Του Γιώργου Παναγιωτάκη

“Η Κρήτη έχει αληθινά κάτι το πανάρχαιο, το άγιο, το πικραμένο και περήφανο, που έχουν οι χαροκαμένες μάνες που γέννησαν παλικάρια. Έχει τόσο πολύ πολεμήσει και υπόφερε η γης ετούτη, έχει τόσο πολύ συνηθίσει το θάνατο, που τον ξεφοβήθηκε πια και μπορεί να γελάει και να παίζει μαζί του”. Νίκος Καζαντζάκης

Σάββατο 24 Μαΐου 1941, 5η μέρα της Μάχης στο Ηράκλειο




Η μέρα αυτή βρίσκει τη βομβόπληκτη και σκελετωμένη πόλη του Ηρακλείου να προσπαθεί να συνέλθει από τα χθεσινά γεγονότα. Ακόμα, να ελπίζει για μια προσωρινή έστω ανάπαυλα των αεροπορικών επιθέσεων. Όμως το αδηφάγο πνεύμα της ισοπέδωσης της πόλης όπως την προγραμματίζει ο Γερμανός ταγματάρχης Schultz κυριαρχεί και στη σημερινή ημέρα. Από το πρωί ο βομβαρδισμός της πόλης επαναλαμβάνεται και οι καταστροφές που προκαλούνται είναι και πάλι ανυπολόγιστες.

Τα ελληνικά τμήματα της πόλης και οι ομάδες χάνουν τη συνοχή τους και με μια μικρή περιπλάνηση στην ερειπωμένη πόλη, την βρίσκουν τα ξημερώματα.

Η σημερινή, όπως και η προηγούμενη επιχείρηση, γίνεται κατά το σύστημα του σταυροειδούς κατά παραλληλόγραμμο βομβαρδισμού των τετραγώνων, που μετατρέπει την πόλη σε συνεχόμενους σορούς ερειπίων.

Το σύστημα αυτό είχε για πρώτη φορά εφαρμοστεί στην Πολωνία. Πέρα από την καταστροφή της πόλης, σκοπός των νέων βομβαρδισμών είναι και η αποδιοργάνωση των δυνάμεών μας και το χτύπημα των χώρων της επιχειρησιακής τους δράσης.

Η απομόνωση των τμημάτων αυτών αφήνει ανενόχλητη την πορεία τους, προκειμένου μ’ έναν βαθύ ελιγμό από Εσταυρωμένο, Άγιο Σύλλα, Σπήλια και ανατολικότερα να καταλάβουν τα υψώματα του Αί Λια.

Τα υψώματα αυτά με το ήπιο ανάγλυφό τους εξασφαλίζουν τις προϋποθέσεις για τον έλεγχο και την κατάληψη του αεροδρομίου.

Από τη Σύλλαμο, τον Άγιο Βλάσση τις Βασιλειές και τον Άγιο Σύλλα κατεβαίνουν πολίτες και ενισχύουν τα ελληνικά τμήματα, με τα οποία ενώνονται κυρίως γύρω από την Κνωσό, όπου αποσύρονται και οι ελληνικές δυνάμεις για αναδιοργάνωση και ανεφοδιασμό. Από τα ξημερώματα τα αεροπλάνα γυροφέρνουν την Φορτέτσα επιτηρώντας και ανιχνεύοντας με προσοχή ολόκληρη την περιοχή. Ο κλεφτοπόλεμος ως μέσο άμυνας και αντίδρασης βρίσκεται σε ενθουσιώδη έξαρση. Οι αυτόκλητοι ένοπλοι πολίτες, που ενισχύουν την άμυνα ,βελτιώνουν τη θέση τους αφού βρίσκονται εφοδιασμένοι με όπλα και πυρομαχικά λάφυρα από Γερμανούς αλεξιπτωτιστυές, που σκοτώνουν ή αιχμαλωτίζουν.

Η αεροπορική δραστηριότητα της ημέρας αρχίζει από τις πρωινές ώρες με το βομβαρδισμό του αεροδρομίου.

Είνα σμήνος αναγνωριστικών αεροπλάνων ενεργεί ελιγμούς πάνω από διάφορα χωριά και πολυβολεί τις Βασιλειές, χωρίς όμως θύματα ή ζημιές.

Βομβαρδίζεται επίσης επίμονα ο Πόρος και ο Κατσαμπάς. Ενα πυκνό ακόμα σύννεφο από μαύρα σιδερένια πουλιά απλώνεται από τη Φοινικιά ως το αεροδρόμιο και εκτελούν με πείσμα την αποστολή που τους ανατίθεται.

Τα γερμανικά αεροπλάνα ρίχνουν και προκηρύξεις, με τις οποίες απειλούν κάθε άτομο που συνεχίζει την αντίσταση εναντίον τους. Η απειλή βέβαια αυτή δεν φοβίζει ούτε επηρεάζει το φρόνημα των μαχητών, που χρησιμοποιούν κάθε μέσο για να ματαιώσουν τα κατακτητικά σχέδια των Γερμανών.

Οι νέοι αυτοί επιδρομείς έχουν εφοδιαστεί κι έχουν εγκολπωθεί ως άλλος Μωυσής τις δέκα εντολές, ένα μίγμα μυστικισμού και τακτικής κι έχουν ακόμα πιστέψει πως θάνατος ή νίκης είναι γι’ αυτούς ζήτημα τιμής. Δεν μπορούν βέβαια να πιστέψουν πως από την τρίτη κιόλας μέρα της κρητικής εισβολής ο αριθμός των νεκρών θα ήταν μεγαλύτερος από το σύνολο των απωλειών που είχε η Βέρμαχτ σ’όλα τα μέτωπα του πολέμου.

Ο υποστράτηγος Λιναρδάκης αναφέρει στην έκθεσή του την κατάσταση που επικρατεί και γράφει: “24 Μαΐου. Εξακολουθεί ο βομβαρδισμός της πόλεως καθ’ όλην την ημέραν σφοδρότερος της χθες.

Συνεχίζεται επίσης η προσγείωση νέων δυνάμεων αλεξιπτωτιστών, τους οποίους μεταφέρουν αλλεπάλληλα κύματα οπλιταγωγών αεροπλάνων. Έτερα αεροπλάνα ρίχνουν δι’ αλεξιπτωτιστών τρόφιμα και πυρομαχικά εις τους πυρήνας αντιστάσεως. Καθ’ όλην την ημέραν τα τμήματά μας παρέμειναν εις τας θέσεις των μη επιτρέποντα εις τον εχθρόν παρα τον συνεχή βομβαρδισμόν την είσοδον εις την πόλιν...”.

Ο επισιτισμός των άτακτων οπλοφόρων παρουσιάζεται ως δυσεπίλυτο πρόβλημα μετά την καταστροφή των κλιβάνων του Ηρακλείου. Η αναπλήρωσή τους από την κωμόπολη των Αρχανών δεν λύνει το πρόβλημα. Οι ομάδες αυτές κατάκοπες και πεινασμένες αναγκάζονται και καταφεύγουν σε κοντινά χωριά για να ικανοποιήσουν προσωρινά την πείνα τους και να ξεκουραστούν λίγο.

Αλλά και στα χωριά τα τρόφιμα λιγοστεύουν. Γράφεται ότι μερικές γριούλες επωφελούνται κάποιας ανάπαυλας των επιδρομών και μαζεύουν στα κλέφτικα κάμποσα κεφάλια σταριού με το χέρι. Τα μαδάνε υπομονετικά, τα ξεραίνουν στο φούρνο για να τ’ αλέσουν στο χειρόμυλο. Βγάζουν έτσι λίγο χοντράλευρο που θα αντικαταστήσει το ψωμί των παιδιών τους.

Ούτε όμως τα προβλήματα της πείνας, ούτε τα σφοδρά σφυροκοπήματα της Λουφτβάφε ούτε η σύμπτυξη των στρατιωτικών τμημάτων μπόρεσαν να επηρεάσουν και να μειώσουν την ένταση του κλεφτοπόλεμου. Κι ενώ μικρές δυνάμεις με τους Άγγλους κρατούν τις εισόδους της πόλης και το αεροδρόμιο, οι άτακτοι συνεχίζουν το ανελέητο ανθρωποκυνηγητό.

Μεμονωμένοι ή σε μικρές ομάδες αλεξιπτωτιστές γεύονται το θάνατο με το πρώτο τους πάτημα στην κρητική γη.

Το απόγευμα της ίδιας μέρας μετακινείται προς το Μασταμπά-Κορώνη Μαγαρά ένας λόχος Βρετανών για να ενισχύσει τα τμήματα των αξιωματικών Μπετεινάκη και Φιλιππάκη που μάχονται προς τα νότια της πόλης, εκκαθαρίζοντας την περιοχή Αϊ Γιάννη Χωστού, Κορακοβουνίου και Μασταμπά. Δίπλα στις βρετανικές δυνάμεις, που κινούνται προς τα δυτικά, έρχεται και ενώνει τη δύναμή της η μαχητική ομάδα του οπλαρχηγού Πολιτάκη. Στην ομάδα αυτή εντάσσονται πρόθυμα και πενήντα νέοι μαχητές από τα χωριά, που έχουν εξοικονομήσει όπλα και πυρομαχικά από τους σκοτωμένους αλεξιπτωτιστές.

Εκτός από τις πολλές μικροσυγκρούσεις σε διάφορα σημεία, δύο σχετικά αξιόλογες επιχειρήσεις κλείνουν την ημέρα. Ένας κάτοικος του Σκαλανίου ενημερώνει τον συνταγματάρχη Παπαθανασόπουλο ότι Γερμανοί έχουν καταλάβει θέση μεταξύ Αϊ Λια και Σκαλανίου νεκρώνοντας με τα πυρά τους κάθε κίνηση στους γειτονικούς λόφους. Ο Μπαντουβάς με τους άνδρες του κατορθώνει και πλησιάζει την απυρόβλητη γωνιά τους, αναγκάζοντάς τους να παραδοθούν και να μεταφερθούν και οι εφτά στα Σπήλια.

Την ίδια μέρα ο αδελφός του Ιωάννης Μπαντουβάς που έχει συγκροτήσει κι αυτός ομάδα αντιστασιακών έρχεται με την ομάδα του και συναντά τον Μανόλη στον τομέα δράσης της.

Σχετικά με μια προσπάθεια αλεξιπτωτιστών να εισέλθουν στην πόλη, ο αντισυνταγματάρχης Ε. Χαιρέτης γράφει: “Ευρισκόμενης της υπ’ εμέ δυνάμεως επί του τείχους εις κατάστασιν επιτηρήσεως των προ των τειχών θέσεων, αντελήφθη μεν περί ώραν 23ην ομάδα Γερμανών στρατιωτών αποπειρωμένην να εισέλθει εντός της πόλεως καίτοι προ ημών υπήρχε αγγλική δύναμις. Οι ανωτέρω Γερμανοί εις τας πρώτας βολάς μας διεσκορπίσθησαν, καθώς δε μας είπεν την επομένην εις Σπήλια ο διοικητής της αγγλικής δυνάμεως Αυστραλός ταγματάρχης Gort όντως είχον διεχθεί δια των γραμμών των υπολογίζουν περί τους 50 και οίτινες ασφαλώς επεχείρησαν νυκτερινήν επιχείρησην προς είσοδον εις την πόλιν, αλλά ότι εξουδετερώθηκαν άπαντες κατά την επιστροφήν των”.

Ενα άλλο αξιόλογο περιστατικό αφορά στον ηρωικό αρχιμανδρίτη Φώτιο Θεοδοσάκη. Δεκατρείς Γερμανοί αλεξιπτωτιστές έχουν κλειστεί σε σπήλαιο κοντά στο χωριό Σκαλάνι.

Ο αρχιμανδρίτης Φώτιος που πληροφορείται τη σπηλαιϊκή αυτή εστία τρέχει με τα παλικάρια του για την εξουδετέρωση της εστίας αυτής. Με τα πυκνά πυρά των πολυβόλων και των τουφεκιών τους κρατούν σε απόσταση τους οπλοφόρους μας σκορπίζοντας έτσι τον κίνδυνο στους κατοίκους του Σκαλανίου. Το στόμιο του σπηλαίου που βρίσκεται σε μια απότομη πλαγιά είναι σχεδόν απρόσβλητο, με τα μέσα πυρός που διαθέτουν οι Γερμανοί. Με σχέδιο και υπόδειξη του αρχιμανδρίτη, ένα ριψοκίνδυνο παλικάρι, ο Γ. Κουκάκης από τους Βαρβάρους, φτάνει στην είσοδο του σπηλαίου, κάνοντας χρήση χειροβομβίδας. Ακολουθούν ο Κόκκινος από τα Σπήλια κι ένας από την επαρχία Μαλεβιζίου. Ο ηρωικός Φώτιος, που έχει σπουδάσει στην Κωνσταντινούπολη και στην Ιταλία, προτρέπει τους Γερμανούς να παραδοθούν. Παραδίδονται πραγματικά, αλλά και ζητούν από τον αρχιμανδρίτη να τους σεβαστούν ως αιχμαλώτους.

Ο Φώτιος τους διαβεβαιώνει ότι εμείς έχουμε προπάτορες και ιστορία, που θεωρούν τους αιχμαλώτους ως ιερά πρόσωπα.

Τους δίνει μάλιστα το λόγο της τιμής και της ιερωσύνης του. Με τη διαβεβαίωση αυτή του Φωτίου αρχίζουν και βγαίνουν από το σπήλαιο που άθελά του τους φιλοξενεί παραδίνοντας στα πόδια του ιερωμένου τα αυτόματα, το πολυβόλο, το τουφέκι, το πιστόλι και ό,τι άλλο διαθέτουν μαζί τους. Ανάμεσα στους δεκατρείς Γερμανούς που παραδίδονται είναι κι ένας τραυματίας, για την περιποίηση και την επίδεση των τραυμάτων του οποίου φροντίζει ο Φώτιος.

Η μεταφορά τους γίνεται στο φρουραρχείο των Αρχανών. Αντιμετωπίζει τη λυσσώδη αντίδραση πολλών που θέλουν να πληρώσουν με τη ζωή τους την σύλληψή τους. Ο Φώτιος, πιστός στις υποσχέσεις του, παίρνοντας τις κατάλληλες προφυλάξεις, τούς οδηγεί μέσα από παράδρομους και απόκεντρα μονοπάτια στον προορισμό τους, κατάκοπος και εξαντλημένος, αλλά ικανοποιημένος και εθνικά υπερήφανος. Αργότερα, βέβαια με την κατάληψη της Κρήτης ο Γερμανός τραυματίας αναγνωρίζει τον Φώτιο “και κινώντας την πτέρναν κατά του ευεργέτου” τον κατέδωσε στους Γερμανούς, οι οποίοι τον συλλαμβάνουν και τον εκτελούν στις 5 Ιουνίου 1941.

Η νεκρώσιμη ακολουθία που τελεί κατά την ώρα της σύλληψής του συνεχίζεται με αποδέκτη τον ίδιο τον ιερωμένο και υπερήφανο πρόσωπο του Φωτίου.

Στις 24 του μήνα πραγματοποιείται κι ένας αιμάτινος απολογισμός του 5ημερου διαστήματος της Μάχης. Σύμφωνα με τα στοιχεία που δίνονται στον τομέα Μάλεμε και Σούδας οι νεκροί ανέρχονται σε 396, οι τραυματίες σε 1118 και οι αγνοούμενοι σε 395. Στο Ηράκλειο οι απώλειες ανέρχονται σε 790 νεκρούς, 200 τραυματίες και 178 αιχμαλώτους.

Οι απώλειες του τομέα του Ρεθύμνου ανέρχονται σε 500 νεκρούς, 300 τραυματίες και 50 αιχμαλώτους. Οι συνολικές απώλειες ανέρχονται σε 3.340.

Στη στατιστική βέβαια του αίματος συμπεριλαμβάνονται και ντόπιοι που χάνουν τη ζωή τους στη σύγκρουσή τους με τους επίδοξους κατακτητές, υπερασπιζόμενοι ιδανικά της ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

(Αύριο η συνέχεια)