Του Μιχ. Γ. Καβουλάκη, φιλόλογου, πρ. λυκειάρχη

Βροντά και αστράφτει στον Ψηλορείτη-φουσκώνει το Κρητικό πέλαγος αγριωπό και ακατασίγαστο και στέλνει τα μανιασμένα του κύματα στους βράχους και τους γιαλούς της Κρήτης.

Στώμεν καλώς! Προβάλλει η Κρήτη!

Δεν είναι όμως η Κρήτη της καταλαγής, η Κρήτη της αιώνιας άνοιξης, της ομορφιάς, της αγάπης. Προβάλλει το άλλο, το αυστηρό πρόσωπό της. Είναι η Κρήτη η αντάρτισσα και τυραννοκαταλύτρα. Η Κρήτη των αρμάτων, της βροντής και της αστραπής. Μελετά τα λαμπρά της παλληκάρια που έδωσαν τη ζωή τους για την προάσπιση του πάτριου εδάφους και έρχεται να αποθέσει στεφάνι τιμής στη μνήμη τους.

Την ίδια πάλι μέρα όπως και κάθε χρόνο γιορτάζομε την επέτειο της περιώνυμης Μάχης της Κρήτης. Για να μη μείνει όμως η βαρυσήμαντη αυτή επέτειος ένα κάποιο ιστορικό γεγονός, αλλά να πάρει τις διαστάσεις που της αρμόζουν και να καταλάβει την ανάλογη θέση στο βάθρο των εθνικών αξιών επιβάλλεται να κάνομε μια, όσο γίνεται σύντομη αναδρομή στο παρελθόν και να αναλογιστούμε τη σημασία και τις αποφασιστικές της συνέπειες. Οι μέρες του Απρίλη του 41 είχαν περάσει γεμάτες από φωτιά, αίμα, σίδερο και αγωνία. Η Ελλάδα είχε λυγίσει – η δουλεία του Γένους πρόβαλλε ζοφερή. Ο Γερμανικός χείμαρρος είχε κατακλύσει τη χώρα και μόνο η Κρήτη είχε μείνει όρθια, τελευταίο εθνικό οχυρό και ανασχετικός φραγμός στην ορμητική πλημμυρίδα, που απειλούσε τώρα την Αφρική και τη Μέση Ανατολή.

Ο χιτλερικός κολοσσός βιαζόταν όσο γίνεται πιο γρήγορα να κουρσέψει το νησί των γενναίων, γιατί σύμφωνα με το σχέδιο «Ερμής» η κατάκτηση της Κρήτης αποτελούσε την πρώτη φάση ενός ευρύτερου μεγαλεπήβολου σχεδίου του Χίτλερ.

Σύμφωνα με τις αποκαλυπτικές πληροφορίες του Φον Ντερ Χάυντε στο βιβλίο του «Η επιστροφή του Δαίδαλου» ο Χίτλερ σχεδίαζε κυκλωτική κίνηση κατά των Ρώσων από τα νότια, με διείσδυση στον Καύκασο δια μέσου της Παλαιστίνης και Περσίας, αλλά και ταυτόχρονα κατάληψη των μεγαλύτερων αποθεμάτων πετρελαίου. «Για μια τέτοια επιχείρηση», γράφει, «ήταν απολύτως αναγκαία η κατάληψη της Κρήτης και της Κύπρου».

Τρίτη 20 Μαΐου 1941. Στους ανοιξιάτικους κάμπους και τις πλαγιές η κρητική φύση βρισκόταν στην πιο καλή της ώρα και κανένα προμήνυμα δεν υπήρχε για την επερχόμενη καταιγίδα. Μα ξάφνου ο κρητικός ουρανός σκοτείνιασε από τα αεροπλάνα του εχθρού. Χωρίζονται σε μικρότερες ομάδες και μετά ορμούν ακάθεκτα στα θύματά τους. Προηγείται άγριος πυροβολισμός και ακολουθεί ανελέητος βομβαρδισμός.

«Ποτέ άλλοτε δεν αντίκρισα τόσο άγριο βομβαρδισμό» θα σημειώσει στην έκθεσή του ο Νεοζηλανδός στρατηγός Φράιμπεργκ, που είχε την ευθύνη για την άμυνα στο νησί.

Η Κρήτη χτυπιέται, στην καρδιά της Κρήτης χτυπούσε τούτη την ώρα η καρδιά της Ελλάδας.

Σηκώθηκαν οι χαροκαμένες μάνες και προσευχήθηκαν για το κακό που βρήκε το νησί, για τα παλληκάρια της Κρήτης, για τις γυναίκες και τα παιδιά.

Πετάχτηκαν και οι άνδρες, όσοι είχαν απομείνει πάνω στο νησί, γιατί καταλάβαιναν πως ήρθε η μεγάλη στιγμή. Ξυπνούσε η περηφάνεια, η αίσθηση του παλιού καιρού, η αίσθηση της συνέχειας και του χρέους.

Κράτησε κάμποσες ώρες αυτό το όργιο του αίματος και της συμφοράς κι όταν οι Ναζί είδαν από ψηλά τη μεγαλόνησο να κείτεται βαριά πληγωμένη, έφυγαν κατά το βοριά.

Μα να, δεν πρόφτασε να ανασάνει για λίγο το νησί για να σκιάσουν και πάλι τον κρητικό ουρανό σε αλλεπάλληλα κύματα τα οπλισταγωγά, που κατεβαίνοντας χαμηλά στα 150 με 200 μέτρα άρχισαν να αφήνουν το ανθρώπινο φορτίο τους.

Η ώρα της Κρήτης είχε σημάνει – η Μάχη της Κρήτης, άγρια και σκληρή μα και επική είχε αρχίσει!

«Το θέαμα των χιλιάδων αλεξιπτωτιστών», σημειώνει στο ημερολόγιό του ο πρωθυπουργός της Μάχης της Κρήτης Εμμ. Τσουδερός, «θα μείνει στη μνήμη μου ως κάτι το μοναδικό, παρά τις τραγικές του συνέπειες για την Κρήτη. Τα αλεξίπτωτα άσπρα, κόκκινα, πράσινα παρουσίαζαν μπροστά μας κάτι που δεν μπορώ να το περιγράψω. Έμοιαζαν σαν πολύχρωμα όρνεα που χυμούν στη γη για την αρπαγή του θύματός τους».

Σκηνές επικού μεγαλείου εκτυλίχθηκαν μεμιάς απ’ άκρη σ’ άκρη στο νησί στο διάστημα από 20 μέχρι 29 Μαΐου. Μόλις ο κρητικός ήλιος σκοτείνιασε από τα αεροπλάνα και τις πολύχρωμες ομπρέλλες που κατέβαιναν στη γη, αμέσως ακούστηκε το γνωστό του ξεσηκωμού σάλπισμα: «Απού έχει άρματα ας βαστά κι απού δεν έχει ας βρίσκει».

Ένας λαός ορθώθηκε αμέσως εκδικητής. Ένας λαός περήφανος, αδούλωτος, αντρίκιος, εραστής της λευτεριάς, ξεχύθηκε με ορμή υπερασπίζοντας τα πάτρια.

Η μάχη της Κρήτης είναι περίεργη όχι μόνο για τον τρόπο που έγινε η εναντίον της επίθεση, αλλά και για τη σύνθεση των αγωνιστών, που αναλάμβαναν την υπεράσπισή της. Από συμμαχικής πλευράς η άμυνα βρισκόταν στα χέρια των Βρετανικών, Νεοζηλανδικών και Αυστραλιανών τμημάτων, που αποβιβάσθηκαν στην Κρήτη μετά την κατάρρευση της αντιστάσεως στην Ηπειρωτική Ελλάδα. Από ελληνικής πλευράς τις συμμαχικές δυνάμεις ενίσχυαν τα 3 έμπεδα των Χανίων, Ρεθύμνου και Ηρακλείου, 8 τάγματα αγύμναστων νεοσυλλέκτων και ακόμα 3 λόχοι της Σχολής Χωροφυλακής, η πρώτη τάξη της Σχολής Ευελπίδων και η σχολή Ικάρων. Αυτό όμως που έκανε την περιλάλητη αυτή μάχη μοναδική ήταν η αυθόρμητη κινητοποίηση του άμαχου πληθυσμού.

Ο Κρητικός, άοπλος, ανίσχυρος, με πρωτόγονα μέσα, αποφασίζει να συγκρουστεί με τον πιο τέλεια εξοπλισμένο στρατό του κόσμου. Το λαϊκό στοιχείο με τον αυθόρμητο ξεσηκωμό του τρόμαξε με την κόψη του μαχαιριού και τη λάμψη του βλέμματός του το φοβερό επιδρομέα, διακήρυξε για μια ακόμη φορά στον κόσμο τα δικαιώματα του ανθρώπου και ύψωσε και πάλι την Αρετή στο βάθρο της.

«Ολόκληρος ο λαός της Κρήτης ήθελε να πολεμήσει. Αν είχαμε καιρό θα μπορούσαμε να είχαμε συγκεντρώσει και εκπαιδεύσει δυο ολόκληρες μεραρχίες» θα σημειώσει στην πολεμική του έκθεση ο Αρχιστράτηγος των πολεμικών δυνάμεων.

Η Μάχη της Κρήτης τελείωσε γεμάτη φως και δόξα, ύστατη προσφορά και δίδαγμα ενός περήφανου λαού, που βαθιά πιστεύει πως δεν έχει αξία η ζωή, όταν ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει ελεύθερος.

Στρατιωτικώς αυτή η τιτανομαχία συντέλεσε στην καμπή του πολέμου, γιατί έσπασε σε μια κρίσιμη στιγμή τις συμμαχικές θέσεις στη Μέση Ανατολή, αποσόβησε την επίθεση κατά της Κύπρου και καθυστέρησε τη γερμανική επίθεση κατά της Ρωσίας, με τις γνωστές συνέπειες.

Ακόμη αποτέλεσε τη συντριβή και βαριά ήττα του 11ου αεροπορικού σώματος, της πιο εκλεκτής μονάδας του γερμανικού στρατού, με αποτέλεσμα να μη χρησιμοποιηθεί πια το φοβερό όπλο των αλεξιπτωτιστών ως αποκλειστικό μέσο καταλήψεως εδαφών.

Γενικά, η Μάχη της Κρήτης έκρινε χωρίς υπερβολή την παραπέρα τύχη του πολέμου. Γέννησε στις ψυχές των ελεύθερων λαών την ελπίδα. Έδειξε στα μάτια της περιδεούς ανθρωπότητας την άλλη όψη της γερμανικής κοσμοκρατορίας. Οιστρηλάτησε τους ελεύθερους λαούς, τους έκανε να διεκδικήσουν τα ιδανικά τους και να πολεμήσουν για την ελευθερία τους. Έδωσε στον αγώνα τους παλμό, τους στερέωσε την πίστη και μετέβαλε τη φευγαλέα ελπίδα σε ακλόνητη βεβαιότητα.

Αυτό όμως που προσδίδει ένα ιδιαίτερο χαρακτήρα στη Μάχη της Κρήτης είναι η θαυμαστή ομοψυχία, με την οποία ο λαός της Κρήτης αποφάσισε να προασπίσει την τιμή και αξιοπρέπειά του.

Η Κρήτη στρέφει σήμερα τη σκέψη της στη Μάχη της και τους μαχητές της. Η μοίρα φαίνεται πως έταξε τον Κρητικό να στέκεται άγρυπνος ανάμεσα στο πέλαγος, να έχει πάθος του τη λευτεριά, να αψηφά τον θάνατο, να αγαπά την ειρήνη, να παίζει τη λύρα και να τραγουδά την παλληκαριά και την αγάπη, μα σαν το φέρουν οι καιροί, να πετάγεται όρθιος, να χτυπά τους βαρβάρους από όλα τα μέρη και να απαντά πάντα στη φωτιά με τη φωτιά.