Toυ Μύρωνα Μιγάδη*

Η προχθεσινή απρόσμενη βροχή κι ο συννεφιασμένος ανοιξιάτικος ουρανός χάλασαν για λίγο το κέφι των κακομαθημένων Καστρινών, μια που τα τελευταία χρόνια από τον Μάρτη αρχίζει το καλοκαίρι για μας.

Σήμερα, γιορτή της Ανάληψης, συντροφιά με τον Αλέξανδρο, (που σκόπιμα δεν πήγε σχολείο) βρεθήκαμε το πρωί παρέα στον κόλπο του Δερματά ή ΚΟΥΝ - ΚΑΠΙ για τους παλιούς. Ο Μαΐστρος με τον Αλέξανδρο, το μουρμούρισμα της θάλασσας κρατούσαν συντροφιά στους συλλογισμούς μου. Χωμένος σ’ ένα απάνεμο βράχιο πλάι στο κύμα, που τον χάιδευε ηδονικά, εγώ ταξίδευα ακόμα μια φορά σε χρόνια περασμένα σε ετούτη την θαλασσινή γωνιά, που έκανα δειλά, δειλά τα πρώτα μου θαλασσινά βήματα στην αγκαλιά της αθεράπευτα μεγάλης μου Αγαπημένης.

Με κλειστά τα μάτια, γυρίζω χρόνια πολλά πίσω, ο θόρυβος των μηχανών της Ηλεκτρικής μου χάιδευε την ακοή κι εγώ για σιγουριά κρατώ το χέρι της Μαρίτσας, ένα από τα σπάνια δειλινά για μια απογευματινή βόλτα, από την Αγία Τριάδα έως την Ηλεκτρική. Θυμάμαι ακόμη την ασκητική μορφή του Μαστρο - Χαράλαμπου, γείτονα στο σπίτι μας, αλλά εργαζόταν εδώ, που κάποιες φορές, όταν οι περιστάσεις το επέτρεπαν, μας άφηνε να μπούμε και να δούμε από κοντά για λίγο βέβαια, τα τότε μεγαθήρια που έκαναν θόρυβο - δουλεύοντας και τρομερή ζέστη, για να δώσουν φως στα σπίτια όσων είχαν τη δυνατότητα να το αγοράσουν...

Ανατολικά του εργοστασίου το ταβερνάκι του κυρ Αλέκου, πνιγμένο στο πράσινο (ήταν ο παππούς του φίλου Δημοσιογράφου κ. Ανδρικάκη). Εκεί έβρισκαν τα καλοκαίρια οι μεγάλοι ψαράκι, αχινούς, αυτοί ήταν οι μεζέδες συνήθως για ένα λιτό ουζάκι. Κάποιες βραδιές εδώ, ο Καραγκιοζοπαίχτης Παπανικολάου, έκανε παραστάσεις και πηγαίναμε κι εμείς οι μικροί να δούμε τον Καραγκιόζη.

Δυτικά ο Στρούμπουλας βιγλάτορας του Μεγάλου Κάστρου και βορειοανατολικά η νήσος Δία ή Ντία Ακρόπλωρο στο περήφανο Σκαρί της Κρήτης μας, αιώνες να χαίρεται φιλάρεσκα τα καπρίτσια της θάλασσας.

Σαν σήμερα γιορτάζει εκεί το μικρό εκκλησάκι, η Ανάληψη, χριστιανικός φάρος για τους θαλασσινούς και σίγουρο αραξοβόλι σαν είναι θυμωμένη η Κίρκη.

Θυμάμαι σαν σήμερα τότε, σαν έγερνε η μέρα, συντροφιές συντροφιές κατέβαιναν οι άνθρωποι όλοι στη θάλασσα για να πιάσουν, τη μαλλιαρή όπως έλεγαν: Αυτή ήταν μια πέτρα που επάνω της είχαν φυτρώσει φύκια (μαλλιά) και πίστευαν ότι έδιωχνε τα παράσιτα από τα σπίτια κι ακόμη ότι έφερνε γούρι, γι αυτό την έβαζαν κάτω από τα κρεββάτια τους.

Η κάθε συντροφιά έστρωνε μια πολύχρωμη κουβέρτα υφαντή και μετά από λίγο τα βράχια έμοιαζαν με ένα πελώριο μαγιάτικο στεφάνι.

Τα παιδιά τα πιο πολλά έκαναν το πρώτο τους μπάνιο, άλλα πέφτοντας κατά λάθος στην προσπάθεια να πιάσουν τη μαλλιαρή και άλλα ηθελημένα. Το μουρμούρισμα της θάλασσας και τα τραγούδια που συνόδευαν το φαγοπότι έμοιαζαν με θεϊκούς ύμνους και κράταγαν έως πολύ αργά, αν μάλιστα η βραδιά ήταν φεγγαρόλουστη, έφθαναν πιο γρήγορα μέχρι το Θεό της θάλασσας, τον Ποσειδώνα.

Κάποια στιγμή ο Αλέξανδρος σταμάτησε τους συλλογισμούς μου.

Στο πλάι μου και ακούμπησε όσο εγώ ταξίδευα στα περασμένα, ό,τι βρήκε και μάζεψε: κοχύλια, μια παιδική κουκλίτσα που άφησε το κύμα κάποια φορά, κι η φωνούλα του κελάηδησε στ’ αυτιά μου: “παππού, τι θα κάναμε αν μας έλειπε η θάλασσα”; Φαίνεται τα γονίδια ακολουθούν τη δική τους ρότα...

* Ο Μύρων Κ. Μιγάδης είναι συνταξιούχος