Του Γιάννη Παπαδάκη*

Δεν πενθώ το παρελθόν, δεν ξορκίζω το μέλλον. Ούτε θεωρώ τον εαυτό μου πιο τυχερό από τα νέα παιδιά που μεγαλώνουν στον σημερινό κόσμο, στην Ελλάδα ή αλλού. Δεν είναι εύκολο να βρει κανείς το ύφος εκείνο που δεν συνεισφέρει στην ατελείωτη γκρίνια για το παρόν, στο επιλεκτικό μοιρολόι για το παρελθόν, το προκατασκευασμένο φόβο ή την απελπισία για το μέλλον. Αυτό όμως θα προσπαθήσω να κάνω.

Έτσι με βρήκε ο Ιούνιος να περπατώ σε γνώριμα μέρη από τα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια. Δεκαπέντε τόσα χρόνια πριν είχαμε βαφτίσει την κόρη μας στην εκκλησούλα της Αγίας Παρασκευής. Από τότε μου είχε κάνει εντύπωση η αλλαγή στο παραλιακό δρόμο του χωριού. Βράδυνα το βήμα μου, σκόπιμα, για να απορροφήσω όλες τις αλλαγές. Όπου και αν έστρεφα το βλέμμα μου μπροστά μου ήταν ένας άλλος κόσμος, γεμάτος φωτισμούς, ψηλούς φοίνικες, πολυτελή εστιατόρια με λινά τραπεζομάντηλα, καλυμμένα καθίσματα, διάσπαρτα κεριά αναμμένα και ρομαντικές διακοσμήσεις. Βράδυνα το βηματισμό μου κι άλλο για να δώσω στον εαυτό μου λίγο ακόμα χρόνο, να καταλάβω πώς ένα χωριό, ένας ολόκληρος μικρόκοσμος, αναδιαρθρώθηκε τόσο δραματικά και τόσο ραγδαία για να προσαρμοστεί σε μια συγκεκριμένη τουριστική ζήτηση που πιά δεν υπάρχει. Διότι όλες οι καρέκλες ήταν άδειες, τα κεριά έλιωναν, το χρονικό παράθυρο του ηλιοβασιλέματος έκλεινε χωρίς εισπράξεις.

Παράξενα πράγματα, σκέφτηκα. Από την μια η Ελλάδα της επίμονης άρνησης να αλλάξει, να προσαρμοστεί και από την άλλη η Ελλάδα που υποφέρει τραυματισμένη από υπερβολική ταχύτητα προσαρμογής σε κάτι που έληξε απότομα με φταίξιμο άλλων. Οι πλούσιοι Ρώσοι ήσαν βέβαια μια κάποια λύσις, τώρα όμως –για τους γνωστούς λόγους– απουσιάζουν. Σπάνια μια απουσία γίνεται τόσο έντονη παρουσία…

Τα επιμελώς αναμμένα κεριά, οι προσεκτικά φωτισμένοι φοίνικες και τα ακριβά LED φώτα συνθέτουν ένα σκηνικό επιμελημένο αλλά ταυτόχρονα σουρεαλιστικό, κωμικό (με την κλασσική έννοια) αλλά και με αποχρώσεις τραγικές. Πεδίο πρόσφορο για μια ανάγνωση Καβάφη, Ελύτη ή Σεφέρη. Καθώς τα σκεφτόμουν όλα αυτά η κόρη μου με ρώτησε γιατί συνεχίζω να καθυστερώ περπατώντας όλο και πιο αργά. Η εξήγησή μου σίγουρα δεν την έπεισε, πώς άλλωστε να τα εξηγήσω όλα αυτά σε κάποιον που δεν τα έχει βιώσει ούτε κατά προσέγγιση;

Περάσαμε από την εκκλησία της Αγίας Παρασκευής (ευτυχώς η πόρτα ήταν ανοιχτή) και μετά περπατήσαμε στον λιμενοβραχίονα του μικρού λιμανιού, στο οποίο στην τωρινή του εκδοχή δεσπόζουν τα τουριστικά πλοιάρια που κάνουν καθημερινά δρομολόγια τον Αι Γιώργη, τη Ντία και αλλού. Έχεις προσέξει ότι το «πειρατικό καραβάκι» παίζει απαράλλαχτα την ίδια εκκωφαντική μουσική χρόνια τώρα καθώς πηγαίνει στο εκκλησάκι του ‘Αϊ Γιώργη; - μου λέει η γυναίκα μου. Απαντώ μισοαστεία λέγοντας ότι ο καπετάνιος έχει απλοποιήσει τα πράγματα μια και σπάνια κάποιος επαναλαμβάνει το ίδιο ταξίδι για να ενοχληθεί…

Παλαιότερα ο μόλος ήταν το αποκλειστικό πεδίο των ψαράδων. Άπλωναν τα δίχτυα τους για να τα μπαλώσουν από την ψαριά την προηγούμενης νύχτας, τύλιγαν τα παραγάδια τους, τακτοποιούσαν τα καΐκια τους και τα ετοίμαζαν για την επόμενη έξοδο. Τώρα βλέπει κανείς τουριστικά καραβάκια και πανάκριβα γιοτ.

Σουρούπωσε, τα φώτα άναψαν, παιχνίδιζαν με τα ήρεμα νερά του λιμανιού, η νύχτα ξεδιπλωνόταν μπροστά μας. Ένα καλό που έχει η βόλτα στο μόλο είναι ότι αν σου ξεφύγει κάτι, έχεις άλλη μια ευκαιρία να το ξαναδείς στην επιστροφή. Έτσι είχε πάρει το μάτι μου καθώς πηγαίναμε έναν καλοντυμένο άνδρα να απολαμβάνει μόνος του τα απέναντι φώτα του χωριού καθισμένος σε ένα μεγάλο γιοτ. Περιμένει κάποιον σκέφτηκα. Στο γυρισμό συνέχιζε να είναι καθισμένος στην ίδια θέση. Παράξενο –τόσο μεγάλο γιοτ, σκοτεινό και εκείνος να μένει μόνος– από πρόθεση σίγουρα. Τότε ήταν που αντιλήφθηκα ότι τον γνώριζα. Γνωστός οικογενειακός φίλος, σπουδαίος τουριστικός και ξενοδοχειακός επιχειρηματίας. Είχαμε προσπεράσει πια το γιοτ αλλά οι σκέψεις μου πήγαιναν σε όλο αυτό το σκηνικό που είχα αντικρύσει πριν. Μάκη (ας τον πούμε έτσι) του έλεγα νοητά, κοίτα τι έκτρωμα φτιάξαμε…θα έπρεπε να πάνε φυλακή όσοι τα έκαναν αυτά μαζί κι όλοι εμείς οι υπόλοιποι που τα ανεχτήκαμε, δε νομίζεις; Κάτι μου λέει ότι θα συμφωνούσε και θα επαύξανε. Τώρα όμως είναι αργά Μάκη μου, ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω πια. Η ζημιά έγινε.

Αφήσαμε το λιμάνι πίσω μας, περνώντας από ένα συνονθύλευμα φωτισμένων καταστημάτων με δερμάτινα ρούχα, παπούτσια και τσάντες πολυτελείας, κοσμήματα, τα περισσότερα άδεια. Μέχρι και δύο σχεδόν γειτονικά μαγαζιά είδαμε, με μικρά ψαράκια σε ενυδρεία για ένα γρήγορο και φυσικό καθάρισμα ποδιών. Ήταν τα μόνα μαγαζιά που ήταν γεμάτα…τυχερά τα ψαράκια.

Όταν φτάσαμε στη διασταύρωση του κεντρικού δρόμου, σταμάτησα για να εντυπωθώ όλα αυτά τα νεόδμητα -συχνά διώροφα- καταστήματα, χωρίς να έχει μείνει ίχνος του παλιού χωριού και της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής του. Και εκεί που σκεφτόμουν να κάνουμε μεταβολή για να γυρίσουμε πίσω, πήρε το μάτι μου ένα παλιό καφενείο. Αποφάσισα να κάνω ένα τεστ: είπα στην κόρη μου να μείνει στο ίδιο σημείο κάνοντας ένα κύκλο για να βρει ποιο από όλα τα μαγαζιά που θα έβλεπε έχει μείνει το ίδιο τα τελευταία τριάντα τόσα χρόνια. Της πήρε λίγο χρόνο αλλά το πέτυχε στην δεύτερη περιστροφή.

Πλησιάσαμε την πράσινη τζαμένια πόρτα, μπήκαμε μέσα, άδειο εντελώς το καφενείο, με παλιά φώτα φθορισμού στο ταβάνι και μια τηλεόραση ψηλά στο βάθος. Καθίσαμε. Ο ηλικιωμένος κύριος που έβλεπε τηλεόραση σηκώθηκε, χαμήλωσε την ένταση του ήχου διακριτικά, και ήρθε στο τραπέζι μας να πάρει παραγγελία. Παραγγείλαμε δυο ελληνικούς καφέδες ενώ η κόρη μου και η φίλη της ήθελαν ένα αναψυκτικό. Ο καφετζής δεν είχε και μας πρότεινε να τους ετοιμάσει ένα σαρανταβότανο που του είχαν δώσει από το χωριό για να το πιούν. Ενώ τα ετοίμαζε, το βλέμμα μου περιδιάβαζε τους τοίχους με τη φωτογραφία του Βενιζέλου σε κορνίζα στο κέντρο ψηλά, ένα παμπάλαιο χάρτη της Κρήτης, παλιά χαρτονομίσματα από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και πολλές ασπρόμαυρες φωτογραφίες από κρητικά γλέντια. Τα έδειχνα στα κορίτσια και τη γυναίκα μου προσπαθώντας να τους μεταδώσω την αγάπη και την νοσταλγία για έναν κόσμο που ξεγλιστράει μέσα από τα χέρια μας. Ο συμπαθέστατος καφετζής έπαιρνε ώρα να ετοιμάσει τους καφέδες και τα βραστάρια, έτσι μου δόθηκε χρόνος να τον παρατηρήσω. Τότε ήταν που μου φάνηκε σαν ένας ιερέας στο βωμό του, επιδομένος στα δικά του μυστήρια, όπως και οι ιερείς από τους Μινωϊκούς χρόνους μέχρι σήμερα.

Ήταν πιά αργά. Καληνυχτίσαμε τον κύριο Κώστα αφού είχαμε ενθουσιαστεί με όλα όσα μας έφερε. Παρά την αρχική απογοήτευση, η νύχτα είχε αποκτήσει πρόσημο σαφώς θετικό, είχαμε βιώσει μια μοναδική, πολύτιμη εμπειρία. Τόσο μοναδική που τα κορίτσια μας ζήτησαν εν χορώ να ξαναπάμε! Και ξαναπήγαμε την επομένη, αυτή τη φορά όχι για καφέ αλλά αποκλειστικά για βραστάρια. Είχε έρθει στο τραπέζι μας ο κύριος Κώστας και η γυναίκα του η κυρία Παρασκευή και συζητούσαμε για το παλιό χωριό, την Κρήτη και τη μουσική της παράδοση, όταν ο κύριος Κώστας σηκώνεται, πηγαίνει μέσα, φέρνει το μαντολίνο του και αρχίζει να μας παίζει κρητικούς σκοπούς, κάνοντας μικρά διαλλείματα για να μας διηγηθεί ιστορίες από τον καιρό που έπαιζε στα χωριά με τρανούς λυράρηδες. Τότε πήραν νόημα και οι φωτογραφίες.

Αν υπάρχει μια λέξη για όλο αυτό είναι Μαγεία. Και μόνο γι’ αυτό άξιζε να κάνουμε το ταξίδι στην Κρήτη. Τα αυτοκίνητα και οι τουρίστες περνούσαν βουίζοντας ασταμάτητα έξω από την πόρτα του καφενείου αλλά μέσα ο χρόνος είχε σταματήσει και εμείς βιώναμε μια ανεπανάληπτη ανθρώπινη εμπειρία.

Δεν είναι δύσκολο να βρείτε το καφενείο του κυρίου Κώστα, την πράσινη τζαμένια πόρτα στον κεντρικό δρόμο, στην αρχή σχεδόν της Χερσονήσου. Αν θέλετε να πάρετε και εσείς μια αίσθηση της Ελλάδας που ξεγλιστράει μέσα από τα χέρια όλων μας, επισκεφτείτε το καφενείο του κυρίου Κώστα και της κυρίας Παρασκευής για ένα καφέ ή ένα βραστάρι (το συνιστώ ανεπιφύλακτα).

Επισκεφτείτε τους σύντομα, πριν περάσει και τούτο το πολύτιμο πετράδι στην ιστορία, για να εμφανιστεί στη θέση του ακόμα ένα τουριστικό κατάστημα καθαρισμού ποδιών ανύποπτων τουριστών από ανύποπτα ψαράκια.

* Ο Γιάννης Παπαδάκης κατάγεται από το Ηράκλειο της Κρήτης. Είναι ηλ/γος μηχανικός (PhD), ζει και εργάζεται στις ΗΠΑ.