Του Γιώργου Παναγιωτάκη

“Η Κρήτη έχει αληθινά κάτι το πανάρχαιο, το άγιο, το πικραμένο και περήφανο, που έχουν οι χαροκαμένες μάνες που γέννησαν παλικάρια. Έχει τόσο πολύ πολεμήσει και υπόφερε η γης ετούτη, έχει τόσο πολύ συνηθίσει το θάνατο, που τον ξεφοβήθηκε πια και μπορεί να γελάει και να παίζει μαζί του”. Νίκος Καζαντζάκης

9ο μέρος

Τρίτη 27 Μαΐου 1941, 8η μέρα της Μάχης στο Ηράκλειο




Μετά τις χθεσινές μάχες, το Επιτελείο της στρατιωτικής διοίκησης ασχολείται σήμερα με την ανασυγκρότηση των ταγμάτων και την κάλυψη επισιτιστικών και άλλων αναγκών.

Το αθεράπευτο πρόβλημα των πυρομαχικών αποτελεί τη μεγαλύτερη δυσκολία στην ανασυγκρότηση των ταγμάτων.

Οι Έλληνες κληρωτοί από την Κρήτη ή την άλλη Ελλάδα έχουν ξεπεράσει κάθε προσδοκία σε ηρωισμό και μαχητική ικανότητα. Πολεμούν τους αλεξιπτωτιστές που κατεβαίνουν κοπαδιαστά και αποτελούν την αιχμή της ναζιστικής λόγχης. Η πείρα που τους λείπει ως νεοσύλλεκτων έχει αντικατασταθεί από μία πρωτοφανή αντιστασιακή δράση κατά του κατακτητή. Οταν εξαντλούνται τα πυρομαχικά τους, όπως συμβαίνει και με τα σώματα των άτακτων πολιτών, λειτουργεί η θέρμη της ψυχής τους, που τους τροφοδοτεί με τη δική της δύναμη. Δεν οπισθοχωρούν ούτε λογαριάζουν τα βαριά όπλα και το επιθετικό πνεύμα της γερμανικής μηχανής. Αντιμετωπίζουν καρτερικά και χωρίς φόβο τις συνεχείς επιθέσεις της Λουντβάφε, τα αλεξίπτωτα γίνονται πια γι’ αυτούς συνηθισμένη υπόθεση και προβληματίζονται πώς μπορούν να προξενήσουν τη μεγαλύτερη ζημιά σ’ αυτούς που κρέμονται απ’ αυτά καθώς και στα αεροπορικά μέσα που τους μεταφέρουν.

Παρά την επιθυμία τους να συνεχίσουν τον αγώνα, σήμερα βρίσκονται χωρίς πολεμοφόδια. Η πηγή προμήθειας των μέσων διεξαγωγής του πολέμου που δεν μπορεί να είναι άλλη από τους σκοτωμένους ή αιχμάλωτους Γερμανούς στερεύει. Οι συνθήκες όπως έχουν διαμορφωθεί, δεν ευνοούν τις συγκρούσεις με τους πάνοπλους αλεξιπτωτιστές. Η ελληνική κατοχική κυβέρνηση βρίσκεται υπό τη σκιά των  Γερμανών και δεν μπορεί να καλύψει τα κενά του ανεφοδιασμού. Οι αξιώσεις τους “δώστε μας φυσέκια” μένουν ανικανοποίητες και μόνο ως απατηλό όνειρο τους συντροφεύει.

Ο Freyberg με αποκαλυπτική ειλικρίνεια σημειώνει:

“Ο στρατός δεν νικήθηκε υπό συνηθισμένες περιστάσεις, αλλά εξ αφορμής των μεγάλων αεροπορικών δυνάμεων που συγκεντρώθηκαν εναντίον μας. Ο βομβαρδισμός μας συνέτριβε. Ο πολυβολισμός μας έδιωχνε από τη μια θέση στην άλλη. Βόμβες μεγάλου βάρους από ύψος 200 ποδών ανετίναξαν τους άνδρες μας”.

Στον Αλμυρό οι δυνάμεις του ανθυπασπιστή Γ. Φραγκούλη κατορθώνουν και φτάνουν στις προφυλακές των Γερμανών. Αν και βασικός σκοπός τους είναι οι αναγνωριστικές ενέργειες, τελικά επιτίθενται εναντίον τους και τους αναγκάζουν να συμπτυχθούν, με τις γερμανικές δυνάμεις που βρίσκονται στην περιοχή του Γαζίου αφήνοντας τέσσερις νεκρούς.

Τα ελληνικά τμήματα την 8η μέρα των επιχειρήσεων, βρίσκονται σε σχετική ηρεμία και συνεχίζουν την εγκατάσταση στις νέες θέσεις στις Κάτω Αρχάνες. Τα τμήματα βέβαια αυτά αντιμετωπίζουν έντονα το φάσμα της πείνας και την έλλειψη πυρομαχικών. Για να ικανοποήσουν την πείνα τους καταφεύγουν σε γειτονικά χωριά.

Τα γερμανικά τμήματα συγκεντρώνονται στις θέσεις τους και ετοιμάζονται για την τελική κατά του αεροδρομίου εξόρμηση. Η αεροπορία ανεφοδιάζει συνεχώς τα τμήματα αυτά με πυρομαχικά και κάθε είδους εφόδια. Οι δυνάμεις του ταγματάρχη Schultz στο στρατηγικής σημασίας ύψωμα του Αϊ Λια ενισχύονται με ένα ελαφρό πολυβόλο με τα πυρομαχικά του. Οι αλεξιπτωτιστές κατασκευάζουν ένα διάδρομο προσγείωσης στο ύψωμα 209 για να διεκολύνουν τον ανεφοδιασμό τους. Σ’ αυτό προσγειώνεται ένα Junkers Ju 52, ξεφορτώνει πυρομαχικά και επιστρέφοντας στη βάση του μεταφέρει και δεκαοχτώ τραυματίες. Την ίδια μέρα ένα ακόμα τμήμα δύναμης τάγματος αποβιβάζεται στην περιοχή των Γουρνών, προς ενίσχυση των γερμανικών δυνάμεων. Στέλνονται ταυτόχρονα οδηγίες να καταληφθεί το αεροδρόμιο με βομβαρδισμό στις 28 του Μάη και να διατηρείται ελεύθερο για τα γερμανικά αεροσκάφη.

Για την επικείμενη εγκατάλειψη της περιοχής από την πλευρά των Βρετανών οι Γερμανοί τελούν σε πλήρη άγνοια. Ο συνταγματάρχης Brauer διαβλέποντας ότι οι προπαρασκευές για να επιτεθεί στο αεροδρόμιο στις 28 του μήνα δεν μπορούν να ολοκληρωθούν, προτείνει ως καταλληλότερη ώρα το βράδυ της 29ης Μαΐου. Το αίτημα αυτό που αποτελεί προϊόν επιτόπιας εμπειρίας γίνεται αποδεκτό.

Η 27η Μαΐου βρίσκει και τις τρεις εμπλεκόμενες δυνάμεις σε διαφορετικούς προγραμματισμούς.

Οι ελληνικές δυνάμεις προσπαθούν να ανασυγκροτηθούν και ανεφοδιαστούν προκειμένου να συνεχίσουν τον αγώνα τους. Οι Γερμανοί προπαρασκευάζονται για την τελική επίθεση του αεροδρομίου, που έχουν αρχίσει πριν οχτώ μέρες χωρίς αποτέλεσμα.

Η βρετανική διοίκηση τέλος του τομέα προετοιμάζεται με κάθε μυστικότητα για την εκκένωση και την μεταφορά των βρετανικών δυνάμεων στη Μέση Ανατολή.

Το πρωί της ίδιας μέρας ο Chapell ανακοινώνει μέσω Καΐρου στον Freyberg ότι οι Γερμανοί έχουν πια στην κατοχή τους μεγάλο αριθμό όπλων και πυρομαχικών και στηριζόμενοι στην υπεροχή των όπλων τους ίσως προετοιμάζονται για την τελική επίθεση. Θέλει να πληροφορηθεί αν πρέπει να προσπαθήσει να απελευθερώσει το δρόμο που οδηγεί προς τη δυτική και νότια ενδοχώρα. Όμως στο κρίσιμο αυτό στάδιο, παίρνει νέο μήνυμα από τη Μέση Ανατολή σύμφωνα με το περιεχόμενο του οποίου θα πρέπει να προβεί στις απαραίτητες προετοιμασίες για την εκκένωση του Ηρακλείου τη νύχτα της 29ης Μαΐου. Γύρω στα μεσάνυχτα θα φτάσουν στο λιμάνι του Ηρακλείου πολεμικά σκάφη, τα οποία θα αποπλεύσουν στις 3.00 τα ξημερώματα. Σ’ αυτά θα επιβιβαστούν το πολύ 4.000 άνδρες.

Η οπισθοφυλακή και οι υπόλοιποι άνδρες θα πρέπει να κατευθυνθούν προς το Τυμπάκι στη νότια ακτογραμμή. Από το σημείο αυτό θα παραλαμβάνονται αργότερα από πλοία του βρετανικού βασιλικού ναυτικού.

Οι ελληνικές δυνάμεις δοκιμάζουν μια ανησυχητική ησυχία. Τα σχέδια επιθετικών επιχειρήσεων στις περιοχές Κνωσού και Αϊ Λια την τελευταία στιγμή ματαιώνονται.

Ο συμμαχικός παράγοντας αναστέλλει τις επεμβάσεις αυτές, χωρίς να μπορεί να ερμηνευθεί ο λόγος αναστολής τους. Οι Άγγλοι που έχουν κανονίσει ήδη την αποχώρησή τους με άκρα μυστικότητα, αποφεύγουν τις συγκρούσεις της τελευταίς στιγμής. Πιθανόν η αποτροπή άσκοπων αιματοχυσιών και η αποφυγή συνεπειών σε βάρος του λαού να επηρεάζουν τη σκέψη τους.

Ένας άλλος αστάθμητος παράγοντας την εποχή αυτή είναι το ιταλοαλβανικό στοιχείο που βρίσκεται σε διάφορα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Είναι οι αιχμάλωτοι του ελληνοϊταλικού πολέμου που μετά την κατάρρευση προωθούνται στην Κρήτη. Πρόκειται για 15.518 αιχμαλώτους και συγκεκριμένα για 621 Ιταλούς αξιωματικούς και 14.050 οπλίτες, καθώς επίσης για 25 Αλβανούς αξιωματικούς και 822 οπλίτες. Ο νομός Ηρακλείου φιλοξενεί στα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Αγίου Θωμά και Χουδετσίου 5.000 άτομα. Οι αιχμάλωτοι αυτοί που μαστίζονται από πείνας λυμαίνονται τα χωριά και προσπαθούν να βρουν κάτι για να κορέσουν την πείνα τους.

Αξίζει να σημειώσουμε ότι την επόμενη μέρα προκειμένου να έχουν και οι Ιταλοί μερδικό στην κατάληψη της Κρήτης, αποβιβάζουν ένα ενισχυμένο σύνταγμα, με ένα λόχο τεθωρακισμένων. Τις επόμενες μέρες σε κλίμα ασφάλειας αποβιβάζονται και πάλι στη Σητεία δύο ιταλικές μεραρχίες. Η συνολική δύναμη των Ιταλών που αποβιβάζονται ανέρχεται σε 20.000 άνδρες. Έτσι ο νομός Λασιθίου ιταλοκρατείται μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1943.

Ο Ιταλοί αναγγέλλουν με όλα τα μέσα ενημέρωσης ως μεγάλη στρατιωτική επιτυχία την κατάληψη του νομού Λασιθίου. Ανακοινώνουν ακόμα ότι η αιφνίδια απόβαση των ιταλικών στρατευμάτων στα ανατολικά παράλια της Κρήτης στέφεται με απόλυτη επιτυχία.

Οι Γερμανοί από τη δική τους πλευρά γράφουν: “Με την αυτού καθ’ αυτού κατάληψη της νήσου δεν είχε τίποτα το κοινό ο ελλιμενισμός των ιταλικών δυνάμεων”.

(Τη Δευτέρα η συνέχεια)