Του Δημοσθένη Καραγιάννη*

Ωραία και σεμνή - κι ίσως γι’ αυτό ωραία - η εκδήλωση που οργάνωσε την Κυριακή 5 Ιούνη ο πολιτιστικός σύλλογος Παρτήρων για την επέτειο της Μάχης της Κρήτης. Πρόκειται για μια “πράξη” στη σειρά εκδηλώσεων που εντάσσονται στην προσπάθεια που εδώ και μερικά χρόνια έχει εγκαινιάσει ο Δήμος “Μινώα Πεδιάδος” για την απότιση τιμής και μνήμης προς τους ηρωικούς μαχητές και θύματα των αγώνων του λαού κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, την Εθνική Αντίστασή και τον Εμφύλιο που ακολούθησε.

Η σειρά των εκδηλώσεων που πραγματοποιείται στα χωριά κάθε χρόνο – εδώ και 4 χρόνια περίπου αν δεν κάνω λάθος – έχει “χρεωθεί” και γίνεται με πρωτοβουλία του “Γραφείου Πολιτισμού” ή “Δημοτικής Επιτροπή Πολιτισμού” – υπεύθυνος κ. Γ. Καλογεράκης – του Δήμου “Μινώα” Πεδιάδας. Ωραία πρωτοβουλία!

Πρόκειται για την περίοδο εκείνη που αν και παρήλθαν 75 χρόνια από το τέλος της η ΙΣΤΟΡΙΑ δεν έχει ακόμη θέσει την υπογραφή της, μιας και τόσο οι μνήμες όσο και τα προσωπικά – υποκειμενικά στοιχεία τους διατηρούνται στους σεβάσμιους επιζώντες, οι επιπτώσεις και τα συναισθήματα δεν έχουν αμβλύνει τις γωνί­ες τους και τα οικονομικά συμφέροντα έχουν οξύνει τις τάσεις για συγκρούσεις και ορθώνουν νέα μεγάλα και σύνθετα κοινωνικά αδιέξοδα σήμερα. Στο περιθώριο ακόμη υφίστανται και διατηρούνται κάποιες από τις αντιθέσεις της εποχής που εκφράστηκαν: “δεν είναι δυνατόν να τιμώνται θύτες και θύματα αντάμα”. Όμως στις ψυχές του απλού ανθρώπου – του λαϊκού ανθρώπου: “το μίσος σβήνεται στο θάνατο. Κοινή η μοίρα σ' όλο τον κόσμο των ανθρώπων στο χαμό”. Ο λαός δε λησμονεί μα κρατά το μύρο της μνήμης. Δε μισεί, μα μοιράζεται τον πόνο. Δεν εκδικείται, μα κατανοεί και την άλλη αλήθεια... Κι αυτό είναι ένα μεγάλο κομμάτι της γενναιότητας του λαϊκού ανθρώπου! Κι ας μη “φαίνεται” τις πιο πολλές φορές.

Και είναι φυσικό. Από τη στιγμή που όλες οι προσπάθειες της άρχουσας τάξης – κι αυτό έχει συντελεστεί (μάλλον έχει επιβληθεί από τις προηγούμενες δεκαετίες μέχρι και σήμερα!) στην κοινή συνείδηση – έχουν την κατεύθυνση της απόκρυψης των κοινωνικών συ­γκρούσεων, της επίκλησης κοινωνικής ειρήνης, της επικάλυψης των αντιθέσεων και των ταξικών διαφορών και αγώνων που είναι τα πραγματικά αίτια των πολέμων κι έχει καθιερωθεί ως μονόδρομος η ανάδειξη και προβολή των στοιχείων εκείνων που συσπειρώνουν τους πολίτες στην πα­ραδοχή, απόκρυψη, η παραποίηση ή παρασιώπηση και αποπροσανατολισμό από τα γεγονότα, να μη διχάζει ο “πόνος”. Συχνά μάλιστα προχωρούν και στη διαγραφή γεγονότων που στηρίζουν και εξηγούν με πραγματικό και αληθινό τρόπο τα διαπρα­χθέντα.

Αυτό είναι το αιώνιο παιχνίδι που διεξάγεται σε άτομα και κοινωνίες σκληρό κι αμείλικτο μεταξύ του “είναι” και του “φαί­νεσθαι” αιώνες τώρα. Ένα παιχνίδι που αποκαλύπτει με τον υπέροχο τρόπο του ο Ευριπίδης στην “ΕΛΕΝΗ” του. Είναι κοινή συνείδηση του κόσμου όμως πως κάθε τέτοια εκδήλωση εδράζει και στοχεύει στο “φαίνεσθαι”, παρακάμπτοντας συστηματικά το “είναι”, ή στην καλύτερη περίπτωση τραυματίζοντάς το ανεπανόρθωτα. Είναι επίσης το αιώνιο πεδίο σύγκρουσης των κοινωνιών στο οποίο πάντα οι νικητές επιβάλουν τους όρους τους στην ΑΛΗΘΕΙΑ. Το “φαίνεσθαι” λοιπόν ανήκει και συντηρείται από τους νικητές, δηλαδή την κάθε επικρατούσα εξουσία (κράτος, φορείς, θεσμούς, κ.λπ), ενώ το “είναι” παραμένει πάντα ως κρυφή συνείδηση και ελπίδα λαϊκή που την “κάνει να πεθαίνει τελευταία”!

Και βέβαια εδώ δεν μας απασχολεί η έννοια της φιλοσοφικής ΑΛΗΘΕΙΑΣ, αλλά αποκλειστικά της ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ. Που πρώτο της μέλημα είναι η ακριβής αποκάλυψη του παζλ των πραγματικών γεγονότων χωρίς κρίσεις, χωρίς συναισθηματισμούς, χωρίς αποκρύψεις, χωρίς φαντασιακές ή και φανταστικές προεκτάσεις, χωρίς ψέμματα. Η απάντηση στο αυτόματο ερώτημα που δημιουργείται είναι πως το καθένα ιστορικό υποκείμενο των γεγονότων, λόγω της πεπερασμένης αντιληπτικής και βιωματικής δυνατότητας του ατόμου δεν είναι δυνατόν να συμπληρώσει ολοκληρωμένα το παζλ της ιστορίας μόνο μέσα από την προσωπική – ατομική και άρα περιορισμένη βιωματική του σχέση με τα γεγονότα του.

Γι’ αυτό και οι απίθανες διαφορετικότητες των αφηγήσεων για το ίδιο γεγονός από πολλές πλευρές – ιστορικά υποκείμενα που το έχουν βιώσει. Έτσι για παράδειγμα όσες αφηγήσεις ή καταγραφές έχουν γίνει για την απαγωγή του Κράιπε – αυτό αφορά και κάθε άλλο μικρό ή μεγάλο γεγονός – αποκαλύπτουν ότι αν όχι ολόκληρος ο νομός Ηρακλείου, τουλάχιστον ο μισός πήρε μέρος στην απαγωγή και μάλιστα με πρωτα­γωνιστικό – ουσιαστικό ρόλο! Μετά την απαγωγή και περισσότερο μετά την εκδίωξη του κατακτητή, όλοι ήταν εκεί, όλοι έδρασαν αποφασιστικά, όλοι προετοίμασαν και πήραν μέρος στην απαγωγή. Μα αυτό συμβαίνει σε κάθε γεγονός που επισύρει το θαυμασμό των θεατών ή ακροατών και πολύ περισσότερο των αμέτοχων και των σφετεριστών...

Όμως κανείς δεν διανοήθηκε ποτέ τουλάχιστον μέχρι σήμερα – κι έτσι είναι το σωστό – να τιμήσει τον Όθωνα μαζί με τον Κολοκοτρώνη, τον Καποδίστρια μαζί με τους δολοφόνους του (Μαυρομιχαλέους), τον καπετάν Κόρακα μαζί με τον Ααλή Πασά, τον Γκιριτλή, τον Βενιζέλο μαζί με τον βασιλιά Κωνσταντίνο, τον Μεταξά μαζί με τον Ζαχαριάδη, τον Βελουχιώτη μαζί με τον Ζέρβα, τον δωσίλογο αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό με τον πατριώτη αρχιεπίσκοπο Χρύσανθο, τον μητροπολίτη Μαραγκουδάκη μαζί με τον γενναίο Κούνδουρο. Γιατί λοιπόν να μπορεί να τιμηθούν μαζί ο Ποδιάς με τον Μπαντουβά, ο Νίκος Σαμαρείτης με τους δολοφόνους του, οι Βαγγελιές (Φωτιάδη και Αρμενάκη) με τους προδότες και τους δωσίλογους που τις εκτέλεσαν, οι Μαρίες Λιουδάκη και Δρανδάκη με τους βασανιστές και εκτελεστές τους, ο Κτιστάκης με τον Γύπαρη και τον Παπαγιαννάκη και τους προδότες και εκτελεστές του, ο Ραυτόπουλος με τους Πωλιουδάκη – Δραμιτινό και τους προδότες του, ο Πλαγιωτάκης και ο Ρουκουνάκης με τους Καράδες – Κυριαζήδες και Μπαντουβαίους; Γιατί να μπορούν να τιμηθούν μαζί οι ελευθερωτές μαζί με τους υποδουλωτές και οι αγωνιστές της ελευθερίας, της τιμής, της αξιοπρέπειας και ανεξαρτησίας της πατρίδας μαζί με τους εθελόδουλους, τους γονυκλισίες της εξάρτησης και της υποταγής, τους λιρολάτρες και εξαγορασμένους;

Χρέος των μελετητών και των ομιλητών δεν είναι η διθυραμβική θριαμβολογία και η “θεοποίηση”, ο εκστασιασμός και η ηρωοποίηση των απόντων, αλλά οι λόγοι, οι αιτίες, η πίστη και τα οράματα, οι ιδέες και οι αξίες για τα οποία πρόσφεραν τη ζωή τους. Γιατί όπως πολύ σωστά και σεμνά το έθεσε ο κ. Δήμαρχος “Μινώας” στον χαιρετισμό του: “σ' αυτές τις εκδηλώσεις Αρχές και Επίσημοι πάντα θα υπάρχουν. Οι τιμώμενοι όμως πάντα θα λείπουν”. Φυσικά δεν θα απουσιάζουν σαν ονόματα. Θα λείπουν πάντα – όσο κυριαρχεί αυτή η αντίληψη της “οριζοντιοποίησης” – ως αλήθειες, ως ζωές, ως σύνολα βιωματικά με την πνευματική και σωματική τους υποδομή, με την αλήθεια και “αλήθεια” τους, με την καθημερινότητα και “καθημερινότητά” τους, με τις επιλογές και “επιλογές” τους, με τη συγκεκριμένη δράση και “δράση” τους; που μπορεί έτσι να τη μεταχειρίζονται – κατά συνείδηση, εντολή, ή συμφέροντα που υπηρετούν – οι επίγονοι και οι τιμητές “κατά το δοκούν” – για να μη γράψω τίποτα χειρότερο!

Όλα αυτά όμως – που κατά τη γνώμη μου είναι πραγματικά – δεν είναι στοιχεία που χαρακτηρίζουν τις εκδηλώσεις αυτές που η τιμή ανήκει σε όλους τους απλούς λαϊκούς αγωνιστές που πρόσφεραν το μέγα τίμημα – τη ζωή τους – είτε υπηρετώντας την “μικρή” προσωπική τους ιδέα είτε εκτελώντας εντολές ή διαταγές είτε για διάφορους λόγους (κυρίως βιασμών και άγνοιας) βρέθηκαν στο “λάθος” για την προσωπική κρίση του καθένα στρατόπεδο, απεμπολώντας με τις τοποθετήσεις τους τις ατομικές τους ιδέες και αξίες, που αποδείχνονται πάντα μικρότερες, πιο αδύναμες και άρα πιο ευάλωτες στους απλούς ανθρώπους. “Είναι κι αυτή μια στάσις. Νιώθεται”.

Στην εκδήλωση που έγινε στα Πάρτηρα τα περισσότερα από τα παραπάνω εκφυλιστικά στοιχεία έλειπαν. Η “ουσία” αυτό το “είναι” που προείπαμε ήταν το κυρίαρχο της εκδήλωσης. Η επιλογή ήταν συνειδητή. Οι διθυραμβικές αναφορές απουσίαζαν. Η δημοτική αρχή (ο δήμαρχος “Μινώας” κ. Ζ. Καλογεράκης) με σεμνότητα και απλότητα, δίχως την παραμικρή προσπάθεια εκμετάλλευσης (καταλαβαίνετε τι εννοώ) με ορθό και μετρημένο λόγο άνοιξε την εκδήλωση και διακριτικά παραχώρησε τη θέση του στους συντελεστές της χωρίς την παραμικρή θέληση να “συγκεντρώσει” γύρω του τον γνωστό συρφετό των “συνοδών” που εμφανίζονται πάντα σε παρόμοιες περιπτώσεις. Γι’ αυτό και το χειροκρότημα ήταν πραγματικό, θερμό και αληθινό.

Η ομιλήτρια Μαρία Φραγκιαδάκη, χωριανή φιλόλογος με προσωπικές γνωριμίες, επαφές και καταγραφές – χρόνια τώρα – απόντων και παρόντων πρωταγωνιστών με μια εκπληκτική ομιλία που παρουσίασε την αλήθεια της συμμετοχής του χωριού τόσο κατά τις μέρες της μάχης, όσο και κατά την περίοδο της κατοχής και της αντίστασης, στόχευσε και πέτυχε να συνδυάσει την ανάσυρση μνημών και γεγονότων που συνέβησαν στο χωριό με τη συναισθηματική φόρτιση που πάντα προκαλείται από την “ανάσταση” των προσώπων και το ζωντάνεμα των γεγονότων. Ο λόγος λιτός, σπουδαία πελεκημένος, ζωντανός και εκρηκτικός “όπου έδει”, απλός και εύγευστος συγκίνησε μέχρις δακρύων τους παριστάμενους είτε γνώριζαν είτε “γνώριζαν” είτε αγνοούσαν τα πραγματικά γεγονότα και τις διαστάσεις τους. Θέλω να εκφράσω – διερμηνεύοντας και τις εκδηλώσεις του κοινού – τις θερμές μας ευχαριστίες στην Μαρία Φραγκιαδάκη, την κεντρική ομιλήτρια.

Ωραία και τα λοιπά παρελκόμενα της εκδήλωσης: το αυθόρμητο ηχηρό “παρών” από τους παρευρισκόμενους στο προσκλητήριο πεσόντων, η όμορφη και παραστατική ρίμα που διαβάστηκε για τον Δημήτρη Δασκαλάκη (Χαλκιά ή Χαρκιά) από τη μαθήτρια Ραφαέλα Μπατζανακάκη, το ριζίτικο που αφιέρωσε ο Μιχάλης Βεργάκης, νέος του χωριού, το καλό μουσικό και χορευτικό συγκρότημα που στόλισε την εκδήλωση και τέλος η απονομή τιμητικών διπλωμάτων στους ελάχιστους επιζώντες αγωνιστές και αγωνίστριες και στους απογόνους τους, “μνημεία” της σκληρής εκείνης περιόδου. Πλούσιο και σε εδέσματα (“ποιήματα” των γυναικών) το κέρασμα του πολιτιστικού συλλόγου με τη λήξη της εκδήλωσης.

Θέλω να σταθώ και να τονίσω ένα σημαντικό κατά την άποψή μου συμβολικό γεγονός κατά την απονομή των διπλωμάτων που συγκίνησε βαθύτατα τους συμμετέχοντες και τίμησε “τα ύψιστα” θεωρώ και πιστεύω τόσο προσωπικά, όσο και θεσμικά τον κ. Δημόπουλο (διοικητή της σμηναρχίας Καστελίου – ας μου συγχωρεθεί αν κάνω λάθος στους τίτλους, ποτέ δεν ήμουν τυπολάτρης). Όταν εκφωνήθηκε το όνομα της αγωνίστριας Ελευθερίας Μπατζανακάκη - Ανυφαντάκη, βασανισμένης και υπέργηρης σήμερα κυρίας, ο κ. Διοικητής προχώρησε με αποφασιστικό βήμα (σαν έτοιμος από καιρό), πήγε στην καρέκλα που καθόταν η κ. Ελευθερία – δεν επιδίωξε καν να την σηκώσουν όρθια –, την αγκάλιασε, τη φίλησε και της έδωσε τον τιμητικό τίτλο, συνοδεύοντάς την μ' ένα από καρδιάς – διακρίνεται από το ψυχρό και τυπικό – “σ' ευχαριστούμε”, εκφράζοντας και όλους μας. Προσωπικά ακριβώς αυτό θεωρώ “πατρίδα” και “τιμή της πατρίδας” στους αγωνιστές.

Τελειώνοντας θέλω να υπενθυμίσω ένα στίχο του Κ. Καβάφη – νομίζω πάντα επίκαιρο και ωραίο – για κάθε αφτί που θέλει ή ξέρει να “ακούει”.

“Κι αν δεν μπορείς να κάνεις τη ζωή σου όπως τη θέλεις,

τούτο τουλάχιστον προσπάθησε. Μην την εξευτελίζεις...”.

Υ.Γ. Θεωρώ αυτονόητα τα εύσημα και τα συγχαρητήρια μαζί με τις θερμές ευχαριστίες μας στον Πολιτιστικό Σύλλογο Παρτήρων και στα νέα παιδιά που βρίσκονται στο “τιμόνι” του και εύχομαι ακόμα περισσότερα και καλύτερα στο μέλλον, καθώς και σε όλους όσους συνέβαλλαν στην διοργάνωση και υλοποίηση της ωραίας εκδήλωσης.

* Ο Δημοσθένης Καραγιάννης είναι φιλόλογος