Του Γιάννη Παπαδάκη*

Σχηματίστε έναν τυχαίο αριθμό στο νου σας. Αν ρωτήσουμε τόσους Έλληνες ποια τα αίτια και πώς θα βγούμε από την κρίση, θα πάρουμε ισάριθμες διαφορετικές απαντήσεις. Ίσως το μόνο κοινό σημείο στις απαντήσεις να είναι η ανικανότητα των πολιτικών. Όμως, μια δημοκρατική κοινωνία όπου οι πολίτες της αισθάνονται μονίμως εξαπατημένοι από τους δημοκρατικά εκλεγμένους αντιπροσώπους τους είναι θύτης και θύμα μιας αδιέξοδης και μοιραίας αντίφασης.

Αξίζει να το δούμε αυτό καλύτερα, εξετάζοντας τα κυρίαρχα σενάρια εξόδου της χώρας από την κρίση. Ας αρχίσουμε από την κυβέρνηση: Υπερψήφιση μέτρων για την εκάστοτε αξιολόγηση, εκταμίευση της επόμενης δόσης, μείωση χρέους και ανάπτυξη. Οι εγγενείς αδυναμίες του; Δυσβάστακτοι όροι για το μέλλον, υπερβολική φορολογία, συρρικνούμενος ιδιωτικός τομέας, έμφαση στον κρατικό καπιταλισμό (state capitalism), συνεχής αδυναμία του κράτους να υποστηρίξει στοιχειώδη επίπεδα υπηρεσιών, γενική έλλειψη αξιοπιστίας και εμπιστοσύνης. Οι δανειστές εξασκούν μεν πιέσεις αλλά το συγκεκριμένο σενάριο είναι κατ’ επιλογήν. Η κυβέρνηση θα μπορούσε να μειώσει περισσότερο τις κρατικές δαπάνες αντί να αυξήσει φόρους αλλά αυτό θα απαιτούσε να πάει αντίθετα στα κομματικά της ένστικτα.

Από την πλευρά της, η αξιωματική αντιπολίτευση έχει το δικό της σενάριο διάσωσης. Εκλογές, εξουσία, επαναδιαπραγμάτευση των παραμέτρων του μνημονίου, αναδιάρθρωση του κράτους, μείωση χρέους και ανάπτυξη με υποστήριξη του ιδιωτικού τομέα. Με σαφείς διαφορές προτεραιοτήτων σε σχέση με την κυβέρνηση αλλά με περισσότερες ομοιότητες στα επιμέρους απ’ ότι διαφορές. Το ιστορικό διαχείρισης της κρίσης και από την πλευρά της αξιωματικής αντιπολίτευσης αποτελεί μέρος των εγγενών αδυναμιών του σεναρίου: οι ίδιες αλλαγές, όταν μπορούσε και έπρεπε να τις τολμήσει, αντέβαιναν στα κομματικά ένστικτα επανεκλογής της στην εξουσία οπότε και δεν έγιναν πραγματικότητα. Όσο για τις εκλογές, αυτές έχουν δοκιμαστεί επανειλημμένα, η ανάκτηση της χαμένης αξιοπιστίας και εμπιστοσύνης θα πάρει χρόνο παρά το γεγονός ότι οι αλλαγές στην ηγεσία του κόμματος δεν είναι διακοσμητικές.

Θα αναφερθώ πολύ σύντομα σε δύο ακόμα σενάρια-προτάσεις: αυτές του κ. Μάνου και του καθηγητή κ. Ιωαννίδη. Ο κ. Μάνος σε μια πρόσφατη ομιλία του κατέθεσε πέντε προτάσεις για την έξοδο της χώρας από τη κρίση. Ο κ. Ιωαννίδης, σε πρόσφατο άρθρο του, έκανε δέκα προτάσεις. Δεν θα τις περιγράψω αλλά τις αναφέρω εδώ επειδή θεωρώ ότι και οι δύο αυτές θέσεις αξίζουν σοβαρό προβληματισμό. Ο αναγνώστης μπορεί να τις δει στο διαδίκτυο, να διαβάσει σχόλια και άρθρα πάνω σε αυτές και να διαμορφώσει ίδια γνώμη. Σίγουρα υπάρχουν και άλλες εξίσου ή ακόμα πιο αξιόλογες.

Οι εγγενείς αδυναμίες τους; Ο κ. Μάνος στην ομιλία του έθεσε το θέμα ευθέως: «Τι νόημα έχει να πω σήμερα, για άλλη μια φορά, όσα “στην Ελλάδα δεν μπορούν να γίνουν”;» για να απαντήσει «…δεν θα σας πω τι πρέπει να κάνουν άλλοι, αλλά τι θα έκανα εγώ αν μου εμπιστευόσασταν για τρία χρόνια τη διακυβέρνηση της Ελλάδας.» Η εύστοχη απάντηση του κ. Μάνου αποτελεί δυστυχώς και την εγγενή αδυναμία των προτάσεών του μια και η πολιτική-κομματική πραγματικότητα στην Ελλάδα δεν επιτρέπει συνδυασμούς λύσεων τύπου Μάνου ή Ιωαννίδη.

Το γνωστό επιχείρημα-δικαιολογία ότι όποιος πραγματικά θέλει να κάνει αλλαγές μπορεί (πρέπει;) να ιδρύσει νέο κόμμα ή να εγγραφεί («ενταχθεί» είναι ο δόκιμος όρος) σε ένα από τα υπάρχοντα κόμματα δε στέκει λογικά. Δεν έχουμε δυστυχώς ενσκήψει αρκετά στο θέμα αυτό για να δούμε πώς και γιατί προέκυψε ως πρόβλημα. Αν το πράξουμε, ο μίτος θα μας βγάλει μακριά: στα ροζ ψηφοδέλτια του 1985 και την συνταγματική αναθεώρηση του 1986.

Αυτά τα δύο γεγονότα δημιούργησαν κυματισμούς που φτάνουν στο σημερινό πολιτικό παρόν. Μόλις πριν μερικές μέρες (22/5), ο Μίκης Θεοδωράκης αναφέρθηκε σε αυτά τα γεγονότα εκτενώς και μάλιστα από θέση συμμετέχοντος και όχι βουλευτή-θεατή. Ο περιορισμένος χώρος δεν μας επιτρέπει να επεκταθούμε. Ο αναγνώστης που θα αφιερώσει λίγο χρόνο να ψάξει το θέμα στο διαδίκτυο δεν θα απογοητευτεί, ιδιαίτερα για όσους θυμούνται την ταραχώδη πολιτικά περίοδο πρωθυπουργίας του Ανδρέα Παπανδρέου.

Αν κάνουμε μια προσπάθεια να ενώσουμε τις «κουκίδες», να βρούμε τι φταίει, να πειστούμε για αυτό και να αρθρώσουμε λογικά επιχειρήματα που να αντέχουν στην κριτική και να πείθουν, θα διαπιστώσουμε νομίζω ότι η λύση δεν είναι να ιδρυθούν νέα κόμματα, να εκλεχθούν διαφορετικοί αρχηγοί, βουλευτές ή κομματικά στελέχη. Ο κύκλος αυτός έκλεισε. Πρέπει να ανοίξει άλλος ο οποίος να δράσει εξισορροπητικά, για να βγει η δημοκρατία από το αδιέξοδο που έχει περιπέσει τα τελευταία χρόνια.

Το αδιέξοδο είναι απτό και συμπυκνώνεται ως εξής: ποιο κόμμα εξουσίας (ή συνδυασμός κομμάτων) θα τολμήσει να προτείνει σενάρια διάσωσης τα οποία θα απειλούν την ενότητα ή τη δυνατότητα επανεκλογής του; Από την άλλη πλευρά, γιατί να ασχολείται κανείς με σοβαρά αλλά «ανένταχτα» σενάρια τα οποία δεν απολαμβάνουν κομματικής ή βουλευτικής υποστήριξης; Το αδιέξοδο αυτό δρα εγκλωβιστικά, αναγκάζοντας τη δημοκρατία και την πολιτική ζωή της χώρας να περιστρέφεται περί τον άξονά της. Δεν έχει σημασία αν ο «αλγόριθμος περιστροφής» γράφεται με τη συμμετοχή των δανειστών ή αποκλειστικά από τα κόμματα. Το αποτέλεσμα είναι σταθερά κατώτερο του επιθυμητού και η αντίφαση λειτουργεί σα σαράκι στη πολιτική ζωή και την ψυχή του τόπου.

Δεν αναφερόμαστε σε υψηλές θεωρίες. Κάθε σύστημα επιδέχεται συγκεκριμένους δείκτες αξιακής ποιότητας. Πώς μπορεί μια εθνική δημοκρατία που ταλαντεύεται μεταξύ βουλευτικής ομηρείας και κομματικά προσωποπαγούς αυτόματου πιλότου για τριανταπέντε τόσα χρόνια να αποτελέσει αξιόπιστη εθνική πυξίδα σε κρίσιμες εποχές; Πόσοι άραγε από τους 300 βουλευτές διάβασαν τις 7500 σελίδες του νέου μνημονίου σε τρεις μέρες; Τι πρόσθεσαν; Σίγουρα πρόκειται για ρεκόρ αλγοριθμικής παραγωγικότητας, ένα ρεκόρ όμως αμφίβολης δημοκρατικής ποιότητας.

Επαναλαμβάνω το παραπάνω, αυτή τη φορά με σκληρά τεχνικά δεδομένα: όσο περισσότεροι βαθμοί ελευθερίας (degrees of freedom) αφαιρούνται από ένα σύστημα αποφάσεων (decision system), τόσο λιγότερο βέλτιστες (suboptimal) είναι οι τελικές αποφάσεις.

Τι απομένει για να αντιπροτείνει κανείς; Ποια η χρησιμότητα πρόσθεσης ακόμη ενός «ανένταχτου» σεναρίου με τις γνωστές εγγενείς αδυναμίες υλοποίησης; Η απάντηση, όσο κι αν δεν ικανοποιεί, έχει να κάνει με την διαπίστωση ότι στο θέμα αυτό η σιωπή δεν δημιουργεί καλύτερες προοπτικές λύσης. (Πνευματικοί αναχωρητές, φιλόσοφοι, μαθηματικοί, φυσικοί και συνθέτες θαυματουργούν σε συνθήκες απόλυτης σιωπής. Υπάρχουν χώροι όπου μόνο η σιωπή μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά. Όμως ξεφεύγουμε από το θέμα…)

Η παρακάτω πρόταση έχει ως βάση την συνειδητοποίηση της ανάγκης να δημιουργηθούν προϋποθέσεις στην Ελλάδα για μια ομαλή μετάβαση από φαινομενικά αντίπαλες κομματικές ατζέντες σε μια ενιαία, κομματικά ανένταχτη, εθνική προοπτική. Σε αυτή την κατεύθυνση νομίζω ότι θα βοηθήσει η δημιουργία ενός «Ενιαίου Μετώπου Εθνικής Ανασυγκρότησης» με τα εξής χαρακτηριστικά: (1) αποδοχή συντακτικών αρχών ικανών να υιοθετηθεί η προσπάθεια από μια ικανή «μαγιά» Ελλήνων και Ελληνίδων στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, (2) ασυμβίβαστο της ιδιότητας του μέλους με οποιαδήποτε κομματική, βουλευτική, κυβερνητική ή άλλη κρατική λειτουργία (3) αποποίηση οποιουδήποτε προσωπικού, οικογενειακού ή άλλου, άμεσου ή έμμεσου οικονομικού οφέλους από την συμμετοχή στην προσπάθεια αυτή, (4) αποκλειστική χρηματοδότηση από δωρεές μελών και μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων μέχρι ένα ανώτατο όριο ετησίως, (5) εκπόνηση προτάσεων-θέσεων προς υιοθέτηση και προσυπογραφή (pledges) από όλους τους κομματικούς υποψηφίους και αντιπροσώπους, ανεξαρτήτως πολιτικής τοποθέτησης, ως προϋπόθεση υποστήριξης αλλά και εχέγγυο υλοποίησης συγκεκριμένων κοινωνικών, οικονομικών, θεσμικών και άλλων προτεραιοτήτων σε εθνικό επίπεδο, (6) οργανωτική δομή μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα.

Η δημοκρατία είναι μια ευαίσθητη και πολύπλοκη πολιτική λειτουργία και η ποιότητά της είναι συνάρτηση τόσο αυτών που κυβερνούν όσο και εκείνων που κυβερνώνται. Είναι αδύνατον να βρεθεί μια φόρμουλα η οποία με μαθηματική ακρίβεια να αναδεικνύει κάθε φορά τους άριστους ηγέτες. Οι αλγόριθμοι λειτουργούν μεν θαυμαστά στα Αριστοτέλεια πεδία (πχ. υπολογιστές, τεχνολογία) αλλά όχι παντού. Ο Πλάτωνας είχε αντιληφθεί την εγγενή αυτή αδυναμία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Ταυτόχρονα όμως δεν είναι τυχαίο ότι ο Σωκράτης, σε όλα τα Πλατωνικά έργα, θέτει απαράλλαχτα το ίδιο βασικό ερώτημα: Πώς φτάνουμε από κάτι καλό σε κάτι καλύτερο;

Στο θέμα της δημοκρατίας το ερώτημα παραμένει ανοιχτό. Ας αποπειραθούμε να συνθέσουμε μια νέα λύση. Ίσως στην πορεία δημιουργηθούν νέες προοπτικές που να βοηθήσουν την Ελλάδα να βγει από την κρίση ανασυγκροτημένη και ισχυρή.

Υπάρχει άραγε άλλος λαός με βαθύτερη ιστορική και φιλοσοφική εμπειρία και πιο πιεστική εθνική ανάγκη για να αποτολμήσει κάτι ανάλογο;

* Ο Γιάννης Παπαδάκης κατάγεται από το Ηράκλειο της Κρήτης. Είναι Ηλ/γος Μηχανικός (PhD), ζει και εργάζεται στις ΗΠΑ.