
2ο μέρος
Το Ηράκλειο πριν την έναρξη της μάχης της 20ής Μαΐου 1941
“Η Κρήτη έχει αληθινά κάτι το πανάρχαιο, το άγιο, το πικραμένο και περήφανο, που έχουν οι χαροκαμένες μάνες που γέννησαν παλικάρια. Έχει τόσο πολύ πολεμήσει
και υπόφερε η γης ετούτη, έχει τόσο πολύ συνηθίσει το θάνατο, που τον ξεφοβήθηκε πια και μπορεί να γελάει και να παίζει μαζί του”.
Νίκος Καζαντζάκης

Η πρώτη μέρα της Μάχης στο Ηράκλειο την Τρίτη 20 Μαΐου 1941
Η ολοκλήρωση κατάκτησης της Ελλάδας από τις δυνάμεις του Άξονα έχει συντελεστεί. Το γερμανικό αρπαχτικό πουλί έχει απλώσει τις φτερούγες του και σκεπάζει τη χώρα. Η γερμανική σημαία κυματίζει στον ιερό βράχο της Ακρόπολης. Ο ελληνικός λαός παρά τη σθεναρή αντίστασή του, τον ηρωισμό και την απαράμιλλη μαχητικότητά του, ζει και προσπαθεί να προσαρμοστεί στις νέες αποπνικτικές συνθήκες τις οποίες τον έχει καθηλώσει η τακτική του νέου κατακτητή.
Η Κρήτη παραμένει το τελευταίο ελεύθερο τμήμα της χώρας που δεν μπορεί κι αυτό να απεμπλακεί από τις βλέψεις και τα κατακτητικά γερμανικά σχέδια. Το Ηράκλειο όπως και οι άλλες μεγάλες πόλεις της Κρήτης, ετοιμάζεται να αντιμετωπίσει τον νέο επιδρομέα που αυτή τη φορά κατέρχεται παραβιάζοντας τις πύλες του κρητικού ουρανού.
Από τα 1500 γερμανικά βομβαρδιστικά, που ο αριθμός του σε πρώτη φάση φτάνει τα 50, αρχίζουν να βομβαρδίζουν και να πολυβολούν την πόλη. Το τμήμα της σημερινής πλατείας Ελευθερίας και η λεωφόρος Καλοκαιρινού δέχονται τις αδιάκοπες ριπές των πολυβόλων από ύψος που πολλές φορές δεν ξεπερνά τα 10μ. Αδιάκοπη είναι η ρίψη βομβών για να συμπληρωθεί το μέγεθος της καταστροφής, όπως δείχνουν τα γκρεμισμένα σπίτια και οι ανασκαμμένοι δρόμοι που παρεμποδίζουν έτσι ακόμα και την ελάχιστη κυκλοφορία ανθρώπων και οχημάτων.
Στις 15.30 αρχίζουν και καταφθάνουν οι μεταφορικοί σχηματισμοί, από τους οποίους ρίχνονται οι πρώτοι Γερμανοί αλεξιπτωτιστές του Συντάγματος Brauer.
Η καθυστέρηση απογείωσης της επόμενης σειράς των γερμανικών αεροπλάνων από τα πρόχειρα αεροδρόμια της νότιας Ελλάδας, είχε ως συνέπεια τον αποσυγχρονισμό των δυνάμεων αλεξιπτωτιστών με αποτέλεσμα να μην υπάρχει υποστήριξη των αλεξιπτωτιστών κατά το χρόνο της προσγείωσής τους.
Έφθασαν βέβαια με καθυστέρηση δύο ωρών περίπου, παραβιάζοντας όμως τους χρονικά καθορισμένους στόχους της επιχείρησης. Το βραχώδες και ανάγλυφο του έδαφους νοτιοδυτικά του αεροδρομίου, διευκόλυνε τις αμυνόμενες βρετανικές μονάδες να καταρρίψουν 8 μεταγωγικά αεροσκάφη. Πολλοί από τους αλεξιπτωτιστές που αναγκάζονταν να πέφτουν από ύψος μόλις 200 μ. αποτελούσαν εύκολο στόχο για τα φίλια πυρά. Όλοι οι Γερμανοί αξιωματικοί σκοτώθηκαν εκτός από το διοικητή του τάγματος με εξήντα ή εβδομήντα άνδρες που κατόρθωσαν να αποφύγουν την δέσμη πυρός των αμυνόμενων.
Ισχυρές ομάδες αλεξιπτωτιστών πέφτουν στις περιοχές Εσταυρωμένου, Γαζίου, Θερίσου, Γιοφύρου, Ατσαλένιου, Μασταμπά, Αγ. Ιωάννη, Πατελών, Χρυσοπηγής, Σκαλανίου, Γουβών και Κοκκίνη Χάνι.
Οι αλήθειες των ουρανόπεμπτων Γερμανών επιδρομέων υπήρξαν ιδιαίτερα μεγάλες. Η θέση των αμυνόμενων και ειδικότερα των άοπλων πολιτών, άρχισε να βελτιώνεται.
Μια αποθήκη με 150 αμερικανικά όπλα παραβιάζεται κι ένας μικρός αγώνας γίνεται μεταξύ αυτών που θέλουν να τα αποκτήσουν.
Μια άλλη “πηγή” που βελτιώνει τη θέση των αγωνιστών είναι τα όπλα και πυρομαχικά που προέρχονται από σκοτωμένους ή αιχμάλωτους αλεξιπτωτιστές. Μέρος του πολεμικού υλικού αποκτούν ακόμα οι αμυνόμενοι με βάση τους κώδικες που έπεσαν τυχαία στα χέρια τους. Με τη χρήση των κωδικών αυτών παραπλάνησαν τον ιπτάμενο εχθρό με αποτέλεσμα να ριχτούν από λάθος στο χώρο των αμυνόμενων γερμανικά πολυβόλα, όλμοι, συσκευές ασυρμάτου και άλλα είδη, εξοπλίζοντας έτσι και ενδυναμώνοντας τις θέσεις τους.
Ο ρόλος των “άτακτων πολιτών” του Ηρακλείου που αυθόρμητα και αυτόβουλα από την πρώτη αυτή μέρα της Μάχης αρχίζουν και οργανώνονται, γίνεται πιο ουσιαστικός και περισσότερο αποτελεσματικός. Για τον αστάθμητο αυτό παράγοντα μια γερμανική αναφορά καταγράφει: “νοτίως και δυτικώς της πόλης, έλαβαν χώρα σημαντικές συγκρούσεις με franes-tireurs αυτοί μάχονται σε ομάδες των 7 ή 8 ανδρών, μια από τις οποίες διοικούνταν από ένα παπά που σκοτώθηκε αργότερα”. Πρόκειται προφανώς για τον αρχιμανδρίτη Θεοδοσάκη τον οποίο εκτέλεσαν οι Γερμανοί για την αντιστασιακή του δράση.
Η προσπέλαση των αλεξιπτωτιστών στην πόλη δεν κατέστη δυνατή. Μόνο οι Γερμανοί που έπεσαν ανατολικά μακριά από το Ηράκλειο στις περιοχές Κοκκίνη Χάνι και Γούβες μπόρεσαν να ενωθούν με τμήματα που είχαν εναπομείνει και να καταλάβουν τον ασύρματο των Γουρνών.
Ο επικεφαλής των δυνάμεων αυτών και διοικητής του γερμανικού συντάγματος συνταγματάρχης Brauer προωθήθηκε στην περιοχή του αεροδρομίου γύρω στις 20.00. Έμεινε έκπληκτος όταν οι άνδρες του συνάντησαν εχθρικές δυνάμεις στους λόφους του αεροδρομίου και καθηλώθηκαν. Αν και δεν είχε επικοινωνία μέσω ασυρμάτου με τις άλλες μονάδες του ήταν απόλυτα βέβαιος ότι το αεροδρόμιο θα είχε πέσει στα χέρια των Γερμανών και η Μάχη θα είχε τελειώσει.
Η γερμανική πλευρά είχε υποεκτιμήσεις τις βρετανικές και ελληνικές αμυνόμενες δυνάμεις καθώς και τον άοπλο και επικίνδυνο λαό, ο οποίος τους δημιουργούσε πραγματική σύγχυση, πτώση του ηθικού τους και ανατροπή των σχεδίων τους.
Σκληρές μάχες διεξάγονται στα δύο τείχινα ανοίγματα της πόλης που είναι η Χανιόπορτα, η Καινούργια Πόρτα αλλά και στα άλλα εκτός των τειχών τμήματα.
Έλληνες στρατιώτες, χωροφύλακες και ομάδες πολιτών παίρνουν μέρος σ’ ένα άνισο αγώνα αποτρέποντας τις γερμανικές δυνάμεις να εισέλθουν στην πόλη.
Μια εικόνα των συγκρούσεων αυτών μας δίνει ο τότε διοικητής χωροφυλακής Ηρακλείου Μανόλης Πιτυκάκης, ο οποίος στις πολύτιμες πληροφορίες του διαλαμβάνει: “Προς τη δυτική πλευρά του Ηρακλείου, αρκετές πρόχειρα φτιαγμένες ομάδες ατακτων ή μικτές από πολίτες, χωροφύλακες και στρατιώτες, βγαίνοντας εγκαίρως από την πόλη ή κατεβαίνοντας από τα χωριά, έπιασαν προκεχωρημένες θέσεις σε ικανήν απόστασιν από την κυρία αμυντική ζώνη κι από την πρώτη στιγμή που έπεσαν οι αλεξιπτωτιστές άρχισαν οι μικροσυγκρούσεις σε διάφορα σημεία.
Ομάδες με τον Αντώνη Γρηγοράκη ή Σατανά, τον Χρήστο Μπαντουβά, τον Γ. Επιτροπάκη καθώς και ομάδες χωροφυλάκων και πολιτών από τον Άγιο Μύρωνα και τα περίχωρα έχουν ανταπτυχθεί σ’ όλη την έκταση από Μασταμπά, Θέρισο, Γιόφυρο και πιο πέρα. Όλοι αυτοί, καθώς και πολλοί μεμονωμένοι ελεύθεροι σκοπευτές, με την άμεση επέμβασή τους δεν έδωσαν καμία πίστωση χρόνου στους Γερμανούς να οργανωθούν και να δημιουργήσουν σοβαρές εστίες. Ανεχαίτισαν την προώθησή τους προς την πόλη, αποδεκατίζοντας τους σ’ ορισμένες περιπτώσεις, και δίνοντας την ευκαιρία στα στρατιωτικά τμήματα να επέμβουν στην κατάλληλη στιγμή, ή αντίθετα να αποτελειώνουν όσους γλίτωσαν στις συγκρούσεις με τα τμήματα αυτά. Οπωσδήποτε οι ομάδες αυτές που συγκροτήθηκαν εντελώς αυθόρμητα και πρόχειρα και έδρασαν τελείως πρωτόβουλα και ανεξάρτητα, καθώς και οι ελεύθεροι σκοπευτές με τον πρόχειρο οπλισμό, έφεραν τέτοια σύγχυση στις τάξεις των αλεξιπτωτιστών και επεφύλαξαν τόσο οδυνηρές εκπλήξεις στους αρχηγούς τους, με τις αιφνιδιαστικές επεμβάσεις τους σε κάθε σημείο, ώστε να μη χωρεί αμφιβολία, ότι στην παράτολμη δράση τους οφείλεται κατά πρώτο λόγο, η διάψευση των γερμανικών ελπίδων για μια κεραυνοβόλα εισόρμηση μέσα στην πόλη. Ο Μανόλης Μπαντουβάς ένας από τους πρώτους “καπετάνιους” που αναδείχθηκαν στη Μάχη αυτή με τη μικρή ομάδα που κατήρτισε εκ του προχείρου με μερικά ψυχωμένα παλικάρια, σημειώνει την πρώτη επιτυχία του, το ίδιο κιόλας απόγευμα. Έξω από το νεκροταφείο της πόλης αιφνιδιάζει ένα τμήμα από καμιά δεκαπενταριά αλεξιπτωτιστές, σκοτώνει τους έξι, πιάνει αιχμαλώτους τους υπόλοιπους και λευτερώνει από τα χέρια τους μερικούς στρατιώτες, οι οποίοι είχαν πιαστεί από τους Γερμανούς μέσα στο νεκροταφείο, ύστερα από σκληρή και άνιση πάλη. Οπλίζονται έτσι οι τελευταίοι τούτοι με γερμανικά τουφέκια-λάφυρα κι εντάσσονται στην ομάδα του.
Πιο πάνω μια άλλη ομάδα του Χρήστου Ζαμπετάκη κρατεί επίκαιρες τοποθεσίες κατά τον Αϊ Γιάννη και τις Μεσαμπελιές κι απασχολεί από κοντά τους αλεξιπτωτιστές που έπεσαν σ’ εκείνες τις περιοχές, παρεμβάλλοντας σοβαρά προσκόμματα στην πραγματοποίηση του αντικειμενικού τους σκοπού...”.
Παρά τους άγριους βομβαρδισμούς και τις καταστροφές που δέχτηκε η πόλη του Ηρακλείου, οι συμμαχικές, ελληνικές και ντόπιοι, αυτόκλητοι μαχητές, ήταν ουσιαστικά οι νικητές της πρώτης μέρας.
Είχαν σιντρίψει την πρώτη γερμανική επίθεση και είχαν κατορθώσει να εξοντώσουν, να αιχμαλωτίσουν ή να απωθήσουν τους 2360 επίδοξους Γερμανούς αλεξιπτωτιστές που είχαν πέσει στο αεροδρόμιο και τα προάστια της πόλης.
Το βράδυ της 20ης Μαΐου 1941 η εκτίμηση της κατάστασης έδειχνε ότι το γερμανικό σχέδιο επίθεσης είχε αποτύχει. Το φρούριο Κρήτη είχε αντέξει ματαιώνοντας τον προγραμματισμό των επιχειρήσεων. Ο τερματισμός της επιχείρησης ΕΡΜΗΣ ή η συνέχισή της αποτελούσε τον πιο καυτό προβληματισμό.
Ο διοικητής των γερμανικών αερομεταρόμενων μονάδων αντιπτέραρχος Kurt Student συνειδητοποιώντας ότι το σχέδιο δράσης του ήταν αδύνατο να εφαρμοστεί, θα αναφέρει το βράδυ της ίδιας ημέρας.
“Δεν είχε επιτευχθεί κανείς από τους στόχους της ημέρας. Κανένα αεροδρόμιο δεν είχε πέσει στα χέρια μας.
Σε όλα τα μέτωπα τα συντάγματα είχαν αναγκαστεί να περάσουν στην άμυνα, μετά την αποτυχία των επιθέσεων που είχαν εξαπολύσει. Δεδομένου ότι δεν είχαμε στην κατοχή μας καμία περιοχή της νήσου, στην οποία θα ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθούν προσγειώσεις, ήταν αδύνατον να σταλούν αερομεταφερόμενες μονάδες και βαρύς οπλισμός, προκειμένου να ενισχυθούν οι αλεξιπτωτιστές, που αντιμετώπιζαν μεγάλες δυσκολίες”...
Το ίδιο βράδυ ο διοικητής των συμμαχικών δυνάμεων στρατηγός Frejberg σε αναφορά του στο Wayell εξιστορεί την κατάσταση με συγκρατημένη αισιοδοξία και γράφει: “Η σημερινή ημέρα ήταν δύσκολη. Δεχθήκαμε έντονη πίεση. Μέχρι στιγμής, πιστεύω, διατηρούμε υπό τον έλεγχό μας τα αεροδρόμια στο Ρέθυμνο, το Ηράκλειο και το Μάλεμε, καθώς και τα δύο λιμάνια. Τα σημεία αυτά τα ελέγχουμε με πολύ μεγάλη δυσκολία, και θα ήταν λάθος μου να δημιουργήσω μια αισιόδοξη διάθεση. Οι μάχες ήταν σκληρές και η γερμανική πλευρά, υπέστη σημαντικές απώλειες.
Η επικοινωνία είναι εξαιρετικά δυσχερής.
Μαζί με όλα τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η πόλη, ανακύπτει και το πρόβλημα του ενταφιασμού των νεκρών της Μάχης.
Στο νεκροταφείο της πόλης ανοίγονται το ίδιο βράδυ τρεις ομαδικοί τάφοι για να δεχτούν τα 35 περίπου πτώματα των νεκρών που είχαν πέσει μέσα στα τείχη.
Μετά την εξακρίβωση της ταυτότητάς τους θα εναποθέτονταν στον γερμανικό, τον ελληνικό ή τον βρετανικό τάφο.
Έτσι τελείωσε η πρώτη μέρα της γερμανικής αερεπίθεσης με τον πυρετό της προετοιμασίας για την επόμενη.
(Αύριο η συνέχεια)

