Του Μανόλη Σπανάκη*

Αρχές του περασμένου αιώνα έγινε η πρώτη οργανωμένη μεταναστευτική κίνηση των Ελλήνων στην Αμερική. Πολλοί Έλληνες παρασυρμένοι από τον αμερικάνικο μύθο για καλύτερη ζωή και συσσώρευση πλούτου έδωσαν των αμμαθιών τους και έφυγαν στο άγνωστο.

Πολλοί όντως με τη δουλειά τους τη σκληρή και το κουμάντο τους ορθοπόδησαν και άλλοι παρέμειναν εκεί, άλλοι γύρισαν πίσω. Ένας απ’ αυτούς με θεμιτά και αθέμιτα μέσα κατάφερε να κάνει μια σεβαστή περιουσία, αλλά τον έτρωγε το σαράκι του νόστου, του γυρισμού στην πατρίδα.

Αφού το συνειδητοποίησε, ρευστοποιεί την περιουσία του, την κινητή και ακίνητη σε χρυσές λίρες, γεμίζει ένα σακούλι, το κρεμά στο λαιμό του και να τονε μέσα στο πρώτο υπερωκεάνιο της εποχής, κορδωτός και τρισευτυχισμένος να απολαμβάνει το ταξίδι του γυρισμού.

Για κακή του τύχη όμως, ο καπετάνιος είχε μια μαϊμού, που εκτός από διασκεδαστής, μιμούμενος τους ανθρώπους (... πώς κοιμάται ο γέρος με τη γριά του ... πώς πάει ραντεβού ο νεαρός με την κοπελιά αγκαλιά κ.λπ) ήταν πανέξυπνη και παμπόνηρη. Εκεί λοιπόν που απολάμβανε το ταξίδι του, μεθυσμένος από ευτυχία, ξαπλωμένος σε μια πολυθρόνα αποκοιμήθηκε. Περνώντας η μαϊμού από κει της κίνησε την περιέργεια το σακούλι που είχε κρεμάσει στο λαιμό του και σιγά- σιγά το παίρνει, ανεβαίνει στο κατάρτι του πλοίου, το ανοίγει και έπιανε μία μία τις λίρες, τις κοίταζε και από τις δύο όψεις και άλλη έρριχνε στη θάλασσα, άλλη γύριζε πίσω στο σακούλι.

Μια στιγμή ξυπνά ο θείος με την πορτοφόλα και έντρομος διαπιστώνει ότι του λείπει το σακούλι.

Ουρλιάζει, φωνάζει, κλαίει, παρακαλεί, απειλεί, αφού είδε τη μαϊμού να πετά τις λίρες στη θάλασσα. Έρχεται ο καπετάνιος, προσπαθεί να τον ηρεμήσει λέγοντάς του: Μη στενοχωριέσαι, θα πετάξει η μαϊμού στη θάλασσα μόνο τις λίρες που είχες κάνει με κλοπές και απάτες, όλες τις άλλες θα σου τις γυρίσει πίσω. Σκληρά τα λόγια και η προσπάθεια του καπετάνιου να τονε συνειφέρει και να δικαιολογήσει τη μαϊμού. Όλα τα χρόνια, όλα τα λογάριαζε λεπτομερώς, αλλά δε σκέφτηκε ποτέ τη θεία δίκη.

Κάθε λίρα που πετούσε η μαϊμού, ήταν και ένας χρόνος από τη ζωή του. Πικρή αλλά αναπόφευκτη η στιγμή του λογαριασμού που σου κάνουν στο τέλος. Έτσι η ζωή που ονειρεύτηκε έγινε από τη μια στιγμή στην άλλη «όνειρο απατηλό» που λέει ο μεγάλος Κόκοτας.

Και σκέφτομαι εγώ, δε γίνεται να παραδειγματιστούμε από τη μαϊμού, άσχετα αν είναι ζώο, να διασκορπίσομε σ’ όλη την Ελλάδα κάμποσες μαϊμούδες να ξεκρεμάσουν τα σακούλια από όλους τους κλέφτες και τους μπαταξήδες και να μην πετούν τις κλεμμένες λίρες στη θάλασσα, αλλά στο σακούλι του κράτους, που θα ‘χει πάτο και μάλιστα διπλό. Μόνο και μόνο τότε, με μια δίκαιη και υγιή δημόσια διοίκηση θα δεις την Ελλαδίτσα σαν παράδεισο επί της Γης. «Θέλω άρα μπορώ».

Ουφ ... δεν θέλω να ανησυχήσω κανένα, μια φανταστική, ψεύτικη ιστορία διηγήθηκα.

* Ο Μανόλης Σπανάκης είναι συν/χος καθηγητής