
Πέρασε κιόλας ένας χρόνος από τη μέρα εκείνη που ο Αριστείδης Βλάσσης μετέβη στο διαρκές και αναλλοίωτο γαλάζιο. Και κατά σύμπτωση αυτό το χρώμα, το γαλάζιο - το αιθέριο γαλάζιο - ήταν που κυριάρχησε στην τελευταία του έκθεση πριν από ένα χρόνο στη Βασιλική του Αγίου Μάρκου. Σε όλους τους τόνους, από τους πιο έντονους μέχρι τους πιο ανάλαφρους.
Η πορεία, παρά τις δυσκολίες, ολοκληρώθηκε. Ο δρόμος μέσα από τα χρώματα έφτασε στο τέλος, αφήνοντας όμως πίσω ζωγραφιές σαράντα και πλέον χρόνων ξεχειλισμένες από αγαθότητα και αρμονία. Ζωγραφιές που με τη σαφήνεια, τη λεπτότητα και την απλότητα τους μπαίνουν κατ’ ευθείαν στην καρδιά χωρίς περίσσεια σπατάλη χρόνου σε προσπάθειες κατανόησης.
Ζωγραφιές που δεν απεικονίζουν απλώς ένα κομμάτι του αισθητού κόσμου. Ιστορούν. Αφηγούνται. Γιατί ο Αριστείδης, παραμυθάς της εικόνας και καταπληκτικός σκηνοθέτης, έστηνε το σκηνικό του με μαεστρία και μέσα σ’ αυτό τοποθετούσε τα πρόσωπά, που με τη στάση του σώματός τους και την έκφραση του προσώπου τους όλο και κάτι έχουν να πουν. Όπως κάτι έχουν να «πουν» και όλα τα αντικείμενα που παρατάσσονται μπροστά στα μάτια μας λουσμένα από ένα φως που έρχεται από παντού. Και όλα παίζουν ρόλο ενεργό. Και κάποια αντικείμενα έρχονται ξανά και ξανά στο προσκήνιο πολλών πινάκων, να όπως π.χ. τα ποδήλατα, που δεν είναι πια πράγματα άψυχα, αλλά είναι τα μέσα που μεταφέρουν το θεατή σ’ ένα άλλο κόσμο, περισσότερο παιγνιώδη, περισσότερο παιδικό, δηλαδή ανθρώπινο. Γι’ αυτό και συν-κινούμαστε μ’ αυτές τις ζωγραφιές, γιατί μας μιλούν πρώτα στην καρδιά και μετά στο λόγο. Όχι μόνο στο λόγο που σε υποχρεώνει να δώσεις κάποιο νόημα σε γραμμές που εσύ δεν μπορείς να κατανοήσεις.
Οξύτατη ήταν η ματιά του Αριστείδη, όπως κάθε γνήσιου καλλιτέχνη. Έβλεπε πολλά εκεί που οι άλλοι εμείς δεν βλέπαμε τίποτα. Και τα έβλεπε βουτηγμένα μέσα στα χρώματα και δημιουργούσε το δικό του κόσμο και τον δημοσιοποιούσε. Ήταν σαν να έβλεπε το «τώρα» μέσα από χρόνο παρελθόντα και το παρέτασσε μπροστά μας. Και όλος του ο κόσμος έβγαινε αβίαστα πάνω στο μουσαμά, φυσικά, πράγμα που σημαίνει πως ο τεράστιος κόπος που ο Αριστείδης κατέβαλε είχε χαριτωθεί και ήταν καλά κρυμμένος.
Και μετά από τόσων χρόνων πορεία έφτασε «ΚΟΝΤΑ ΣΤΟΝ ΕΠΙΛΟΓΟ» και γράφτηκε κι αυτός. Αυτός ήταν ο τίτλος ενός από τους πίνακες της τελευταίας του έκθεσης κατά τη διάρκεια της οποίας έκλεισε η πορεία. Ήταν ο πίνακας με αριθμό 18.
Και το «κοντά» έφυγε οριστικά από τον τίτλο κι έμεινε μόνο ο «επίλογος». Και η αιθέρια λευκή φιγούρα, το κεντρικό πρόσωπο του πίνακα, τον πήρε μαζί της.
Και όταν ο Αριστείδης ήταν ακόμα κοντά στον επίλογο της τελευταίας του έκθεσης, παραμονή των εγκαινίων, και είδε όλα του τα έργα που μόλις είχαν στηθεί και τα χρώματα να έχουν πλημμυρίσει τη Βασιλική του Αγίου Μάρκου - έτσι βλέποντάς τα - ψιθύρισε, σαν να μην ήθελε ούτε ο ίδιος να το ακούσει: «Ε, κάτι έχω κάνει κι εγώ».
Αυτή ήταν και είναι η αλήθεια του Αριστείδη Βλάσση, η δική του αλήθεια που την υπηρέτησε πάνω από σαράντα χρόνια. Με συνέπεια και ευθύνη. Και με πείσμα τέτοιο που μόνο οι μεγάλοι μαχητές της ζωής έχουν.
Και μένει τώρα μπροστά μας το έργο του να μας θυμίζει και να μας υπομνηματίζει το «δέον γενέσθαι» που δεν εξαντλείται μέσα σε κούφια λόγια και ανούσιες ευχές, μόνο αναδεικνύεται και φαίνεται και καταλάμπει μέσα από τη σκληρή δουλειά, όχι όμως σκληρή με την έννοια της τραχύτητας και της αποστροφής της, αλλά με όλη τη γλυκύτητα που περιέχει η «σκληρότητα» της επιμονής, η μόνη ικανή για να σε οδηγήσει στην υπέρτατη ικανοποίηση και αγαλλίαση της δημιουργίας.
Και μετά απ’ όλα αυτά ο Αριστείδης ψιθύρισε, φοβούμενος μήπως και αυτός ο ίδιος το ακούσει: «Ε, κάτι έχω κάνει κι εγώ …».
… Και βεβαίως «κάτι» έκανες Αριστείδη και βεβαίως αυτό το «κάτι» μένει για να παραδειγματίζει όλους εμάς που μείναμε πίσω. Και βεβαίως αυτό το «κάτι» είναι που σώζει τον τόπο. Όχι το «πολύ», όπως το αναζητούν οι πολλοί. Αυτό το «κάτι» που μένει από «κάποιους». Για το καλό του τόπου.
Α.Κ.

