δύο πράματα είχε κληρονομήσει από τους απλούς ανθρώπους που μ’ αυτούς επέρασε όλη του τη ζωή! Την αγαθότητα με την καλωσύνη και την καπατσοσύνη του στη θάλασσα που έμαθε από μικρός να παλεύει και να νικά τα θεργιεμένα κύματα του πελάγου της. Χρόνια πιλότος του βενετσιάνικου λιμανιού του Μεγάλου Κάστρου, σε όλα τα πλεούμενα που έφταναν φεύγοντας από τα αλαργινά τους λιμάνια, ερχόμενα στο Κάστρο, ο καπετάν Αντωνούσας ήταν γνωστός! Όπως πασίγνωστη ήταν και η καλωσύνη του σε όλους τους Καστρινούς, που μ’ αυτή κατάφερνε να κερδίζει στη ζωή τη γενική συμπάθεια και αγάπη όλων εκείνων που τον είχαν ζήσει.
Σαν άνθρωπος βέβαια κι αυτός είχε τις αδυναμίες του.
Στις κακοκεφιές του μπορούσε να τάβανε με καθένα που θα τούδινε αφορμή, για να τον «στόλιζε» καθώς τούπρεπε με την αλέργα και άτσαλη λιμανιώτικη λώσσα.
Μα με τούτο δεν επήγαινε να πει πως έπρεπε να του κρατούσε το «μπουρίνι» του για πολύ.
Ετσι συχνά οι άνθρωποι του λιμανιού ύστερα από την λογοτριβή με κείνον που τα είχε σε λίγο, ως θα είχε πάψη ο θυμός του Αντωνούσα, πέρνοντάς τονε μαζί παρέα καθισμένοι στην ταβέρνα και οι δυο, αδιάζοντας το κατοσταράκι τους ο αψόθυμος μα άκακος Αντωνούσας, έδινε σ αυτό που του είχε χαλασμένο το κέφι από καρδιά το συγχωροχάρτι.
Αυτός ήταν ο Αντωνούσας, ο Αντώνης Κυπριωτάκης, ο απόμαχος του καστρινού λιμανιού, θαλερός, ευαίσθητος, άκακος, που πολλοί τον θυμούνται (οι παλιότεροι βέβαια) να κάθεται στον καφενέ του Φραγκούλη στην πλατεία των λιονταριών ή του μεγάλου Σαντραβανιού, όπως τον έλεγαν με τον αργιλέ του ήσυχος και ήρεμος, όπως πολλές φορές ήταν έτσι και το αγαπημένο του κρητικό πέλαγος. Κι εκείνο απλόχερα του έστελνε την δροσιά του, την ανάλαφρη αλμύρα του, σε συνδυασμό με τον απαλό και χαδιάρικο καλοκαιριάτικο μπάτη, βοηθώντας τον να ξεχνά την κούραση του και τις ατέλειωτες πίκρες της ζωής! Πολλές φορές του «εστελνε» τη σάπια βρόμικη μπόχα του, από τα λασπόνερα «που γουργουθακίζανε στις λακκολύβες, εδώ κι εκεί του μουράγιου, ανακατεμένη με τις άλλες αποπνικτικές λεβάντες και μυρουδιές, που εσκορπούσανε στον αέρα οι στοίβες από τα αγναφόπετσα», όπως θα μας έλεγε και ο αείμνηστος λογοτέχνης και μπαρμπέρης ποιητής Μανόλης Δερμιτζάκης, αυτός που λάτρεψε όσο κανένας άλλος και ανέδειξε την πολιτεία του Μεγάλου Κάστρου. Βέβαια, συνεχίζει ο Δερμιτζάκης, ν’ αναφέρεται στο λιμάνι του Ηρακλείου, στους χαμάληδες και στους λιμανιώτες.
«Οι στοίβες αυτές από τα δέματα του αγναφόπετσου, με τη βρόμα του ψοφιμιού που ανάδιναν, τις φέρνανε οι στιβανάδες του Κάστρου, που επουλούσανε το ακατέργαστο βουβαλίσιο τομάρι στους χωριάτες να πατώνανε τα καλοκαίρια τα στιβάνια τους, που με την αντοχή που είχανε μπορούσανε να σκαλώνανε στις αγριάδες και τους ξεροτράχαλους που περπατούσανε. Αν μέσα σε τούτη τη μοσκοβολιά επροσθέταμε ακόμη και τη μυρωδιά που έβγαινε από τα δέματα του παστού μπακαλιάρου μαζί με τη μυρωδιά του χυμένου πετρελαίου από μερικούς σπασμένους ντενεκέδες μαζί με τη λεβάντα της παστωμένης φρίσσας του βαρελιού». Λιμάνι του Ηρακλείου, ένα αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας του Μεγάλου Κάστρου. Ένα σημείο αναφοράς για τον κάθε επισκέπτη, ο οποίος, αφού πρώτα θαύμαζε τα αρσενάλια και τον αγέρωχο Κούλε με το ατέλειωτο κάστρο αλλά και γευόταν τους νοστιμότατους μεζέδες των λιμανίσιων στεκιών, έπρεπε να έχει γερή κράση για ν’ αντέξει όλες αυτές τις μυρωδιές, τις φωνές και τις βλαστήμιες, τους μικροκαβγάδες αλλά και τα πειράγματα των ανθρώπων του μόχθου, της βαριάς και τόσο κοπιαστικής εργασίας που η καθώς πρέπει κοινωνία τους αποκαλούσε «χαμάληδες αλλά και λιμανιώτες»!
Πραγματικά η γλώσσα τους ήταν άτσαλη. Λίγο πιο ευγενείς στους τρόπους συμπεριφοράς του ήταν οι βαρκάρηδες που ασταμάτητα κουβαλούσαν τους επιβάτες στο κεφαλόσκαλο του λιμεναρχείου, όταν τα βαπόρια, όπως τα έλεγαν, έπιαναν λιμάνι.
Τέτοιες μέρες που η θάλασσα ήταν ήσυχη, καλοκαίρι, με τον καιρό στο κάλμα του… όλα πήγαιναν ωραία. Όταν όμως μάνιζε το Κρητικό Πέλαγος, οι βαρκάρηδες δυσκολεύονταν να πλησιάσουν το βαπόρι που χόρευε πάνω στα θεργεμένα κύματα.
Έτσι περνούσαν οι μέρες, αλλά και η ολόκληρη ζωή των ανθρώπων του λιμανιού, αυτών των ακούραστων, των απότομων αλλά τόσο φιλότιμων και καταδεκτικών ανθρώπων της θάλασσας του Μεγάλου Κάστρου!

