
Στα τέλη Μαίου του έτους 1866 (παλαιό ημερολόγιο) έγινε μια μάχη στη θέση Κοτρύπη, που βρίσκεται στο ενδιάμεσο των χωριών Μεσοχωριού και Αχεντριά, μεταξύ των Χριστιανών κατοίκων του Αχεντριά και Τούρκων της περιοχής.
Στη μάχη αυτή σκοτώθηκαν Τούρκοι (άγνωστος αριθμός) και από τη μεριά των Χριστιανών, επειδή βοηθούσε και η διαμόρφωση του εδάφους, υπήρξαν μόνο μερικοί τραυματισμοί.
Οι Τούρκοι λοιπόν υπεχώρησαν και αφού ενισχύθηκαν και από άλλους Τούρκους της περιοχής, πήγαν στον Αχεντριά μια Κυριακή πρωί που οι Χριστιανοί βρισκόταν στην εκκλησία του Αγίου Ιωάννη (Νεκροταφείο) και αφού έζωσαν το χωριό, συνέλαβαν τους άνδρες πάνω από 16-18 χρόνων και τους εφόνευσαν επί τόπου. Μόλις πληροφορήθηκαν οι εκκλησιαζόμενοι Χριστιανοί την άφιξη των Τούρκων, ο παπά - Γιάννης διέκοψε τη λειτουργία και προσπάθησε να κρυφτεί μαζί με τους εκκλησιαζόμενους χριστιανούς στους γύρω λόφους στους οποίους υπήρχαν και αρκετά δέντρα και αμπέλια.
Οι Τούρκοι όμως αφού ολοκλήρωσαν το έργο τους στο χωριό, έκαναν έρευνα και στις γύρω περιοχές και βρήκαν τον παπά Γιάννη να κρύβεται στο αμπέλι του στο λόφο που βρίσκεται πίσω από την εκκλησία του Αγίου Ιωάννη. Εκεί λοιπόν οι Τούρκοι τον σκότωσαν επί τόπου και επειδή δεν μπορούσαν οι γυναίκες του χωριού, να τον μεταφέρουν στο Νεκροταφείο και να τον θάψουν, τον έθαψαν εκεί επί τόπου και η περιοχή αυτή έκτοτε ονομάζεται περιοχή “παπά-Γιάννης”.
Οι Τούρκοι συνέχισαν την έρευνα και στη θέση Αρτικοκέφαλα (λόφος νοτιανατολικά του χωριού), πήγαν τρεις Τούρκοι ο Αλής, ο Μουσταφάς και ο Ρετζέτης και βρήκαν την οικογένεια ενός Χριστιανού που λεγόταν Κουρνός (Τριβυζαδάκης), τη γυναίκα του και τα δυο παιδιά του το γιο του Γιάννη και την κόρη του Ρωξάνη. Μόλις λοιπόν επλησίασαν οι Τούρκοι την οικογένεια των χριστιανών, έκοψε ο Κουρνός με το δρεπάνι που κρατούσε το κεφάλι του Τούρκου Ρετζέτη, οι άλλοι δυο Τούρκοι όμως έσφαξαν τον Κουρνό, τη γυναίκα του και το γιο του Γιάννη, ενώ την κόρη του Ρωξάνη η οποία ήταν και πολύ όμορφη κοπέλα, την πήραν μαζί τους. Όταν όμως πέρασαν από το χωριό, η κοπέλα βρήκε την ευκαιρία και ανακατεύθηκε με τις άλλες γυναίκες του Χωριού οι οποίες θρηνούσαν τους νεκρούς τους και έτσι γλύτωσε από τα χέρια των Τούρκων. Οι σφαγιασθέντες χριστιανοί ήταν συνολικά τριάντα επτά (37). Μετά την αποχώρηση των Τούρκων η Ρωξάνη πήγε και έθαψε τους δικούς της, αλλά επειδή φοβήθηκε μήπως οι Τούρκοι την αναζητήσουν, έβγαλε τα ρούχα του αδελφού της Γιάννη, τα φόρεσε και πήγε στο μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου, που βρισκόταν σε απόσταση περίπου δύο χιλιομέτρων από το χωριό Αχεντριά, μέσα σε μια ρεματιά. Είπε λοιπόν η ντυμένη ως αγόρι κοπέλα, στον Ηγούμενο της Μονής ότι σκότωσαν οι Τούρκοι τους δικούς της και να το (την) κρατήσουν να κάνει κάποιες δουλειές στο μοναστήρι. Πράγματι η ηγουμένη κράτησε το καλογεράκι στο μοναστήρι και τον ερχόμενο χειμώνα έστειλαν το καλογεράκι σε ένα νερόμυλο της περιοχής να αλέσει το άλεσμα. Στον νερόμυλο αυτό μυλωνού ήταν μια Τουρκάλα που λεγόταν Μουσταγά, αλλά επειδή το καλογεράκι (κοπέλα) ήταν πολύ όμορφο η Τουρκάλα μυλωνού του επιτέθηκε με ανήθικες προθέσεις, το καλογεράκι όμως όπως ήταν φυσικό (κοπέλα γαρ) δεν ενέδωσε, αλλά η Τουρκάλα Μυλωνού όμως κατήγγειλε στους Τούρκους της περιοχής ακριβώς το αντίθετο, οπότε παίρνουν οι Τούρκοι την μυλωνού Τουρκάλα και πάνε στη μονή του Αγίου Δημητρίου, για να βρούνε το καλογεράκι. Όταν έφτασαν οι Τούρκοι στη μονή του Αγίου Δημητρίου μάζεψαν όλους τους καλογέρους, για να αναγνωρίσει η μυλωνού το καλογεράκι, το οποίο όμως τη στιγμή εκείνη απούσιαζε στα ζώα, αλλά κάποια στιγμή φτάνει και λέει η Τουρκάλα, να αυτός είναι. Και τότε αποκάλυψε το καλογεράκι, ότι είναι κοπέλα, οπότε οι Τούρκοι αναχώρησαν χωρίς ευτυχώς να κάνουν τίποτε.
Επειδή όμως είχαν προηγηθεί τα γεγονότα του Αχεντριά οι καλογέροι φοβήθηκαν και αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη Μονή. Μάζεψαν λοιπόν όλα ό,τι είχαν και έφυγαν νύχτα και για να μην κάνουν θόρυβο τα ζώα τους, τους έβαλαν πανιά στα πόδια. Πήγαιναν λοιπόν δυτικά και ξημερώθηκαν σε μια εκκλησία που βρίσκεται στα Αστερούσια και επειδή πέζεψαν και ξεφόρτωσαν την πραμάτια τους, ονόμασαν και το μοναστήρι που δημιούργησαν Μονή Απεζάνες, του οποίου οι πρώτοι καλογέροι ήταν αυτοί του Αγίου Δημητρίου Αχεντριά.
Σημ.: Τα γεγονότα αυτά τα έμαθα από τους γονείς μου, οι οποίοι τα γνώριζαν από τους γονείς τους, οι οποίοι τα έζησαν ως μικρά παιδιά.
*Ο Γιάννης Ξηρουχάκης είναι πρώην δ/ντής ΕΛΤΑ

