Από τις δύο συνέχειες ταινιών του 2014, θα προτιμήσουμε την κωμωδία.

ΑΝΥΠΟΦΟΡΟΙ ΓΕΙΤΟΝΕΣ 2

BAD NEIGHBORS 2

Σκην.: Νίκολας Στόλερ

Πρωτ.: Σεθ Ρόγκεν, Ζακ Έφρον, Ρόουζ Μπερν, Κλόι Γκρέις Μορέτς, Ντέιβ Φράνκο.

Ο Μακ κι η Κέλι περιμένουν τη δεύτερη κόρη τους κι ετοιμάζονται να μετακομίσουν στο καινούριο τους σπίτι, αφού όμως πρώτα πουλήσουν το προηγούμενο, το οποίο έχει μόλις τεθεί σε εποπτεία από τους υποψήφιους αγοραστές, όταν μια γυναικεία κολεγιακή αδελφότητα ενοικιάζει το διπλανό σπίτι, θέτοντας σε κίνδυνο την προοπτική πώλησης του δικού τους.

Κωμωδία που αποτελεί συνέχεια του «Ανυπόφοροι γείτονες» («Bad Neighbors», Νίκολας Στόλερ, 2014), μιας ολοκληρωμένης ιστορίας για τη μετάβαση από την ανεύθυνη νεανικότητα στην υπεύθυνη ενηλικίωση, που δεν άφηνε αφηγηματικές εκκρεμότητες και δε δημιουργούσε την ανάγκη για μια συνέχεια, η οποία προέκυψε αμιγώς από την απροσδόκητη εμπορική επιτυχία του πρώτου φιλμ.

Ένα αχρείαστο σίκουελ λοιπόν, αλλά ευτυχώς διασκεδαστικό γι’ ακόμα μια φορά, χάρη στην αμείωτη ζωηράδα του καστ κι αφού, παρότι δε διαθέτει την πρωτοτυπία του πρώτου μέρους, βρίσκει τρόπους να χειριστεί ευρηματικά την ισορροπία ανανέωσης/επανάληψης που απαιτείται σε μια συνέχεια με την ίδια κεντρική ιδέα, την οποία φροντίζει να εμπλουτίσει θεματικά ώστε να μη μοιάζει μηχανική και πρόχειρη.

Έτσι, ο φεμινισμός των κοριτσιών, η ομοφυλοφιλία των αγοριών, η δοκιμαζόμενη γονικότητα του ζευγαριού στην υποκατάστατη μορφή της κι η επιμελημένη χαρακτηρολογική πρόοδος του Τέντι, θεμελιώνουν επαρκώς αυτόν τον δεύτερο γύρο ηλικιακής διαμάχης, καθώς εκτυλίσσεται μέσα από παλιά και καινούρια γκαγκ, όπως η προσπάθεια της Κέλι ν’ απωθήσει τα κορίτσια με το λάστιχο του νερού, οι αερόσακοι σε νέα χρήση κ.α.



Χ-ΜΕΝ: ΑΠΟΚΑΛΙΨ

X-MEN: APOCALYPSE

Σκην.: Μπράιαν Σίνγκερ

Πρωτ.: Τζέιμς Μάκαβοϊ, Μάικλ Φασμπέντερ, Τζένιφερ Λώρενς, Νίκολας Χουλτ, Ολίβια Μαν, Όσκαρ Άιζακ, Έβαν Πίτερς, Ρόουζ Μπερν.

Ο Εν Σάμπα Νουρ είναι ένας αρχαίος αιγύπτιος που αποτελεί τον πρώτο μεταλλαγμένο στην ανθρώπινη ιστορία. Μετενσαρκωμένος κι ενδυναμωμένος ανά τους αιώνες, ξυπνάει από τον λήθαργό του κι ετοιμάζεται να καταστρέψει τον κόσμο- έκβαση που μόνο οι X-Men μπορούν ν’ αποτρέψουν.

Περιπέτεια φαντασίας, που αποτελεί την έκτη ομαδική ταινία στη σειρά με τους υπερήρωες του τίτλου, κι η τέταρτη από τις οποίες σκηνοθετεί ο Σίνγκερ, το «X-Men» (2000) του οποίου υπήρξε το έναυσμα για την κυριαρχία του συγκεκριμένου είδους στο Χόλιγουντ τα τελευταία 16 χρόνια. Δυστυχώς όμως, όσο φρέσκια και αναζωογονητική ήταν η πρώτη ταινία τότε, τόσο κοινότοπη και διεκπεραιωτική αποδεικνύεται η φετινή συνέχεια, παρά το πρόσφορο σενάριο και το πλούσιο θέαμα που παρέχει.

Μετά από τη συνάντηση των δύο γενεών στην προηγούμενη ταινία, η φετινή περιλαμβάνει μόνο το νεότερο καστ που γνωρίσαμε στο «X-Men: η πρώτη γενιά» («X-Men: first class», 2011, Μάθιου Βων), το οποίο εμπλουτίζει με περισσότερους ήρωες και συνεχίζει την εξέλιξή τους, οδηγώντας τους σταδιακά στο σημείο που τους γνωρίσαμε στην πρώτη ταινία. Συνεχίζεται επίσης το εύρημα που θέλει κάθε προσθήκη να εκτυλίσσεται σε διαφορετική δεκαετία, κι έτσι εφόσον τα γεγονότα αυτής εδώ συμβαίνουν στη δεκαετία του 1980, φαντάζομαι θα χρειαστεί τουλάχιστον ακόμα μία πριν η σειρά διαγράψει πλήρη αφηγηματικό κύκλο μέχρι το σημείο όπου βρισκόταν το 2000. Ο ρυθμός είναι γρήγορος, τα εφέ χορταστικά, οι συμπλοκές μεταξύ των χαρακτήρων γνώριμες και λειτουργικές, κι ο Έβαν Πίτερς ως Quicksilver παραμένει η διασκεδαστικότερη προσθήκη του καστ, κάτι που συντελεστές γνωρίζουν κι αξιοποιούν σε μια σκηνή που αποτελεί μεγεθυμένη εκδοχή εκείνης στο «Ημέρες ενός ξεχασμένου μέλλοντος» («Days of future past», Μπράιαν Σίνγκερ, 2014).

Ωστόσο, οι περισσότεροι από τους πολυάριθμους χαρακτήρες δεν έχουν αρκετό χρόνο ν’ αναπτυχθούν, στερώντας την ευκαιρία στον θεατή να ταυτιστεί, με αποτέλεσμα να μοιάζουν απλώς γρανάζια σ’ έναν σεναριακό μηχανισμό μ’ έναν εχθρό και μια πρόκληση αμφίβολης κρισιμότητας. Ένας κακός στον οποίο αποδίδεται τόσο μεγάλη δύναμη, καταναλώνει μάλλον περισσότερο χρόνο και προσπάθεια απ’ όσα χρειάζονται για να καταστρέψει τον κόσμο, ενώ ηττάται τελικά επίσης μάλλον ευκολότερα απ’ όσο θα περίμενε κανείς, δεδομένων πάντα των ικανοτήτων του. Με την πλειοψηφία των χαρακτήρων παραμελημένη και την κρισιμότητα του διακυβεύματος υπονομευμένη, η αναμέτρηση ανάμεσα στον Απόκαλιψ και τους ήρωες αποτελεί ένα θέαμα χορταστικό αλλά πλέον τετριμμένο.