
Φόρος βραχυχρόνιας διαμονής θα επιβληθεί επί των τουριστικών μισθώσεων σε μη αδειοδοτημένα καταλύματα, με νομοθετική ρύθμιση που προωθεί το υπουργείο Τουρισμού, σε συνεργασία με το υπουργείο Οικονομικών.
Το προσχέδιο της νομοθετικής ρύθμισης προβλέπει την επιβολή προστίμων 50.000 ευρώ για τις περιπτώσεις των ιδιοκτητών ακινήτων –μη αδειοδοτημένων από τον ΕΟΤ– που προχωρούν σε βραχυχρόνιες τουριστικές μισθώσεις, χωρίς να ικανοποιούν έξι προϋποθέσεις.
Οι προϋποθέσεις, προκειμένου να είναι δυνατή η βραχυπρόθεσμη μίσθωση ακινήτου, έχουν ως εξής:
* O εκμισθωτής ή υπεκμισθωτής πρέπει να είναι φυσικό πρόσωπο εγγεγραμμένο στο Μητρώο Βραχυχρόνιας Μίσθωσης Ακινήτων, που τηρείται στη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων του υπουργείου Οικονομικών.
* Δεν επιτρέπεται η εκμίσθωση περισσοτέρων των 4 ακινήτων ανά ΑΦΜ δικαιούχου εισοδήματος.
* Το μίσθιο πρέπει να έχει εμβαδόν τουλάχιστον 9 τ.μ. και να διαθέτει φυσικό φωτισμό, αερισμό και θέρμανση.
* Το ακίνητο πρέπει να έχει λάβει όλες τις νόμιμες οικοδομικές άδειες ή να έχει «διατηρηθεί» σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία.
* Η μίσθωση εκάστου ακινήτου δεν πρέπει να υπερβαίνει τις 90 ημέρες ανά έτος.
* Τα ακίνητα πρέπει να εκμισθώνονται επιπλωμένα, χωρίς την παροχή οιασδήποτε υπηρεσίας, πλην της παροχής κλινοσκεπασμάτων.
Ο φόρος βραχυχρόνιας διαμονής θα επιβληθεί στις βραχυπρόθεσμες μισθώσεις των ακινήτων ανά διανυκτέρευση, ως ποσοστό επί της αξίας αυτής.
Ο φόρος θα παρακρατείται κατά τη συναλλαγή, ηλεκτρονική ή μη, από τα φυσικά πρόσωπα και τις ηλεκτρονικές πλατφόρμες, και θα αποδίδεται στη φορολογική διοίκηση κάθε τρίμηνο και όχι αργότερα από την 16η ημέρα των μηνών Απριλίου, Ιουλίου, Οκτωβρίου και Ιανουαρίου κάθε έτους για το προηγούμενο ημερολογιακό τρίμηνο. Εάν κατά τη διάρκεια του έτους η μίσθωση ενός ακινήτου υπερβαίνει τις 90 ημέρες, ο παρακρατηθείς φόρος θα αποδίδεται σε κάθε περίπτωση, ενώ ο φόρος που αποδόθηκε δεν θα επιστρέφεται και δεν θα συμψηφίζεται.
Η βραχυπρόθεσμη μίσθωση ακινήτου θα απαλλάσσεται του ΦΠΑ. Το εισόδημα που αποκτάται θα θεωρείται εισόδημα από ακίνητη περιουσία.
Νέα πτώση στις τιμές των διαμερισμάτων διαπιστώνει η ΤτΕ
Οι ανατροπές στο φορολογικό καθεστώς των ακινήτων επιβαρύνουν περισσότερο την ελληνική κτηματαγορά, όπως επισημαίνεται στην ετήσια έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος. Προβλέπεται, επίσης, πως στις τιμές των κατοικιών, όπου ήδη έχει σημειωθεί σωρευτική πτώση της τάξεως του 41,8% από το 2008, η τάση παραμένει πτωτική και για το υπόλοιπο του 2016.
Στην έκθεση επισημαίνεται πως η γραφειοκρατία, σε συνδυασμό με την ασάφεια των πολεοδομικών κανονισμών και τις πολλαπλές παραβάσεις του, την έλλειψη ενός σταθερού και σαφούς πλαισίου χωροταξικού σχεδιασμού και χρήσεων γης, καθώς και την ανυπαρξία πλήρους και ακριβούς κτηματολογίου, αποτελούν ισχυρούς ανασταλτικούς παράγοντες της ζήτησης.
Σύμφωνα με την ΤτΕ κατά τη διάρκεια του 2015 συνεχίστηκαν οι πιέσεις στις εμπορικές αξίες και τα μισθώματα τόσο των οικιστικών όσο και των επαγγελματικών ακινήτων. Βασικό χαρακτηριστικό της αγοράς για πέμπτη συνεχόμενη χρονιά ήταν η ιδιαίτερα περιορισμένη ζήτηση, που σχετίζεται άμεσα με τα υψηλά ποσοστά ανεργίας, τη φορολογική επιβάρυνση της ακίνητης περιουσίας και την έλλειψη ρευστότητας.
Στην αγορά των κατοικιών, η μείωση των τιμών συνεχίστηκε με μικρότερη ένταση το 2015 και το α' τρίμηνο του 2016.
Με βάση τα στοιχεία που έχουν συγκεντρωθεί από τα πιστωτικά ιδρύματα, εκτιμάται ότι οι τιμές των διαμερισμάτων (σε ονομαστικούς όρους) το α' τρίμηνο του 2016 ήταν κατά μέσο όρο μειωμένες κατά 5,0% σε σύγκριση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2015.
Για το σύνολο του 2015, οι τιμές των διαμερισμάτων μειώθηκαν με μέσο ετήσιο ρυθμό 5,0%, έναντι μείωσης κατά 7,5% το 2014. Σωρευτικά, οι τιμές των διαμερισμάτων μειώθηκαν κατά 41,3% από το 2008 (μέσο επίπεδο) έως το α' τρίμηνο του 2016, ενώ από την ανάλυση των στοιχείων κατά παλαιότητα προκύπτει ότι η μείωση αυτή ήταν μεγαλύτερη για τα παλαιά διαμερίσματα.
Με διάκριση κατά γεωγραφική περιοχή, εντονότερη υποχώρηση των τιμών καταγράφηκε στα δύο μεγάλα αστικά κέντρα (Αθήνα: -43,5% και Θεσσαλονίκη: -45,2%) έναντι των άλλων μεγάλων πόλεων (-39,4%) και λοιπών περιοχών (-36,8%). Οι πτωτικές τάσεις στις τιμές των κατοικιών εκτιμάται ότι θα συνεχιστούν και τα επόμενα τρίμηνα, αλλά με σχετικά πιο συγκρατημένους ρυθμούς.

