
Μια αυτοκρατορία επιτίθεται άνανδρα σε ένα μικρό 8 εκατομμυρίων έθνος... Τιτάνιος αγώνας ακολουθεί μεταξύ Δαβίδ και Γολιάθ. Ο ελληνικός στρατός αμύνεται στα αλβανικά βουνά και μετά από λίγο αντεπιτίθεται και με πίστη και θάρρος για την άδικη αυτή επίθεση τρέπει την αυτοκρατορία σε άτακτο φυγή. Πριν την τέλεια καταστροφή της αυτοκρατορίας στα αλβανικά βουνά υπό του Ελληνικού Στρατού, για να προλάβει παράλληλα και τη γελοιοποίηση της, ο Χίτλερ έσπευσε με την επίθεσή του εναντίον της Ελλάδας να την περισώσει.
Λίγες μέρες πριν την επίθεση του Χίτλερ εναντίον της Ελλάδας ο Άγγελος Βλάχος, διευθυντής και αρθρογράφος της εφημερίδας “Καθημερινή” στέλνει ανοικτή επιστολή στον Χίτλερ λέγοντας του: “Σε αυτή την επίθεση η Ελλάδα των 8 εκατ. κατοίκων δεν έχει παρά να παρατάξει αντί πυροβολικού πεζικού και μεραρχιών, φύλακες στα σύνορα της, είκοσι χιλιάδες τραυματίες χωρίς πόδια, χωρίς χέρια, με τα αίματα και τους επιδέσμους δια να τους υποδεχθούν. Δεν πρόκειται όμως να γίνει αυτό. Ο ολίγος ή πολύς στρατός που είναι ελεύθερος αν κληθεί τι θα κάμει; Θα πολεμήσει και εκεί θα αγωνιστεί και εκεί, θα πεθάνει και εκεί, αναμένοντας την εκ Βερολίνου επιστροφή του δρομέα, ο οποίος ήλθε προ πέντε ετών και έλαβε από την Ολυμπία το φως δια να μεταβάλει εις δαυλό την λαμπάδα και να μεταφέρει την πυρκαγιά εις τον μικρόν την έκταση, αλλά μέγιστο αυτό τόπο, που αφού έμαθε όλον τον κόσμο να ζει πρέπει να τον μάθει και να αποθνήσκει. Μετά την όχι και τόσο εύκολη και υπό μορφή πορείας επίθεση όπως νόμιζε αλλά με αρκετό κόστος σε χρόνο και έμψυχο και άψυχο υλικό κατάλαβε την Ελλάδα”.
Η κυβέρνηση Τσουδερού με τον βασιλέα μεταφέρεται στην Κρήτη. Από τα Λευκά Όρη ο Βασιλιάς στέλνει διάγγελμα στον ελληνικό λαό που μεταδίδεται από ξένα ειδησεογραφικά πρακτορεία. Ο πόλεμος στη Λιβύη μαίνεται και η κατάληψη της Κρήτης για τον ανεφοδιασμό του στρατηγού Ρόμελ είναι επιτακτική. Η επίθεση για κατάληψη της Κρήτης άρχισε με βομβαρδισμούς νυχθημερόν των πόλεων τις οποίες πυρπολεί και ισοπεδώνει. Γέροι, γυναίκες, παιδιά και οτιδήποτε βρίσκεται εντός των πόλεων και σε πολλά χωριά ανεξαρτήτως εξοντώνεται από τη θηριωδία των νέων υποψήφιων εισβολέων.
Μετά τους βομβαρδισμούς το επίλεκτο σώμα των αλεξιπτωτιστών αναλαμβάνει την κατάληψη της Κρήτης. Τα εξ αέρος όμως μανιτάρια που σαν όρνεα κατά κύματα κατέβαιναν για να κατασπαράξουν τα θύματα τους, πριν πατήσουν τα κακοτράχηλα και αιματοβαμμένα χώματα, τα ολίγα παλικάρια που είχαν απομείνει και με τους έμπειρους του πολέμου γέρους παππούδες και πατεράδες τους με πανάρχαια όπλα αρχικώς αλλά ακόμα και με μαγκούρες και με τα σύγχρονα λάφυρα εν συνεχεία τα εξόντωναν. Ελάχιστοι έμειναν. Όμως οι ελάχιστοι αυτοί που έμειναν, δυστυχώς ύστερα από ένα λανθασμένο επιτελικό κατά τα λεγόμενα σχεδιασμό των Εγγλέζων έγιναν κάτοχοι της Κρήτης. Η μια πόλη μετά την άλλη καταλαμβάνεται και η εκδίκηση για την καταστροφή του επίλεκτου σώματος των αλεξιπτωτιστών που τελείως καταστράφηκε, ήταν πέρα πάσης φαντασίας και ειδικά από τον λεγόμενο πολιτισμένο λαό. Εκτελέσεις χωρίς διάκριση, Θεοδοσάκης αρχιμανδρίτης ο πρώτος εκτελεσθείς, ακολουθούν 12 επίλεκτοι πολίτες εκ των οποίων τρία αδέλφια (Γεωργιάδη) και 50 μετά το σαμποτάζ του αεροδρομίου του μοναδικού μετά το σαμποτάζ του Γοργοπόταμου που άφησε 22 μεγαθήρια εξακινητήρια μεταγωγικά αεροπλάνα και τρία μικρότερα με τους σκελετούς από σιδερογωνιές που επέτρεπαν μετά ανεμπόδιστα τη θέα όλου του αεροδρομίου και επομένως να μπορείς να μετρήσεις τους σκελετούς των κατεστραμμένων αεροπλάνων και το υπόλοιπο μέταλλο λιωμένο δημιουργούσε ένα μεταλλικό τάπητα στο έδαφος. Ιδία θέα την επομένη του σαμποτάζ κάνοντας αγγαρεία μικρός στο αεροδρόμιο. Ολόκληρα χωριά ξεριζώνονται: Κάνδανος, Βιάννος, Ανώγεια, Δαμάστα, Γερακάρι. Άνδρες δολοφονούνται ομαδικά, ανεξαρτήτως ηλικίας ακόμα παιδιά και γυναίκες. Ο κρητικός λαός όμως δεν μπόρεσε να δεχθεί τον ζυγό. Οργανώνεται σε διάφορες αντιστασιακές οργανώσεις και κάθε ένας από το μετερίζι του προσφέρει ό,τι μπορεί αδιαφορώντας για τις τραγικές συνέπειες οι οποίες ήταν πέρα πάσης περιγραφής εκτελέσεις κ.λ.π. Όλα μας τα κάψανε και μας τα πήραν οι Γερμανοί. Δεν έχομε ποτήρι να σου δώσομε νερό αν διψάς να ξεδιψάσεις, ούτε καρέκλα να κάτσεις να ξεκουραστείς, ούτε και ένα κομμάτι ψωμί να φας αν πεινάς να ξεπεινάσεις και ούτε ένα άνδρα να κουβεντιάσει μαζί σου δεν αφήκαν ούτε ένα. Αυτά λένε στον επισκέπτη Καζαντζάκη σε ένα από τα εκατοντάδες χωριά που κατέστρεψαν οι Γερμανοί. Να μόνο τούτα τα αρσενικά λέει μια γυναικούλα, δείχνοντας δύο τρία μωρά που βύζαιναν στον κόρφο οι μανάδες τους. Φτάνουν αυτά για μαγιά, φώναξε μια γριά. Περίμενα να ακούσω κλάματα και να δω χέρια να απλώνονται να ζητούν βοήθεια. Και βρήκα ανυπόταχτες απαράδοτες ψυχές και κορμιά μισόγυμνα πεινασμένα και αλύγιστα. Τι δύναμη και τι αντοχή είναι τούτη συλλογιζόμουν και πού βρίσκουν τα κορμιά τούτα τόση ψυχή. Και πια ακριτική πνοή τους δίνει τόση αψηφισιά να παλεύουν με τον θάνατο. Οι Κρητικοί αλήθεια αγαπούν παράφορα τη ζωή όπως και κάθε Έλληνας αλλά συνάμα ποτέ δεν φοβούνται τον θάνατο. Αδάμαστες ψυχές οι Κρητικοί. Χιλιάδες τώρα χρόνια παλεύουν στα κακοτράχηλα κρητικά βουνά την πείνα, τη γύμνια, τους βαρβάρους. Και ούτε η μοίρα ούτε οι άνθρωποι μπόρεσαν ποτέ να τους κάμουν να σκύψουν το κεφάλι. Και πράγματι τα λίγα αυτά μωρά μεγάλωσαν και γέμισαν τα χωριά και πάλι από ανθρώπινες ψυχές με περίσσεια ζωντάνια και παιδικές φωνές σιγουριά για το μέλλον. Τα γκρεμισμένα από την άγρια επιθετικότητα των Γερμανών και καμένα σπίτια των πατεράδων και παππούδων τους οικοδόμησαν και ζουν εν ειρήνη. Έτοιμοι όμως αν χρειασθεί πάλι να πολεμήσουν, να σκοτωθούν και πάλι να νικήσουν. Ναι, αλήθεια στις αποζημιώσεις για τις καταστροφές που έκαναν στην Ελλάδα, για τα δάνεια που αναγκαστικά έδωσε τότε στη Γερμανία ίσως υπάρχει κάποιο αντάλλαγμα. Ποιο όμως αντάλλαγμα υπάρχει για τις χαροκαμένες μάνες, που από την αγκαλιά τους πήρανε τα σπλάχνα τους, τα παιδιά τους και σαν σκυλιά τα θανατώνανε; Για τα τόσα ορφανά χωρίς πατέρα, χωρίς σπίτι, χωρίς ακόμα και νερό γιατί σε πολλές περιπτώσεις και αυτό το καταστρέψανε; Τις γυναίκες χωρίς άνδρα, χωρίς σπίτι με μικρά παιδιά, όσα τους έμειναν, χωρίς ακόμα και τη στοιχειώδη τροφή; Ποιο μπορεί να είναι το αντάλλαγμα; Ποιο μπορεί και πώς είναι δυνατό και με ποιο τρόπο να βρεθεί το τίμημα αυτό; Αλίμονο!
* O Νίκος Κολομβοτσάκης είναι συνταξιούχος οδοντίατρος.

