Την τελευταία Κυριακή της άνοιξης 30 πεζοπόροι, φίλοι και μέλη του Ορειβατικού Συλλόγου Αγίου Νικολάου, ανηφόρισαν στην ξακουστή «Στράτα του Ψηλορείτη», με στόχο την κατάκτηση της πιο ψηλής κορυφής της ΄Ιδης, την κορυφή Τίμιος Σταυρός. Ο Ψηλορείτης (ή οροσειρά Ίδης) βρίσκεται περίπου στη μέση του νησιού, απλώνεται στους νομούς Ηρακλείου και Ρεθύμνου και έχει 5 κορυφές που ξεπερνούν τα 2000μ.

Η ονομασία Ψηλορείτης είναι νεώτερη (το όρος το υψηλόν), ενώ η αρχαία ονομασία “Ίδη” ετυμολογικά σημαίνει δασωμένο βουνό. Οι αρχαίοι έλεγαν ότι το βουνό αυτό έχει το προνόμιο να βλέπει τον ήλιο πριν ανατείλει, οπότε πιθανόν η ονομασία “Ίδη¨ να οφείλεται στην εξαίσια πανοραμική θέα από την κορυφή.

“Η ομάδα μας” -τονίζουν μεταξύ άλλων τα μέλη του Σύλλόγου- ακολούθησε για την ανάβαση στην κορυφή τη συντομότερη αλλά και πιο απαιτητική διαδρομή, λόγω της μεγάλης υψομετρικής διαφοράς (900μ.) και της απότομης κλίσης του εδάφους. Ξεκινήσαμε από τα 1.580μ. από το καταφύγιο στη θέση Λάκκος του Μυγερού. Αφήσαμε πίσω μας το μικρό οροπέδιο που βρίσκεται φωλιασμένο μέσα στα Λιβαδιώτικα όρη και αρχικά ακολουθήσαμε πλακοστρωμένο μονοπάτι, διασχίζοντας το χαρακτηριστικό πετρώδες και με χαμηλή βλάστηση βουνίσιο τοπίο. Συνεχίσαμε την ανάβαση ακολουθώντας ανηφορικό, φιδωτό, σηματοδοτημένο μονοπάτι μέσα στην άγρια ομορφιά της ορεινής φύσης, με τις πέτρες σμιλευμένες από τον άνεμο και τις αστιβίδες να ξετρυπώνουν με επιμονή ανάμεσα στα χαράκια. ΄Οσο ανεβαίνoυμε  το τοπίο γίνεται όλο και πιο ερημικό, με ελάχιστη βλάστηση και με την ανοιξιάτικη ζέστη και άπνοια να δυσκολεύουν όλο και περισσότερο την ανηφορική μας πορεία. Μόνο οι αρμονικοί ήχοι από τα κουδουνίσματα των προβάτων που βοσκούσαν αμέριμνα στις πλαγιές, έμοιαζαν να “δονούν” την ησυχία της ερημιάς. Ο ρυθμός της αναπνοής μας γίνεται πιο γοργός, οι στάσεις για ξεκούραση πιο συχνές, μέχρι να φτάσουμε στο διάσελο όπου συναντάμε το μονοπάτι Ε4 που ξεκινά από το οροπέδιο της Νίδας. Η πορεία στην συνέχεια στρέφεται δυτικά, συνεχίζουμε στη βουνοπλαγιά κάτω από την κορυφή του Αγκαθιά και διανύουμε την τελευταία ανηφόρα μέχρι την κορυφή σε 30’ περίπου. Στη κορυφή μας καλωσόρισε αγέρωχο το εκκλησάκι του Τίμιου Σταυρού, ένα ιδιαίτερο κτίσμα κατασκευασμένο με την πανάρχαια τεχνική των  πετρόκτιστων θολωτών τάφων. Χτισμένο όπως τα μιτάτα των βοσκών (δηλ. με πέτρες τοποθετημένες με τέτοιο τρόπο που η μία δένει την επόμενη χωρίς κονίαμα), δεν έχει το συνηθισμένο κυκλικό σχήμα, αλλά ξεχωρίζει με το παράδοξο (σαν βιολί) μακρόστενο σχήμα του. Η ταμπέλα που έχει τοποθετηθεί δίπλα από την καμπάνα μας ενημερώνει ότι βρισκόμαστε σε υψόμετρο 2.456μ. δηλαδή στο ψηλότερο σημείο της Κρήτης. Η κούραση από την ανάβαση εξαφανίζεται μόλις το βλέμμα ταξιδέψει πάνω σ΄ ολάκερη την Κρήτη με τις τρεις ψηλές βουνοκορφές της, τριγυρισμένη από τέσσερις θάλασσες. Οι άριστες καιρικές συνθήκες και η καλή ορατότητα μας επιτρέπουν να αντικρίζουμε ταυτόχρονα το Ηράκλειο και το Ρέθυμνο, το Κρητικό και το Λιβυκό Πέλαγος, την πεδιάδα και τον κόλπο της Μεσσαράς, τις κορυφές των Λευκών Ορέων. Στα ανατολικά μόνο, την θέα προς τα Λασιθιώτικα βουνά εμποδίζει η κορυφή Αγκαθιάς που παρεμβάλλεται. Με ένα πρωτόγνωρο αίσθημα μεγαλοσύνης και ελευθερίας νιώθουμε βαθύτερα τώρα την εξομολόγηση του Νίκου Καζαντζάκη μετά την ανάβαση του στην κορυφή του Ψηλορείτη: «…Μου έλαχαν κάμποσες χαρές στη ζωή μου, παράπονο δεν έχω. Μα ετούτη να δω την Κρήτη αλάκερη πάνω στα κύματα, ήταν από τις πιο μεγάλες…».

Νιώθοντας ότι έχουμε βιώσει μια αλησμόνητη εμπειρία, πήραμε το δρόμο της επιστροφής ‘’

Το ραντεβού της ομάδας ανανεώθηκε για την επόμενη Κυριακή, με ημερήσια εκδρομή για πεζοπορία και μπάνιο στο εξωτικό νησάκι της Χρυσής”.