Ανταπόκριση του Νίκου Τσαγκαράκη

Η «Π» βρέθηκε στις σπάνιες προβολές των ταινιών ενός από τους σημαντικότερους δημιουργούς της αμερικανικής κινηματογραφικής πρωτοπορίας.

Ο ΕΛΛΗΝΟ-ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ΤΟΥ ΑΝΤΕΡΓΚΡΑΟΥΝΤ

Ευρύτερα άγνωστος στην Ελλάδα, ο Γκρέγκορι Μαρκόπουλος ήταν μία από τις εξέχουσες φυσιογνωμίες του αμερικανικού και του παγκόσμιου πειραματικού σινεμά. Γεννήθηκε το 1928 στο Τολέδο του Οχάιο από έλληνες μετανάστες, με προέλευση από το χωριό Λυσσαρέα της Αρκαδίας. Η καταγωγή του θα καθόριζε αργότερα τις ιδέες του για την ιεροτελεστική σπουδαιότητα της προβολής μιας ταινίας και αποτελεί την αφορμή για μια από τις σπανιότερες και πολυτιμότερες κινηματογραφικές εμπειρίες που μπορεί να ζήσει κανείς.

Έφτιαξε την πρώτη του ταινία μικρού μήκους σε ηλικία μόλις 12 χρονών κι αργότερα παρακολούθησε μαθήματα στο πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνιας. Κατά τις δεκαετίες του 1950 και ’60 ανήκε στους κύκλους του λεγόμενου Νέου Αμερικανικού Σινεμά ή άντεργκράουντ, μαζί με τους Σταν Μπράκατζ, Τζόνας Μέκας, Άντι Γουόρχολ, Μάικλ Σνόου και πολλούς άλλους δημιουργούς, που αποτέλεσαν την αμερικανική ‘πτέρυγα’ της διεθνούς κινηματογραφικής πρωτοπορίας.

Ο Μαρκόπουλος δημιούργησε περίπου 40 ταινίες, κυρίως αλλά όχι αποκλειστικά μικρού μήκους σε φιλμ 16 χιλιοστών, από τις οποίες άλλες έμειναν ημιτελείς κι άλλες έφτασαν μέχρι το μοντάζ χωρίς να τυπωθούν. Παράλληλα ανέπτυξε πολύ συγκεκριμένες ιδέες για τον ρόλο και την ευθύνη του κινηματογραφιστή, για τη μορφή του κινηματογραφικού έργου, καθώς και για τη διαδικασία έκθεσής του στο κοινό. Ενδεικτικοί τίτλοι της φιλμογραφίας του είναι τα «Christmas U.S.A.» (1949), «Swain» (1950), «Twice a man» (1963), «Eros o Basileus» (1967), «Himself as herself» (1967), «The Illiac passion» (1964-’67), «Sorrows» (1969) και «Saint Acteon» (1971).

Επηρεασμένος τόσο από τον αρχαίο ελληνισμό όσο κι από τον ορθόδοξο χριστιανισμό, ο Μαρκόπουλος ενσωμάτωσε στο έργο του στοιχεία και των δύο πολιτισμικών παραδόσεων. Το «Twice a man» διασκευάζει τον μύθο του Ιππόλυτου, το «The Illiac passion» είναι εμπνευσμένο από τον «Προμηθέα Δεσμώτη» του Αισχύλου, ενώ εξίσου ενδεικτικοί είναι οι τίτλοι ταινιών που γυρίστηκαν, μονταρίστηκαν, αλλά δεν τυπώθηκαν, όπως τα «Hagiographia» (1973, β’ εκδοχή) και «Heracles» (1973).

Για τον Μαρκόπουλος το σκοτάδι έχει την ίδια σημασία με το φως, ο ήχος παύει να είναι απλώς συνοδεία της εικόνας, και η συντακτική μονάδα του μοντάζ του δεν είναι το πλάνο, αλλά το ίδιο το καρέ- ένα μοναδικό ή ελάχιστα περισσότερα, με τα οποία σχηματίζει τις φευγαλέες ‘φράσεις’ του, σαν εκλάμψεις εντυπώσεων, αναμνήσεων ή ονείρων.

ENIAIOS

και TEMENOS

Ως τελευταίο και πιο μεγαλεπήβολο έργο του, ο Μαρκόπουλος συνέθεσε όλη την προηγούμενη φιλμογραφία του σ’ ένα εκτενές σύνολο 22 κύκλων ή ενοτήτων, με τίτλο «Eniaios». Επεξεργάστηκε δηλαδή εκ νέου κι αναδιάρθρωσε τις ταινίες του ή τμήματά τους, ενώνοντάς τα μεταξύ τους σ’ ένα καινούριο σύνολο, χωρισμένο σε συνθέσεις που ονόμασε κύκλους, ονομασμένους απλώς με λατινική αρίθμηση, και με στόχο να προβληθούν σε μια συγκεκριμένη τοποθεσία.

Πρόκειται για τον τόπο καταγωγής του σκηνοθέτη, τη Λυσσαρέα, την οποία συνήθιζαν να επισκέπτονται συχνά μαζί με τον αμερικανό σύντροφο και συνεργάτη του, Ρόμπερτ Μπίβερς, επίσης σπουδαίο δημιουργό του διεθνούς πρωτοποριακού κινηματογράφου. Ένα ξέφωτο μιας κατάφυτης λαγκαδιάς λίγο έξω από το χωριό, αποφάσισε ο Μαρκόπουλος ότι ήταν ιδανικό για ν’ αποτελέσει αυτό που αποκαλούσε Temenos, δηλαδή έναν χώρο όπου η κινηματογραφική προβολή αντιμετωπιζόταν ως αποκτούσε μυστηριακό χαρακτήρα, δεμένη με τη γη και το παρελθόν της, με τον έναστρο ουρανό και το μυστήριό του.

Εκεί ξεκίνησαν στις αρχές της δεκαετίας του 1980 με τον Μπίβερς να πραγματοποιούν προβολές, αλλά το 1992 ο Μαρκόπουλος πέθανε χωρίς να προλάβει να δει προβεβλημένο τον «Ενιαίο» που είχε καταφέρει να ετοιμάσει.

Ο Μπίβερς ανέλαβε με συγκινητική αγάπη κι αφοσίωση να διατηρήσει ζωντανό το έργο του Μαρκόπουλου, συνεχίζοντας απτόητα μέχρι σήμερα. Εξασφαλίζοντας την απαιτούμενη και δυσεύρετη χρηματοδότηση, ξεκίνησε ν’ αποκαταστήσει όλους τους κύκλους, σ’ ένα χρονοβόρο εγχείρημα που θα χρειαστεί αρκετά χρόνια ακόμη για αν ολοκληρωθεί. Από το 2004 άρχισαν να πραγματοποιούνται οι προβολές των πρώτων αποκατεστημένων κύκλων, κι έκτοτε ανά τέσσερα χρόνια προβάλλονται κάθε φορά τρεις κύκλοι που έχουν αποκατασταθεί εν τω μεταξύ, με το ενδιαφερόμενο κοινό να διευρύνεται σε κάθε διοργάνωση.

TEMENOS 2016: Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΠΡΕΒΕΛΑΚΗ

Στο φετινό Temenos, βρεθήκαμε ανάμεσα σε 200 περίπου θεατές, μαζί με τον αγαπημένο φίλο και συνάδελφο Θοδωρή Κουτσογιαννόπουλο, καθώς και με την επίσης αγαπημένη Άργυ Καράλη, ιδρυτικό μέλος της Νέας Κινηματογραφικής Λέσχης Ηρακλείου και μέλος της οργανωτικής ομάδας του φετινού Temenos. Από 1 ως 3 Ιουλίου, παρακολουθήσαμε σε υπαίθρια προβολή 16 χιλιοστών τους βωβούς κύκλους ΙΧ, Χ και ΧΙ του «Eniaios». Οι τρεις ενότητες περιλάμβαναν μεταξύ άλλων πορτρέτα σημαντικών προσωπικοτήτων της τέχνης, όπως η ιστορικός τέχνης Καρόλα Γκίντιον Βέλκερ, η σύζυγος του Βασίλι Καντίνσκι, Νίνα, οι ζωγράφοι Νίκος Χατζηκυριάκος- Γκίκας και Γιάννης Τσαρούχης, καθώς επίσης οι συγγραφείς Πατρίσια Χάισμιθ, Λιλίκα Νάκου, Κατρίν Ζιντ και Παντελής Πρεβελάκης.

Από την πρώτη στιγμή συνειδητοποιεί κανείς ότι δεν πρόκειται για συνηθισμένα ντοκιμαντερίστικα πορτρέτα. Ο Μαρκόπουλος δε νιώθει καμιά υποχρέωση να υπηρετήσει απεικονιστικές, καταγραφικές ή πληροφοριακές συμβάσεις και προσδοκίες. Όπως κάθε άλλη εικόνα που αποτυπώνει στο φιλμ του, έμψυχη ή άψυχη, σκηνοθετημένη ή αυθόρμητη, έτσι κι αυτές υπόκεινται στην αδιαπραγμάτευτη, σχεδόν μεταφυσική αντίληψη που διατηρεί για την ουσία και τη λειτουργία του κινηματογράφου.

Η σύνθεση των πλάνων περιλαμβάνει ελάχιστα καρέ που απεικονίζουν τα πρόσωπα, από διαφορετικές αποστάσεις και με εστίαση σε διαφορετικά σημεία του σώματος και των ρούχων. Ο μικρός αριθμός των καρέ, πρακτικά σημαίνει απειροελάχιστη διάρκεια πλάνου, τις περισσότερες φορές μικρότερης κι από δευτερόλεπτο, το οποίο σε μια συνηθισμένη ταινία απαιτεί 24 καρέ. Τα απεικονιστικά καρέ ακολουθούνται από λευκά και σκοτεινά διαλείμματα, τα οποία εναλλάσσονται σε προκαθορισμένο ρυθμό από τον Μαρκόπουλος και σε μεγαλύτερη διάρκεια απ’ ό,τι οι εικόνες.

Τον Πρεβελάκη τον κινηματογράφησε κατά τη δεκαετία του ’70, στο σπίτι του συγγραφέα στην Εκάλη. Τον βλέπουμε ντυμένο με ανοιχτό μπλε σακάκι, καθισμένο στο γραφείο του, μπροστά από τη μεγάλη βιβλιοθήκη του, τραβηγμένο σε μακρινά πλάνα που έστω και μέσα στη μικρή τους διάρκεια καταφέρνουν να δώσουν σαφή εντύπωση του χώρου, καθώς και σε πολύ κοντινά πλάνα που απομονώνουν το πρόσωπο και το εξαιρετικής ποιότητας και ραφής κοστούμι του.

Αποσπάσματα από προηγούμενες ταινίες του σκηνοθέτη, όπως τα «The Illiac passion» και «Himself as herself», μαζί με λήψεις από τις Μυκήνες και τους Δελφούς που επιβεβαιώνουν ακόμη περισσότερο το ενδιαφέρον του Μαρκόπουλος για το παρελθόν της προγονικής του γης, όλα δομούνται με τον ίδιο ρυθμό εξαιρετικά σύντομης έκθεσης κι εναλλαγής με το φως και το σκοτάδι, σε μια ακολουθία που στον αμύητο μπορεί να φαίνεται αποξενωτική, αλλά διεγείρει το ενδιαφέρον του δεκτικού σκεπτικιστή και γοητεύει τον μυημένο θεατή.

Η απαιτητικότητα της θέασης οφείλεται βεβαίως στην ασυνήθιστη πρόταση που καταθέτει ο Μαρκόπουλος, τόσο στη σύσταση, όσο στη διάρθρωση και την έκθεση του έργου του. Για κάποιους, η ελάχιστη διάρκεια των εικόνων αφήνει τον θεατή συνεχώς ανικανοποίητο από μια υπόσχεση γι’ αποσαφήνιση και ηρεμία του βλέμματος που δεν τηρείται, κρατώντας τον αιωρούμενο ανάμεσα στο επιθετικό φως και το μυστήριο σκοτάδι που εναλλάσσονται μεταξύ τους. Οι πιο ανοιχτοί κι εξοικειωμένοι με τη γλώσσα του πρωτοποριακού κινηματογράφου, απολαμβάνουν ένα συνεχές χώρου και χρόνου που περιλαμβάνει το περιεχόμενο της οθόνης, καθώς επίσης τον φυσικό χώρο στον οποίο η οθόνη περιέχεται και προς τον οποίο προεκτείνεται, μέσα από τη ρυθμική εναλλαγή του φωτός με το σκοτάδι, ως πεδία όπου ο θεατής συμπληρώνει την εικόνα με τη φαντασία ή το συναίσθημά του.

Με την προϋπόθεση ότι το κάνεις στις κατάλληλες συνθήκες, όσο πιο πολύ βλέπεις, τόσο πιο πολύ συνηθίζεις, κι αρχίζεις ν’ αντιλαμβάνεσαι την περίτεχνη, τολμηρή και τόσο σίγουρη για τον εαυτό της, διεύρυνση των εκφραστικών δυνατοτήτων του κινηματογράφου, πέρα από την αναπαράσταση και την αφήγηση. Σε αντίθεση με τις δύο τελευταίες, ο πειραματικός κινηματογράφος δεν προσφέρει απαντήσεις, γιατί δεν είναι σίγουρο ότι ρωτάει κάτι εξαρχής. Όπως λέει ο Μαρκόπουλος, “ο θεατής του Τεμένους πρέπει να ξανακερδίσει την Υπομονή”, “ν’ αναζητήσει το έργο” και να “είναι παρών όχι για να μετρήσει την εξυπνάδα του ή για μια γενική κατανόηση, αλλά για να γνωρίσει το έργο: τη Συνείδηση της Ταινίας”. Εγώ θα πρόσθετα, ότι κάτω απ’ τ’ αστέρια όλα γίνονται πιο εύκολα. Με τις πιο θερμές μου ευχαριστίες στους Ρόμπερτ Μπίβερς, Μήτσο Τριαντόπουλο, Άργυ Καράλη και Neslihan Tepehan.