Του Γιώργου Παναγιωτάκη

“Η Κρήτη έχει αληθινά κάτι το πανάρχαιο, το άγιο, το πικραμένο και περήφανο, που έχουν οι χαροκαμένες μάνες που γέννησαν παλικάρια. Έχει τόσο πολύ πολεμήσει και υπόφερε η γης ετούτη, έχει τόσο πολύ συνηθίσει το θάνατο, που τον ξεφοβήθηκε πια και μπορεί να γελάει και να παίζει μαζί του”. Νίκος Καζαντζάκης

10ο μέρος, τελευταίο

Τετάρτη 28 Μαΐου 1941, 9η μέρα της Μάχης στο Ηράκλειο




Από πολύ νωρίς αρχίζει και σήμερα η πτώση αλεξιπτωτιστών. Πέφτουν στην Ελιά, τον Προφήτη Ηλία, τα Σπήλια και τον Κάμπο ανάμεσα Κακού Όρους και Γουρνών. Βομβαρδισμούς επίσης δοκιμάζουν τα χωριά Ζαρός και Θραψανό.

Σφοδρός βομβαρδισμός πλήττει το Ηράκλειο και τη μέρα αυτή.

Το πρωί της 28ης Μαΐου ο ταξίαρχος Chapell συγκεντρώνει τους διοικητές των μονάδων εκτός από τις ελληνικές που τελούν σε άγνοια των όσων τεκταίνονται από την πλευρά των Βρετανών. Γνωστοποιεί σε όλους το πρόγραμμά του που προβλέπει την εκκένωση του Ηρακλείου. Καθορίζονται επίσης οι ώρες επιβίβασης των τμημάτων στα πλοία και ο χώρος συγκέντρωσής τους. Καθορίζονται επίσης τα μέτρα ασφάλειας που πρέπει να ληφθούν και αυτά είναι η αχρήστευση των οχημάτων και η καταστροφή των αποθηκών.

Εκρηκτικές ύλες τοποθετούνται στις αποθήκες καυσίμων και πυρομαχικών, ρυθμισμένες να εκραγούν το πρωί της επόμενης. Αυτό γίνεται προκειμένου να μην πέσουν στα χέρια των Γερμανών. Την ίδια μέρα θέτονται εκτός λειτουργίας τα οχήματα. Ενα αεροσκάφος junkers Ju 52 προσγειώνεται σε ένα πρόχειρα κατασκευασμένο διάδρομο και ανεφοδιάζει τους αλεξιπτωτιστές που βρίσκονται εκεί με πυρομαχικά και πολυβόλα.

Σύμφωνα με το σχέδιο εκκένωσης στις 28 Μαΐου το βράδυ αρχίζει η κίνηση των τμημάτων προς τον κυματοθραύστη του λιμανιού.

Στις 23.30 καταπλέουν δύο καταδρομικά και έξι αντιτορπιλικά για την επιβίβαση των τμημάτων.

Βρετανοί και Νεοζηλανδοί σε φάλαγγα κατ’ άνδρα διασχίζουν την ερειπωμένη πόλη και επιβιβάζονται στα πλοία που τους αναμένουν. Όλες οι θέσεις μέχρι την 100 της 29ης Μαΐου 1941 εγκαταλείπονται και επιβιβάζονται στα πλοία, εκτός από ένα μικρό απόσπασμα που βρίσκεται στο Χουδέτσι όπου έχει στηθεί οδόφραγμα και παρεμποδίζει την κυκλοφορία. Παρέμειναν ακόμα οι 87 τραυματίες που νοσηλεύονται στο χειρουργείο εκστρατείας που λειτουργεί στην Κνωσό καθώς και τα τμήματα του τάγματος Αρτζύλ και Σάτερλαντ που βρίσκονται στο Τυμπάκι και τους Αγ. Δέκα.

Την 3.00 της 29-5-1941 η νηοπομπή αποπλέει με προορισμό την Αφρική χωρίς να λάβουν γνώση οι Έλληνες. Όταν το πρωί της ίδιας μέρας οι περίπολοι αναγνώρισης κινούνται προς τη βρετανική περίμετρο, βρίσκονται σε κενό, δεν συναντούν την ελάχιστη έστω αντίσταση, τόσο στην περιοχή της πόλης, όσο και του αεροδρομίου.

Τότε οι δυνάμεις του Brauer κινούνται προς το αεροδρόμιο και την πόλη τα οποία καταλαμβάνουν χωρίς αντίσταση. Η διοίκηση των γερμανικών τμημάτων εγκαθίσταται στους στρατώνες του 43ου συντάγματος Πεζικού.

Η νηοπομπή εγκαταλείπει το Ηράκλειο γύρω στις 3.45. Τα γερμανικά αεροσκάφη που δρουν σχεδόν ανενόχλητα πλήττουν τα βρετανικά αντιτορπιλικά, τα οποία κινούνται στα νερά του ανατολικού τμήματος της Κρήτης. Μια βόμβα πλήττει τη γέφυρα του πλοίου Orion για να εκραγεί στην τραπεζαρία του πληρώματος. Η στατιστική του αίματος φτάνει σε υψηλούς βαθμούς αφού από τους 1.100 άνδρες που έχουν επιβιβαστεί από το λιμάνι του Ηρακλείου σκοτώνονται 260 και τραυματίζονται 280.

Αλλά και τo “dido” δέχεται επίθεση. Δύο βόμβες που πέφτουν η μια μετά την άλλη διαπερνούν το μέταλλο του πλοίου και η έκρηξη που γίνεται στη γεμάτη από στρατιώτες καντίνα σκοτώνει 100 άτομα. Υπολογίζεται ότι το ένα πέμπτο των στρατιωτών που είχαν υπερασπιστεί το Ηράκλειο χάνουν τη ζωή τους σ’ αυτό το θανατηφόρο ταξίδι. Αλλά και τα πλοία που τους μεταφέρουν φτάνουν τελικά ως παλιοσίδερα στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας. Ο νεκρικός απολογισμός της θάλασσας είναι πολύ μεγαλύτερος από εκείνους που πολέμησαν υπερασπιζόμενοι το Ηράκλειο. Αντίθετα με τη νηοπομπή του Ηρακλείου με τα τόσα θύματά της η νηοπομπή από τα Σφακιά προς την  Αλεξάνδεια πραγματοποιείται χωρίς απώλειες.

Το απόγευμα της ίδιας μέρας ο υποστράτηγος Λιναρδάκης συντάσσει έγγραφο προς τα βρετανικά τμήματα των Αγίων Δέκα και περιγράφει την ανάγκη ανεφοδιασμού σε τρόφιμα και πυρομαχικά χωρίς αποτέλεσμα φυσικά.

Κατά τη νύχτα της 28ης προς 29ης Μαΐου καταφτάνουν στις Αρχάνες αξιωματικοί από την περιοχή των Χανίων οι οποίοι πληροφορούν την κατάληψη του αεροδρομίου και της Σούδας από τους Γερμανούς και τη διαρροή των Βρετανών προς τα Σφακιά.

Ο υποστράτηγος Λιναρδάκης αναφέρει: “Κατόπιν της ούτω διαμορφωθείσης καταστάσεως και λόγω της παντελούς ελλείψεως πυρομαχικών, συσκεφθείς μετά των ανωτέρων αξιωματικών εις τον σταθμόν διοικήσεως μου, απεφάσισα να ζητήσω ανακωχήν, αναθέσας εις τον ταγματάρχην Τσαγκαράκην να μεταβή εις Ηράκλειον, προς συνάντησιν του διοικητού των γερμανικών δυνάμεων. Η απόφασις αυτή επεγάλλετοτο και δια να παύσουν οι βομβαρδισμοί των χωρίων τα οποία εβομβαρδίζοντο συνεχώς επί δύο ημέρας”.

Και ο φρούραρχος Ε. Τσαγκαράκης περιγράφει τη θλιβερή εικόνα της τελευταίας μέρας του πολέμου και σημειώνει: “29 Μαΐου. Αποσυρόμεθα εις Αρχάνες και Πεζά αφού επληροφορήθημεν την αναχώρησιν των Άγγλων εξ Ηρακλείον με σκοπόν να εξεύρωμεν τουλάχιστον τρόφιμα δια τους στρατιώτας και αρχίσωμεν αγώνα υπαίθρου. Εις Αρχάνας κατέφθανον τηλεφωνήματα εξ όλων των βομβαρδιζομένων χωρίων και ιδία Αρκαλοχωρίου, Μοιρών, Αγ. Δέκα, Τυμπακίου προς τον υποστράτηγον Λιναρδάκην να τερματίση τον αγώνα δια να σωθούν τα γυναικόπαιδα και τα χωρία των συνεχιζομένων βομβαρδισμών. Διατάσσομαι τότε υπό του υποστράτηγου Λιναρδάκη να μεταβώ εις Ηράκλειον προς συνάντησιν του αρχηγού των γερμανικών δυνάμεων και διαπραγματευτώ συνθηκολόγησιν”.

Το απόγευμα της ίδιας μέρας ο Τσαγκαράκης παρουσιάζεται στον Γερμανό διοικητή Brauer στους στρατώνες του 43ου Συντάγματος και του προτείνει ανακωχή, με τους όρους που είχε συναφθεί με τα στρατεύματα της ηπειρωτικής Ελλάδας. Ο διοικητής χωρίς καθυστέρηση απορρίπτει την πρόταση αυτή και απαιτεί τη χωρίς όρους παράδοση. Σε τυχόν άρνηση θα συνεχιστεί ο βομβαρδισμός των χωρίων και θα διαταχθεί το μηχανοκίνητο απόσπασμα Βίτμαν που έχει ξεκινήσει ήδη από το Ρέθυμνο, να πλήξει ελληνικά τμήματα. Οι απώλειες τόσων Γερμανών αλεξιπτωτιστών που μεταφράζεται σε βαρύ τίμημα τον οδηγεί στην πιο σκληρή διαπραγμάτευση με τους πιο επαχθείς όρους.

Ο Έλληνας ταγματάρχης παρακαλεί να διαταχθεί τουλάχιστο η κατάπαυση του βομβαρδισμού των χωρίων αφού ο ελληνικός στρατός δεν πολεμά πια.

Μετά αποχωρεί συνοδευόμενος από Γερμανό αξιωματικό προκειμένου να έχει επαφή με τον υποστράτηγο Λιναρδάκη για τον τρόπο υπογραφής του συμφώνου συνθηκολόγησης. Μετά την επίδοση του σχετικού με την παράδοση της πόλης εγγράφου του συνταγματάρχη Brauer προς τον υποστράτηγο Λιναρδάκη αφού το αποδέχτηκε εκδίδει τη δική του διαταγή σχετικά με την κατάθεση και συγκέντρωση των όπλων. Όπλα μπορούν να φέρουν μόνο εκείνοι που φρουρούν τους Ιταλούς αιχμάλωτους, μέχρι να παραδοθούν στους Γερμανούς. Η διαταγή αυτή απευθύνεται τόσο στα στρατιωτικά τμήματα, όσο και τις αστυνομικές αρχές των νομών Ηρακλείου και Λασιθίου.

Ο υποστράτηγος Λιναρδάκης μεταβαίνει στα γραφεία του 43ου Δυντάγματος προς συνάντηση, του διοικητή των γερμανικών δυνάμεων για την υπογραφή της σχετικής ανακωχής.

Κατά τη συνάντηση αυτή προτείνεται και πάλι να εφαρμοστούν για την Κρήτη οι ισχύοντες όροι της ηπειρωτικής Ελλάδας. Ζητείται ακόμα να γίνει άμεση κατάπαυση των βομβαρδισμών και η ανάληψη της διατροφής των ελληνικών τμημάτων από τη γερμανική διοίκηση.

Τα τμήματα αυτά αριθμούν 1.000 στρατιώτες περίπου, οι οποίοι προέρχονται από την ηπειρωτική Ελλάδα κυρίως, αφού οι Κρήτες στρατιώτες αρχίζουν και καταφεύγουν στα χωριά τους.

Το απόγευμα της επόμενης μέρας το απόσπασμα Βίτμαν κινείται από το Ρέθυμνο και συναντά τα τμήματα του Γερμανού διοικητή συνταγματάρχη Brauer. Από το Ηράκλειο συνεχίζει την πορεία του και φτάνει στην Ιεράπετρα την οποία έχουν καταλάβει οι Ιταλοί, παραβιάζοντας ανοιχτές πόρτες, αφού η Μάχη εχει τελειώσει.

Μετά από 10ήμερο σκληρό αγώνα η Μάχη της Κρήτης παίρνει τέλος με πλήρη επικράτηση των γερμανικών δυνάμεων. Στο διάστημα βέβαια αυτό είναι ιδιαίτερα σοβαρές οι απώλειες του εκλεκτού σώματος των αλεξιπτωτιστών το οποίο δε συνέρχεται πλέον. Αλλά και ως όπλο αιφνιδιασμού χάνει την ισχύ και την αποτελεσματικότητά του. Ακόμα και ο πρωτεργάτης και εμπνευστής της επιχείρησης αυτής Student αναγκάζεται αργότερα σε φάση ειλικρίνειας να αποκαλύψει: “Ομολογώ ότι πλανήθηκα στους υπολογισμούς μου, όταν συμβούλευα αυτή την επίθεση”.

Αλλά και η Κρήτη λυγίζει κάτω από το βάρος της πιο σύγχρονης και τρομερής γερμανικής μηχανής. Στις 29 του Μάη 1941 ο αγκυλωτός σταυρός κυματίζει στην Κρήτη το τελευταίο φρούριο της Ελλάδας.

Ολόκληρη η ανθρωπότητα παρακολουθεί με δέος και θαυμασμό αυτή την τιτανομαχία.

Έτσι τα οψώνια της γερμανικής αμαρτίας είναι ο θάνατος. Αυτό επιβεβαιώνεται και από το γερμανικό νεκροταφείο στο Μάλεμε όπου αναπαύονται 4.465 Γερμανοί που χάνουν τη ζωή τους κατά την πτώση τους ή εξουδετερώνονται από την κρητική εθνική αντίσταση η οποία τους πολεμά σ’ όλο το διάστημα της κατοχής.