Της Ευαγγελίας Καρεκλάκη

Να αποδομήσουν την ιστορικότητα αλλά και τον δεσμευτικό χαρακτήρα των αποφάσεων της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου επιχειρούν οι απούσες Εκκλησίες, λίγες μόλις ημέρες μετά τη λήξη των εργασιών στο Κολυμπάρι. Ουσιαστικά είχε προαναγγελθεί από την πλευρά τους ότι δεν πρόκειται να αποδεχθούν τις αποφάσεις της Συνόδου αλλά ούτε και τον χαρακτήρα της ως Πανορθόδοξη.

Πολλές φορές στη διάρκεια της Συνόδου και κυρίως στη λήξη της τονίστηκε από τους παριστάμενους Προκαθήμενους ότι οι αποφάσεις της Συνόδου είναι υποχρεωτικές για όλες τις Εκκλησίες, συμμετέχουσες και μη. «Οι κανονισμοί που διέπουν τη λειτουργία της Συνόδου ψηφίστηκαν από όλες τις Εκκλησίες. Η Συνοδικότητα δεν είναι συνάρτηση αριθμών. Και σε παλαιότερες Οικουμενικές Συνόδους, όταν απουσίαζε μία Εκκλησία, οι αποφάσεις παρέμεναν ισχυρές.

Οι αποφάσεις έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα» απαντούσαν στις επίμονες ερωτήσεις των δημοσιογράφων οι εκπρόσωποι του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Και ο ίδιος ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος στην ομιλία του στην εναρκτήρια συνεδρίαση της Συνόδου ευχήθηκε οι απούσες Εκκλησίες να συνυπογράψουν τις αποφάσεις και να μην επιλέξουν το δρόμο της απομόνωσης. «Δεν πρέπει να συμπεριφερόμαστε-ως ομοσπονδία Εκκλησιών.

Είμαστε μία Εκκλησία και οι διαφορές μας θα πρέπει να επιλύονται μέσα σε μία Σύνοδο».Το στίγμα για τα όσα θα ακολουθούσαν είχε δοθεί με την επιστολή του Προκαθήμενου της Ρωσικής Εκκλησίας στον Οικουμενικό Πατριάρχη μία ημέρα πριν από την έναρξη των επίσημων εργασιών. Ο Πατριάρχης Κύριλλος αποκαλούσε τη Σύνοδο της Κρήτης ως μία συνάντηση προπαρα­σκευαστικών διαδικασιών για τη μελλοντική Πανορθόδοξη. Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η επίσημη τοποθέτηση του Πατριαρχείου Αντιοχείας, το οποίο αμφισβητεί ευθέως το κύρος και τον χαρακτήρα της Συνόδου της Κρήτης.

Αντιοχεία: “Προκαταρκτική συνέλευση”

Με ομόφωνη απόφασή της η Ιερά Σύνοδος αποκαλεί τη Συνάντηση της Κρήτης ως μία «προκαταρκτική συνέλευση της Πανορθόδοξης Συνόδου και υπογραμμίζει: «Επομένως και να θεωρήσουν ότι τα έγγραφα της δεν είναι τελικά αλλά ανοιχτά προς συζήτηση και προς τυχόν τροποποιήσεις όταν συγκληθεί η Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας με την παρουσία και τη συμμετοχή όλων των Ορθοδόξων Αυτοκέφαλων Εκκλησιών. Η Εκκλησία της Αντιοχείας ζητά να μην χαρακτηρίζονται συνοδικές όσες συνελεύσεις τελούνται χωρίς την συμμετοχή όλων των Ορθόδοξων Εκκλησιών και να διαβεβαιώσουν ότι η αρχή της ομοφωνίας εξακολουθεί να είναι ο βασικός κανόνας, ο οποίος διέπει τις διορθόδοξες σχέσεις. «Η Εκκλησία της Αντιοχείας, επομένως, αρνείται την ονομασία της Συνελεύσεως της Κρήτης ως «Μεγάλης και Πανορθοδόξου Συνόδου ή Αγίας και Μεγάλης Συνόδου».Υπογραμμίζεται ακόμα ότι όλες οι αποφάσεις που εκδόθηκαν δεν δεσμεύουν κατά οποιονδήποτε τρόπο το Πατριαρχείο Αντιοχείας. Να σημειωθεί ότι μόλις προχθές το Πατριαρχείο Αντιοχείας ευχαρίστησε δημόσια το Πατριαρχείο Μόσχας για τη στήριξη που παρέχει η Ρωσία σε ανθρωπιστικό και οικονομικό επίπεδο στη Συρία αλλά και για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στην περιοχή. Αυτό καταδεικνύει τις στενές σχέσεις που έχουν δημιουργηθεί ανάμεσα στις δύο Εκκλησίες και τον νέο χάρτη συμμαχιών στην Ορθοδοξία.

Βολές και από τη Ρωσία

Μέσα στον Ιούλιο οπότε και θα συνεδριάσει η Αγία και Ιερά Σύνοδος, αναμένεται να έχουμε και τις επίσημες θέσεις της Ρωσικής Εκκλησίας για τη Σύνοδο της Κρήτης, οι οποίες-όπως όλα δείχνουν, θα κινούνται στο πλαίσιο αμφισβήτησης που ήδη έχει προαναγγελθεί.

Οι πρώτες βολές για τη Σύνοδο της Κρήτης έχουν διατυπωθεί από εκκλησιαστικούς αξιωματούχους της Εκκλησίας της Ρωσίας, αρχής γενομένης για το θέμα της ομοφωνίας των αποφάσεων που ελήφθησαν στη Σύνοδο. Εκπρόσωπος του Οικουμενικού Πατριαρχείου είχε δηλώσει ότι δεν τίθενται υπό αμφισβήτηση, ακόμα και με την απουσία των τεσσάρων Εκκλησιών, από τη στιγμή που έχουμε δημοκρατία και ότι είναι υποχρεωτικές για όλους. Από τη Ρωσική Εκκλησία επισημαίνεται ως απάντηση ότι η δημοκρατία είναι κανόνας των ανθρώπων και ότι η Εκκλησία έχει εντελώς διαφορετικούς μηχανισμούς λήψεων αποφάσεων.

Θύελλα αντιδράσεων όμως έχει προκαλέσει στους κόλπους της Ρωσικής Εκκλησίας και η επιχειρούμενη καθιέρωση διεξαγωγής της Πανορθόδοξης Συνόδου περίπου ανά δεκαετία. Θεωρούν ότι με αυτόν τον τρόπο υπονομεύεται η Αυτοκεφαλία των τοπικών Ορθόδοξων Εκκλησιών και είναι κάτι που δεν πρόκειται να αποδεχθούν.