Του Γιώργου Παναγιωτάκη

“Η Κρήτη έχει αληθινά κάτι το πανάρχαιο, το άγιο, το πικραμένο και περήφανο, που έχουν οι χαροκαμένες μάνες που γέννησαν παλικάρια. Έχει τόσο πολύ πολεμήσει και υπόφερε η γης ετούτη, έχει τόσο πολύ συνηθίσει το θάνατο, που τον ξεφοβήθηκε πια και μπορεί να γελάει και να παίζει μαζί του”. Νίκος Καζαντζάκης

5ο μέρος

Παρασκευή 23 Μαΐου 1941,

4η μέρα της Μάχης στο Ηράκλειο


Η πτώση νέων αλεξιπτωτιστών και οι βομβαδισμοί της πόλης κινούνται με ακρίβεια και πραγματοποιούν το φονικό τους έργο.

Μέχρι το μεσημέρι στις περιοχές Εσταυρωμένος-Τσαλικάκι πέφτουν καινούργιοι αλεξιπτωτιστές με τα απαραίτητα εφόδια, για να αρχίσουν νέες σφοδρές επιθέσεις.

Κάτοικοι της πόλης προσέρχονται από το πρωί στην έδρα της ελληνικής στρατιωτικής διοίκησης Ηρακλείου προκειμένου να καταγγείλουν μια απαράδεκτη τακτική από την πλευρά των Γερμανών. Αναφέρουν ότι συγγενικά τους πρόσωπα και κυρίως γυναικόπαιδα που έχουν καταφύγει στην ύπαιθρο για λόγους προστασίας και έχουν αιχμαλωτιστεί χρησιμοποιούνται ως προπέτασμα από τα τμήματα εκείνα που επιχειρούν την είσοδό τους στην πόλη.

Μετά απ’ αυτά διατάχθηκε ο φρούραρχος Ηρακλείου ταγματάρχης Ε. Τσαγκαράκης να μεταβεί στις γερμανικές αρχές και να απαιτήσει από το διοικητή των γερμανικών δυνάμεων να αφήσει ελεύθερα τα γυναικόπαιδα γιατί διαφορετικά θα υποστούν αντίποινα οι αιχμάλωτοι Γερμανοί. Τότε παρακάλεσε ο Τσαγκαράκης τον Γερμανό ομοιόβαθμό του αξιωματικό που βρισκόταν σε αιχμαλωσία να απευθύνει επιστολή στο διοικητή των γερμανικών δυνάμεων που είχε την έδρα του στον Εσταυρωμένο στην οποία να τονίζεται το μάταιο της αντίστασής του. Να τονίζει ακόμα ότι ο αγώνας γι’ αυτούς έχει χαθεί αφού όλες οι αντιστάσεις τους έχουν εξουδετερωθεί και ότι στα χέρια των ελληνικών και βρετανικών δυνάμεων κρατούνται αρκετοί αιχμάλωτοι. Αν διαφορετικά θέλουν να συνεχίσουν τον αγώνα, θα πρέπει να αφήσουν ελεύθερα τα γυναικόπαιδα και να μην τα μεταχειρίζονται ως ασπίδα κατά τις επιχειρήσεις.

Ο Γερμανός διοικητής ταγματάρχης Schultz συμφώνησε στην απελευθέρωση των γυναικόπαιδων, αρνήθηκε όμως κατηγορηματικά την πρόταση για παράδοσή τους ή για συνθηκολόγηση. Δήλωσε ακόμα ότι τους άνδρες ομήρους τους θεωρεί αιχμάλωτους πολέμου και δεν θα τους απελευθερώσει.

Ορίστηκε πραγματικά η ζώνη μεταξύ Τσαλικάκη και Μασταμπά και τα γυναικόπαιδα απελευθερώθηκαν το ίδιο βράδυ. Αναφορικά με τη συνθηκολόγηση είπε στο διευθυντή της Παιδαγωγικής Ακαδημίας γερμανομαθή διερμηνέα Στ. Μπουρλώτο: “Εμείς θα παραδοθούμε ή εσείς; Αγνοεί η στρατιωτική διοίκηση Ηρακλείου πως το Μάλεμε έπεσε, ότι τα Χανιά και το Ρέθυμνο κατελήφθησαν και ότι ο στρατός μας βαδίζει νικηφόρα προς το Ηράκλειο;”. Και συνεχίζει απειλητικά: “Αν η πόλη δε μας παραδοθεί μέχρι τις 4 το απόγευμα, θα ειδοποιηθούν τα στούκας και θα την ισοπεδώσουν”.

Σε σχετική παρατήρηση του Στ. Μπουρλώτου πως μια τέτοια πράξη θα την στιγμάτιζε κάποτε η ιστορία ως βάρβαρη και απολίτιστη, ο Γερμανός αξιωματικός απάντησε ότι η ανωτέρα στρατιωτική ηγεσία του διέταξε την κατάληψη της πόλης με κάθε μέσο και αν δεν παραδοθεί θα την καταστρέψει με τα στούκας.

Για να δικαιολογήσει προφανώς τη σύλληψη και την κακομεταχείριση των γυναικόπαιδων χαρακτήρισε τη διαγωγή του ελληνικού στρατού και των άτακτων σκληρή και βάρβαρη. Η πληροφορία ακόμα που έλεγε ότι είχαν καταληφθεί το Μάλεμε, τα Χανιά και το Ρέθυμνο είχε έναν παραπλανητικό χαρακτήρα προκειμένου να πλήξει το ηθικό των αμυνόμενων δικών μας δυνάμεων, αφού μόνο το Μάλεμε είχε καταληφθεί στην πραγματικότητα.

Στις 16.00 αλλεπάλληλα κύματα άρχισαν να βομβαρδίζουν την πόλη με ασυνήθιστη σφοδρότητα, απελευθερώνοντας άλλοτε εκρηκτικές και άλλοτε εμπρηστικές βόμβες.

Ο βομβαρδισμός που συνεχίστηκε μέχρι το βράδυ είχε ως αποτέλεσμα να καταστραφούν ολόκληρα τετράγωνα της πόλης και να μεταβληθούν σε ερείπια. Μαζί με τα καταρρέοντα σπίτια, καταστρέφεται και μεγάλο τμήμα του δικτύου ύδρευσης, οι πυρκαγιές αποτελούν συνηθισμένο φαινόμενο και οι δρόμοι ανώμαλα βαθουλωμένοι και αποδέκτες του υλικού των ερειπίων είχαν καταστεί αδιάβατοι.

Κάθε επικοινωνία με τις βρετανικές δυνάμεις είχε αποκοπεί. Οι στρατιωτικοί κλίβανοι καταστράφηκαν, οι αρτεργάτες εγκατέλειψαν την πόλη και διακόπηκε η παρασκευή άρτου. Με τις συνθήκες αυτές ο ανεφοδιασμός των τμημάτων σε άρτο και τρόφιμα γινόταν προβληματικός και ιδιαίτερα δύσκολος. Τα πάντα περιορισμένα, πυρομαχικά είχαν σχεδόν εξαντληθεί. Τα τμήματα τέλος είχαν καταπονηθεί από τον αδιάκοπο χωρίς ανάπαυση και εφεδρεία αγώνα. Ο άμαχος πληθυσμός είχε καταφύγει στις στοές των τειχών για λόγους προστασίας ή στην ύπαιθρο με αποτέλεσμα οι εις έμψυχο υλικό απώλειες να περιοριστούν.

Μέσα στο ερειπωμένο Ηράκλειο ένας άλλος κίνδυνος που ελλοχεύει είναι οι βόμβες που για διάφορους λόγους δεν εξερράγησαν όπως εκείνη στον αύλειο χώρο της εκκλησίας του Αγίου Μηνά. Υπολογίζεται ότι το 10-15% των βομβών αυτών δεν εξερράγη.

Το φονικό περιεχόμενό τους δεν βρήκε την ευκαιρία να δράσει προκαλούσε όμως πραγματικό κίνδυνο στους λιγοστούς κατοίκους της πόλης.

Ο στρατιωτικός διοικητής εκτιμώντας την εξουθενωτική κατάσταση στην οποία τα ελληνικά τμήματα είχαν περιέλθει ζήτησε από τον Βρετανό διοικητή την αλλαγή της της αποστολής τους, αίτημα που έγινε δεκτό. Συγκεντρώθηκαν λοιπόν στην περιοχή Κνωσός-Σπήλια προς αναδιοργάνωση με αποστολή την προστασία του στρατιωτικού νοσοκομείου της Κνωσού και τη διατήρηση ανοικτής της οδού προς το νοσοκομείο. Δύο λόχοι της Υόρκης και Λάγκαστερ θα αναλάμβαναν την άμυνα της πόλης.

Το Ηράκλειο στο μεταξύ βομβαρδίζεται ασταμάτητα. Μια βόμβα πέφτει στην πολυκλινική. Δύο εθελόντριες νοσοκόμες με κίνδυνο της ζωής τους περιφρονώντας τον θάνατο κατόρθωσαν να μεταφέρουν όλους τους τραυματίες στα καταφύγεια των τειχών, γλυτώνοντάς τους έτσι από την απειλή κατάρρευσης του κτιρίου. Πρόκειται για την Ειρήνη Μαρκάκη και την Νίτσα Πετράκη. Ανάλογη αυτοθυσία επέδειξε και η Μαργαρίτα Νίβα.

Νέες ομάδες από τα χωριά Γωνιές, Ανώγεια, Μάραθος, Αστυράκι και Τύλισος συγκροτούνται δυτικά της πόλης, πολεμώντας ηρωικά τον εχθρό από το Γάζι ως του Αγάκου το Μετόχι.

Στην περιοχή του ανατολικού συγκροτήματος έφτασαν δύο άρματα πεζικού από το Τυμπάκι στο οποίο είχαν μεταφερθεί δια θαλάσσης με σκοπό να συνεχίσουν την πορεία τους προς τη Σούδα. Το ένα τελικά παρέμεινε στο Ηράκλειο με δύο πυροβόλα. Ταυτόχρονα κινούνταν από το Τυμπάκι πάλι το τάγμα των Άρτζυλ και Σάτερλαντ, εκτός από ένα λόχο που παρέμεινε στο Τυμπάκι και τους Αγίου Δέκα. Τις πρώτες απογευματινές ώρες εμφανίστηκαν 6 αεροσκάφη Hurricane πάνω από το αεροδρόμιο με μια θεαματική προσγείωση, αλλά χωρίς αποτέλεσμα.

Είχαν την ατυχία να εκληφθούν ως εχθρικά και να βληθούν από το πυροβολικό των Άγγλων. Το παράδοξο αυτό χτύπημα είχε ως αποτέλεσμα να καταρριφθούν δύο από αυτά. Τα υπόλοιπα τραυματισμένα προφανώς απεχώρησαν για την Αίγυπτο όπου προσγειώθηκε τελικά το ένα απ’ αυτά.

Βραδύτερα, κι ενώ η πόλη βομβαρδιζόταν σκληρά από πενήντα αεροπλάνα σε μια επιδρομή εκδίκησης εμφανίστηκαν και πάλι έξι νέα αγγλικά Hurricane τα οποία ενεπλάκησαν σε αερομαχία με τη γερμανική αεροπορία, τα οποία προσγειώθηκαν τελικά στο αεροδρόμιο. Τα τέσσερα απ’ αυτά είχαν βλάβη στο ουραίο σύστημα προσγείωσης και ένα άλλο καταστράφηκε επί του εδάφους αργότερα από την εχθρική αεροπορία.

Όταν το στρατηγείο του διοικητή των αερομεταφερόμενων μονάδων αντιπτέραρχος Student πληροφορήθηκε την εμφάνιση των 12 Hurricane στον εναέριο χώρο του Ηρακλείου και στο αεροδρόμιό του ανησύχησε ιδιαίτερα. Την ανησυχία του αυτή την ενίσχυσε η σκέψη μήπως κατορθώσουν οι βρετανικές δυνάμεις και χρησιμοποιήσουν το αεροδρόμιο με τη μεγάλη στρατηγικής σημασίας αξία του. Ο δια θαλάσσης ανεφοδιασμός αποκλειόταν λόγω της αυξημένης βρετανικής ναυτικής παρουσίας στο χώρο της Μεσογείου.

Από την άλλη πλευρά το αεροδρόμιο του Μάλεμε ήταν ανεπαρκούς απόδοσης για την εξυπηρέτηση των γερμανικών τμημάτων που επιχειρούν επί του εδάφους. Το αεροδρόμιο του Ηρακλείου λοιπόν είχε όλες τις προϋποθέσεις για τις γερμανικές επιχειρήσεις. Υπήρχε ακόμα η σκέψη να εγκατασταθεί στο Ηράκλειο η Αεροπορία Μάχης και Βομβαρδισμού. Αυτό θα συντελούσε στην εξοικονόμηση χρόνου διαδρομών και ως εκ τούτου στη μεγαλύτερη απόδοση προς όφελος των στρατευμάτων του εδάφους.

Για το σκοπό αυτό διατάχθηκε ο διοικητής των γερμανικών δυνάμεων συνταγματάρχης Brauer να συγκεντρώσει όλες του τις δυνάμεις στο αεροδρόμιο για να αποτρέψει με οποιοδήποτε κόστος τη χρησιμοιποίηση του αεροδρομίου από τους Βρετανούς. Οι κάθε είδους ενισχύσεις προς το σκοπό αποτροπής του βρετανικού κινδύνου θα είναι στη διάθεσή του.

Το Ηράκλειο με την τόσο πλούσια ιστορία του και την ανθηρή οικονομική του επιφάνεια μετατρέπεται σε μια νεκρή πολιτεία. Οι κάτοικοί του προικειμένου να αποφύγουν τους συνεχείς καταστρεπτικούς βομβαρδισμούς μετακινούνται σε απυρόβλητες ζώνες.

Ο ανελέητος βομβαρδισμός της ημέρας καταχωρείται ως εφιαλτική ανάμνηση.

(Αύριο η συνέχεια)