Γράφει ο HOMO  SAPIENS

Μα τι άρωμα είν’ αυτό που εκπέμπει η ψυχή των Κρητικών όταν βρίσκονται μακριά από το νησί τους και τους κάνει όλους μια αγκαλιά και τι στο καλό παθαίνουν όταν βρίσκονται στον τόπο τους και δύσκολα μονοιάζουν;

Δεν είμαι ψυχίατρος ούτε ψυχολόγος ούτε ψυχαναλυτής, μα και να ήμουν, δύσκολα θα μπορούσα να εξηγήσω γιατί όπου κα να βρεθούμε εκτός Κρήτης, νοιώθουμε κάτι παραπάνω από αδέλφια, άσχετα αν ο ένας είναι από τη Σητεία και ο άλλος από την Κίσσαμο! Νάναι ο κοινός αγώνας ενάντια στον κάθε κατακτητή στις περασμένες γενεές των γενεών; Νάναι η κοινή προσπάθεια επιβίωσης επάνω στην πέτρα;

Θυμάμαι που νεοσύλλεκτοι στην Κόρινθο μαζευόμαστε όλοι σε κάθε ανάπαυλα, σε συγκεκριμένο σημείο του στρατοπέδου, καμιά πενηνταριά άτομα και νιώθαμε απέραντη αγαλλίαση που είμαστε ο ένας δίπλα στον άλλο. Πότε – πότε περνούσε από δίπλα μας κάποιος αξιωματικός και μας ρώταγε γιατί έχουμε μαζευτεί εκεί και με μια φωνή του απαντούσαμε: «Είμαστε από την Κρήτη κυρ Λοχαγέ!». Και επειδή είσαστε από την Κρήτη; Πού να καταλάβει αυτός το σφιχταγκάλιασμα της ψυχής μας!

Έφεδρος αξιωματικός λοιπόν, υπεύθυνος κάποτε για ένα μεγάλο τμήμα της ελληνοαλβανικής μεθορίου κάπου στην Καστοριά και κάθε στιγμή μια μαντινάδα μάτωνε την ψυχή μου:

Μάνα μη στέλνεις γράμματα γιατί δεν τα λαβαίνω.

Στης Αλεβίτσας την κορφή μ’ έχουνε ξορισμένο!

Εκεί σ’ ένα καφενείο της Διποταμίας, ενός μικρού χωριού 500 μέτρα από τα σύνορα, ένα βράδυ, να ένα καινούριο πρόσωπο κάπως ανήσυχο και προβληματισμένο. Ήταν ο νεοδιορισμένος δάσκαλος του χωριού που μόλις είχε έρθει με το εβδομαδιαίο λεωφορείο να αναλάβει υπηρεσία στο πρώτο σχολείο της καριέρας του. Τον καλέσαμε στην παρέα μας και από το πρώτο «και» που είπε, κατάλαβα πως ήταν Κρητικός, δηλαδή αδελφός μου και μάλιστα σχεδόν συντοπίτης μου. Ήρθε από ένα κεφαλοχώρι της επαρχίας Πεδιάδος. Αναπόφευκτη λοιπόν η περαιτέρω φιλία μας που ύστερα από κάπου 45 χρόνια έληξε άδοξα μόλις πριν λίγες ημέρες. Επειδή εγώ γνώριζα πρόσωπα και πράγματα ανέλαβα να τον ενημερώσω. Του είπα ότι το χωριό κατοικείται αποκλειστικά από ξεριζωμένους Πόντιους, δηλαδή εξαδέλφια μας.

Του υποσχέθηκα πως αύριο κιόλας θα τον φέρω σε επαφή με τον κουβέρνο του χωριού, όσο για εκείνο το βράδυ θα τον φιλέψουμε στο συνοριακό φυλάκιο όπου περισσεύουν οι χώροι και τα κρεβάτια. Φορτώσαμε την «οικοσκευή» του στο στρατιωτικό αυτοκίνητο δηλαδή μια παλιά βαλίτσα και ένα μικρό τσουβάλι που ήταν σχεδόν ασήκωτο και φύγαμε για το φυλάκιο εκφράζοντας του την απογοήτευσή μας που δεν στείλανε στο χωριό δασκάλα αντί για δάσκαλο...

Άριστος μάγειρας ο Μιχάλης, δεν έχανε ευκαιρία να με καλεί στο μικρό σπιτάκι που του βρήκαμε και να προσπαθεί να με φιλέψει με ένα σωρό μαγεροψήματα που περιείχε το μικρό τσουβάλι, γι’ αυτό ήταν ασήκωτο, ακόμα και ξεματισμένα από τη μάνα του προφανώς κουκιά, ακόμα και χοχλιούς που τους έφτιαχνε μπουμπουριστούς, όμως την απόλυτη επαφή με τη μάνα Κρήτη μάς την έδινε το άρωμα της ρακής που ο συνειρμός της γεύσης της μας έφερνε νοερά σε κάποια ψηλή κορφή ή κάποιο ρακοκάζανο και την πίναμε λίγη – λίγη με ύψιστη ευλάβεια μη τυχόν και τελειώσει.

Πέρασαν έτσι σχεδόν τρεις μήνες, κόντευαν Χριστούγεννα και μια μέρα του εξέφρασα τη ζήλεια μου που λόγω των διακοπών θα βρεθεί στα άγια χώματα, θα πιει ανεξέλεγκτα ρακή και θα ψήσει λουκάνικα και χοιρομέρι στα κάρβουνα. Ο Μιχάλης χαμήλωσε τα μάτια και σχεδόν ψιθυριστά και ντροπαλά μου απάντησε: - Δεν θα κατέβω Γιώργο για διακοπές στην Κρήτη. Είναι πολύ μακριά, είναι πολλά τα έξοδα και δεν σου κρύβω πως ακόμα δεν έχω αγοράσει δεύτερο ζευγάρι παπούτσια. Προχτές με τη βροχή στέγνωνα όλη την νύκτα το μοναδικό ζευγάρι για να το ξαναφορέσω το πρωί!

Δεν κατέβηκε λοιπόν ο Μιχάλης στην Κρήτη, έμεινε εκεί και όπως μου έλεγε είχε βάλει μπροστά του όλα όσα από τα βιβλία του Καζαντζάκη δεν είχε διαβάσει μέχρι τότε αξιοποιώντας έτσι με τον καλύτερο τρόπο τις διακοπές του…

Από την Καστοριά έφυγα πρώτα εγώ, όχι όμως για την Κρήτη, αλλά για την Αθήνα όπου έμενε η οικογένειά μου. Ο Μιχάλης έμεινε κάπου πέντε χρόνια εκεί, μάζεψε αρκετά μόρια και κάποτε πήρε μετάθεση για το σχολείο του χωριού του όπου επέστρεψε έχοντας μαζί του σίγουρα και δεύτερο ζευγάρι παπούτσια…

Στην Κρήτη όμως ξαναβρέθηκα και εγώ. Αγανακτισμένος από απίστευτες συμπεριφορές κάποιων ανθρώπων, ήρθα και τα έβαλα με ένα βουνό και μούγκριζα και δούλευα χωρίς να καταλαβαίνω τι σημαίνει κούραση, πείνα και δίψα. Εργασιοθεραπεία στον υπέρτατο βαθμό. Όμως τα ίδια και ο Μιχάλης. Παντρεύτηκε μια κοπελιά από το χωριό του, απέκτησε ένα γιο και μια κόρη και μπολιασμένος και αυτός από τη λαχτάρα της προκοπής, αφιέρωνε όλο τον ελεύθερο χρόνο του για να αναστήσει δυο αγροτικές περιουσίες που ο πατέρας του, αλλά και ο πεθερός του είχαν εγκαταλείψει λόγω ηλικίας, αποκτώντας έτσι ένα αρκετά καλό δεύτερο εισόδημα.

Σε κάθε ευκαιρία συναντιόμαστε στο Ηράκλειο, αλλά και στο χωριό του και κάθε φορά μου εξέφραζε το μαράζι του για το ότι ο γιος του που είχε περάσει πια τα 35, απόφοιτος κάποιας τεχνικής σχολής, δεν είχε ακόμα δουλέψει πουθενά. Κάθε φορά ένιωθα την ανάγκη να τον ρωτήσω γιατί δεν τον παίρνει μαζί του στις αγροτικές δουλειές, σ’ αυτή την κανακεμένη περιουσία που είχε φτιάξει και για να μαθαίνει, αλλά και για να έχει και ο ίδιος μια βοήθεια, όμως κάθε φορά προλάβαινα τα χείλη μου πριν ανοίξουν και πουν αυτό που ήθελα να φωνάξω.

Μια μέρα συνάντησα τον Μιχάλη στο Ηράκλειο. Από μακριά με ενημέρωσε πασίχαρος πως έχει ευχάριστα νέα: Ο γιος του διορίστηκε στο Δήμο του χωριού του. Την άλλη βδομάδα πιάνει δουλειά. – Επί τέλους βρε Γιώργο. Θα βρει και αυτός το δρόμο του και θα ανακουφιστώ και εγώ που τον έχω στο κεφάλι μου τόσα χρόνια και ακόμα θα μαζευτεί από το Ηράκλειο όπου ενοικιάζει και μένει άνεργος τόσα χρόνια δημιουργώντας μου ένα σωρό έξοδα.

Προχθές ξανασυνάντησα τον Μιχάλη. Τον βρήκα κατσουφιασμένο και περίλυπο. Ξέρεις, μου είπε, πήγε ο γιος μου στο Δήμο, αλλά σε τρεις ημέρες τα παράτησε. Του ήταν δύσκολο να πηγαινοέρχεται από το Ηράκλειο. Εδώ που τα λέμε βρε Γιώργο έχει δίκιο. Σαράντα χιλιόμετρα δεν είναι λίγα! Τον άκουγα εμβρόντητος και αποσβολωμένος να προσπαθεί απεγνωσμένα να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα.

Πώς θα μπορούσε βέβαια ο γιος του να αλλάξει άρδην τρόπο ζωής, να είναι συνεπής στο ωράριό του που από τις επτά το πρωί θα έπρεπε να φεύγει από το Ηράκλειο αφού εκείνη την ώρα δεν έχει γυρίσει ακόμα από τις καφετέριες και τα μπαρ; Αδιανόητο και ακόμα πιο αδιανόητο να μετοικήσει στο κεφαλοχώρι των γονιών του! Και τα ξενύχτια και οι παρέες και οι γκόμενες τι θα γίνουν;

Έκανα μεγάλη προσπάθεια να διατηρήσω την ψυχραιμία μου και βρήκα το κουράγιο να του πω εντελώς ήρεμα: Μα σαν να μου φαίνεται μωρέ Μιχάλη πως η Διποταμία της Καστοριάς είναι κάπως πιο μακριά από το Ηράκλειο από όσο πέφτει το χωριό σου! Και από ότι θυμάμαι, εκεί δεν είχες εσύ ούτε μάνα, ούτε πατέρα, ούτε πατρικό σπίτι, ούτε στον ήλιο μοίρα! Γύρισα την πλάτη και έφυγα χωρίς να τον αποχαιρετήσω. Ποιον να αποχαιρετούσα; Έναν άγνωστο; Ο άνθρωπος που είχα τώρα μπροστά μου δεν είχε καμία σχέση με εκείνο το παλληκάρι που κάποτε είχα γνωρίσει στα Ελληνοαλβανικά σύνορα που ήταν γεμάτο από δύναμη και λαχτάρα να γαντζωθεί στη ζωή χωρίς να γίνει κανενός βάρος.

Με πόνο ψυχής διαπίστωσα πως είχε μεταμορφωθεί σε ένα άβουλο ανθρωπάκο χωρίς δύναμη και διάθεση ν’ αντισταθεί και ακόμα το χειρότερο, είχε γίνει ένας οικτρός υποστηριχτής μιας καταστροφικής σύγχρονης νοοτροπίας που ευνουχίζει τη νέα γενιά και την καθιστά ανίκανη παντελώς να αντιμετωπίσει έστω και την παραμικρή αντιξοότητα. Απομακρύνθηκα μονολογώντας δυνατά σαν τρελός: Μα τόση μετάλλαξη, τόση αντίφαση, τόση αλλαγή από τη μια γενιά στην άλλη;

Τελικά πού οδηγούμε τα παιδιά μας; Μήπως στον καταμερισμό της ευθύνης και της ενοχής που αναμφισβήτητα υπάρχει γι’ αυτή την τραγικά χωρίς μέλλον πορεία τους η ζυγαριά γέρνει κατά πολύ στην παλιά γενιά που ενώ υπέφερε τα πάνδεινα το παίζει γαλαντόμος και άνετη απέναντι στους νέους οδηγώντας τους σε ένα τραγικό αδιέξοδο;