
Μία απολαυστική κομεντί, ιδανική για καλοκαιρινή κινηματογραφική έξοδο.
FLORENCE: ΦΑΛΤΣΟ ΣΟΠΡΑΝΟ
FLORENCE FOSTER JENKINS
Σκην.: Στίβεν Φρίαρς
Πρωτ.: Μέριλ Στριπ, Χιου Γκραντ, Σάιμον Χέλμπεργκ, Νίνα Αριάντα, Ρεμπέκα Φέργκιουσον
Στις Η.Π.Α. του 1944, η Φλόρενς Φόστερ Τζένκινς είναι μια ηλικιωμένη πλούσια κληρονόμος με πάθος για τη μουσική, την οποία υποστηρίζει με τις γενναιόδωρες χορηγίες της. Παρότι όμως της αρέσει να τραγουδάει κι η ίδια, κανείς δεν τολμάει να της πει την απογοητευτική αλήθεια για τις πολύ κακές επιδόσεις της.
Μουσική βιογραφική κομεντί που αποτελεί την επώνυμη αλλά δεύτερη κινηματογραφική μεταφορά της αληθινής ιστορίας της Τζένκινς, μετά την ανεπίσημη κι εξαιρετική «Μαργκερίτ» («Marguerite», Ξαβιέ Τζιανολί, 2015) με πρωταγωνίστρια την Κατρίν Φρο.
Ο Φρίαρς υιοθετεί μια περισσότερο ευδιάθετη, κωμική προσέγγιση απ’ ό,τι ο Τζιανολί, στην οποία συντελούν η φωτεινή, πεντακάθαρη φωτογραφία του Ντάνι Κόεν, ο πανέμορφος σχεδιασμός παραγωγής που εξασφαλίζει ο Άλαν ΜακΝτόναλντ και τα κοστούμια της Κονσολάτα Μπόιλ. Το αποτέλεσμα είναι πολύ διασκεδαστικό, επειδή ο σκηνοθέτης προσέχει να ισορροπήσει τον τόνο του σεναρίου, ώστε να σεβαστεί την ηρωίδα του μέσα στη ζωογόνα, αλλόκοτη και συγχρόνως ταπεινωτική ψευδαίσθηση που ζει, όχι ως μια φαντασμένη πλούσια, αλλά ως μια γυναίκα που απλώς κάνει αυτό που αγαπάει περισσότερο στη ζωή, με την υψηλή κοινωνική της θέση να την εμποδίζει απ’ το ν’ ακούσει μια καλόπιστη κριτική.
Κυρίως βέβαια, η ταινία ζωντανεύει χάρη στην ερμηνεία της Στριπ, που γι’ ακόμη μια φορά ‘χάνεται’ μέσα στον ρόλο της, τον οποίο χτίζει με κάθε πόρο του σώματός της. Το υπόλοιπο καστ είναι ιδανικά επιλεγμένο, με τον Γκραντ αβίαστα κομψό, ευγενή, συγχρόνως τρυφερό και τυχοδιωκτικό, και την πανέμορφη Φέργκιουσον μάλλον αναξιοποίητη, τη στιγμή που ο Χέλμπεργκ ως δάσκαλος Κόσμε φτιάχνει έναν από τους πιο απολαυστικά ιδιόρρυθμους χαρακτήρες που έχουμε δει τα τελευταία χρόνια κι η Αριάντα κλέβει σκηνές ως η κοκότα του πλούσιου αστοιχείωτου φιλότεχνου.
ΚΕΝΤΡΟ ΕΥΦΥΙΑΣ
CENTRAL INTELLIGENCE
Σκην.: Ρώσον Μάρσαλ Θέρμπερ
Πρωτ.: Ντουέιν Τζόνσον, Κέβιν Χαρτ, Άαρον Πωλ, Έιμι Ράιαν
Είκοσι χρόνια μετά την αποφοίτησή τους από το λύκειο, ο Κάλβιν κι ο Μπομπ ξανασυναντιούνται, καθώς ο δεύτερος ζητάει από τον πρώτο να τον βοηθήσει σε μια υπόθεση της CIA, για την οποία εργάζεται.
Κωμωδία δράσης, που αποτελεί την τέταρτη μεγάλου μήκους ταινία του Θέρμπερ, στη φιλμογραφία του οποίου περιλαμβάνονται δύο από τις πιο διασκεδαστικές προσθήκες της σύγχρονης παραγωγής του είδους, τα «Dodgeball» (2004) και «Οικογένεια Μίλερ» («We’re the Millers», 2013). Έτσι, διαθέτοντας έναν σκηνοθέτη με πολλά υποσχόμενη εμπειρία και δύο πρωταγωνιστές κορυφαίους στο είδος τους, που μαζί συνθέτουν ένα επίσης ιδανικά αταίριαστο δίδυμο, το εγχείρημα αρχικά μοιάζει άτρωτο, αλλά τελικά δεν προσφέρει την αφθονία ξεκαρδιστικών στιγμών για την οποία προδιαθέτουν οι προδιαγραφές του, ενώ σε σημεία το σενάριο ξεπέφτει σε επιπολαιότητες (π.χ. ο Κάλβιν δεν έχει κανέναν λόγο να εμπιστευτεί για δεύτερη φορά τον Μπομπ). Ωστόσο, ο σεβασμός που δείχνει το σενάριο στους χαρακτήρες και στα θέματά του, παρέχοντάς τους τον απαιτούμενο χρόνο ν’ αναπτυχθούν επαρκώς, το πηγαίο ταλέντο των συντελεστών κι η γρήγορη, γεμάτη πλοκή, συνθέτουν ένα ευχάριστο κι ανέμελο θέαμα.

