Toυ Μύρωνα Μιγάδη*
Μέρες πολλές η Σειρήνα στο Μέγαρο Διαλυνά τρόμαζε τους κατοίκους του Μεγ. Κάστρου που φώναζε για να τρέξουμε στα καταφύγια και να γλυτώσουμε από την λαίλαπα του πολέμου και την καταστροφή.
Στην συνοικία Αγίας Τριάδος το σπίτι μας τότε, σκέπαζε χαρές και λύπες στοργικά. Ηταν ένα κουκούλι ζεστό για την μητέρα μου και εμένα με λίγα σκεπάσματα και ό,τι φορούσαμε.
Τρέξαμε όλοι από ην γειτονιά στους κυλινδρόμυλους «Τζωρτζάκη», όπως πηγαίναμε συνήθως κάθε φορά που κτυπούσε «συναγερμός» στα υπόγειά του για να βρούμε ασφάλεια και Γαλήνη όσο οι συνθήκες το επέτρεπαν…
Όμως αυτή τη φορά οι όροι άλλαξαν. Οι γείτονές μας αργά αργά τη νύκτα εγκατέλειψαν το καταφύγιο, γιατί δεν υπήρχε νερό, ούτε τουαλέτες και μια μια οικογένεια γύριζαν στα σπίτια τους ή στα χωριά τους όσοι είχαν…
Έτσι και εμείς γυρίσαμε στο σπιτάκι μας… Την ημέρα χαλούσε ο κόσμος από τους συναγερμούς και το δειλινό κάπως ησύχαζαν τα πράγματα… Η γειτονιά έρημη. Εγώ αν και πολύ μικρό δεν γνώριζα ακριβώς τι γινόταν πλάι μου, εύρισκα ασφάλεια και γαλήνη στην αγκαλιά της μανούλας μου Μαρίτσας τις ώρες του χαλασμού…
Την Τρίτη ημέρα στο πλαϊνό σπίτι ακούσαμε βήματα, τότε η μητέρα μου ανέβηκε σε μια σκαλίτσα και είδε ότι ήταν ένα αγόρι του γείτονα, ο Νίκος Σπανακάκης. Του φώναξε η μητέρα μου και εκείνος έμεινε άφωνος… βλέποντάς μας μόνους εκεί στο χαλασμό που γινόταν…
“Πάρε ό,τι μπορείς κα Μαρίτσα κι ελάτε μαζί μου! Ετσι το δειλινό μας βρήκε στα στενά σοκάκια της πόλης μας βαδίζοντας προς το Ενετικό Τείχος της πόλης μας «στην Καινούργια Πόρτα» στο σημερινό Μουσείο «Καζαντζάκη», εκεί που ήταν οι γονείς του.
Εκείνη την ώρα κόπαζαν οι συναγερμοί. Οι άνθρωποι όλοι μας αγκάλιασαν όταν μας είδαν.
Την άλλη ημέρα σαν σουρούπωνε με χίλιες προφυλάξεις, φθάσαμε στην «Κνωσό» περνώντας μια νύχτα φόβου και ανασφάλειας.. (στο σημερινό «Κτήμα του Καλαθάκη») το πρωί με το σκάσιμο της ημέρας κάποια ώρα φθάσαμε στις σπηλιές της Αγ. Ειρήνης που και σήμερα ακόμη είναι όπως και τότε.
Μετά από μέρες που κόπασαν οι βομβαρδισμοί και η πόλη μας είχε περάσει στα χέρια του κατακτητή δηλ. των Γερμανών γυρίσαμε στα σπίτια μας με χίλιες στερήσεις και όλα τα γνωστά προβλήματα…
Έτσι θυμάμαι την «Μάχη της Κρήτης» μας που ήταν η «Αρχή και το τέλος» του Γ’ Ράϊχ μα ακόμα δεν μας το έχουν συγχωρήσει οι σημερινοί μας σύμμαχοι…
* Ο Μύρων Κ. Μιγάδης είναι συνταξιούχος

