Δύο από τις πιο ενδιαφέρουσες ταινίες της χρονιάς, εκτυλίσσονται κατά την ίδια ιστορική περίοδο κι αφορούν τη σχέση του ανθρώπου με τον τόπο του.

ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΟ

ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑ

SUNSET SONG

Σκην.: Τέρενς Ντέιβις

Πρωτ.: Άγκνες Ντέιν, Πίτερ Μάλεν, Μαρκ Μπόναρ, Ρον Ντόναχι

Σε μια αγροτική οικογένεια στη σκωτσέζικη επαρχία αμέσως πριν από την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, η Κρις είναι η έφηβη κόρη ενός τυραννικού πατριάρχη, η οποία με τα χρόνια και παρά τις αντιξοότητες, προσπαθεί να κερδίσει την αυτονομία και την αξιοπρέπειά της.

Ο σπουδαίος 70χρονος βρετανός Ντέιβις διασκευάζει ένα από τα κλασικά μυθιστορήματα της σκωτσέζικης λογοτεχνίας, γραμμένο το 1932 από τον Λούις Γκράσικ Γκίμπον.

Ο σκηνοθέτης καταφέρνει αυτό που νομίζω ότι έλειπε από την πανέμορφη αλλά ακαδημαϊκή απόδοση του Τόμας Βίντερμπεργκ στο προγενέστερο και παρομοίου θέματος «Μακριά από το πλήθος» («Far from the madding crowd», 2015). Το μυθιστόρημα του Τόμας Χάρντι μιλάει επίσης για μια νεαρή γυναίκα που κληρονομεί μια αγροτική περιουσία και μέσα από τη διαχείρισή της πρέπει να κατακτήσει την ανεξαρτησία της, καθώς παράλληλα μαθαίνει να χειρίζεται τα συναισθήματά της για τους άντρες.

Εκεί που ο Βίντερμπεργκ έστησε μια εξαιρετικά επιμελημένη αλλά εν τέλει συνηθισμένη αφήγηση, ο Ντέιβις εφαρμόζει μια συναρπαστική μορφή ελλειπτικής, οικονομημένης, ‘υπόγεια’ φορτισμένης εκφραστικότητας ν’ αφηγηθεί τη δική του ιστορία. Η αυστηρή λιτότητα με την οποία οι σκηνές ξεκινούν, εκτυλίσσονται και τελειώνουν, τους προσδίδουν μια μορφή θεατρικότητας που μπορεί να εκληφθεί ως έκφραση της παθητικότητας της ηρωίδας, ύφος και χαρακτηριστικό τα οποία δεν αλλάζουν με τη βελτίωση των συνθηκών της ζωής της, αφού ταυτόχρονα εκφράζουν τη νομοτέλεια της πορείας της, από την οποία αδυνατεί να ξεφύγει παρά την υποσχόμενη ανεξάρτητη πλευρά του χαρακτήρα της και τις φιλότιμες προσπάθειές της.

Η σκληρότητα του πατέρα, ο φόβος που διαπερνά το οικογενειακό περιβάλλον, οι περιορισμοί που επιβάλλουν οι συνθήκες στην ηρωίδα, η προδιαγεγραμμένη μοίρα της να μη φύγει ποτέ από τον τόπο της, η ταύτισή της με τη γη. Ολ’ αυτά ζωντανεύουν με τους ζεστούς, πυκνούς γήινους τόνους της φωτογραφίας του Μάικλ ΜακΝτόνο, τον υποβλητική λακωνικότητα και τον αργό, υπολογισμένο ρυθμό των διαλόγων που μοιάζουν να σέβονται τη σιωπή περισσότερο απ’ τον ίδιο τους τον εαυτό, και τις θαυμάσιες ερμηνείες όλου του καστ που υπηρετεί άψογα την υποδόρια στρατηγική του φιλμ, διαποτίζοντας τις σκηνές με εσωτερική ένταση και τη διαρκή αίσθηση του επερχόμενου κακού. Έστω κι αν η συμβιβαστική κατάληξη μοιάζει πρόωρη, ημιτελής ή ολιγαρκής.

THEEB: Ο ΛΥΚΟΣ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ

THEEB

Σκην.: Νατζί Αμπού Νόουαρ

Πρωτ.: Τζασίρ Εΐντ Αλ-Χουϊετάτ, Χουσεΐν Σαλαμέ Αλ-Σουεϊλίγιν, Χασάν Μουτλάγκ Αλ-Μαραΐγε, Τζακ Φοξ

Ο μικρός Τεέμπ ακολουθεί τον μεγαλύτερο αδελφό του, ο οποίος αναλαμβάνει να οδηγήσει έναν αξιωματικό του βρετανικού στρατού και τον διερμηνέα του σ’ ένα πηγάδι στο μέσο της ερήμου του Χιτζάζ, κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Όμως, καθώς φτάνουν στον προορισμό τους, τούς περιμένουν προβλήματα.

Δράμα ωριμότητας κι εκδίκησης, που θα μπορούσε να εκληφθεί κι ως αραβική παραλλαγή του γουέστερν, αφού παρουσιάζει αρκετές υφολογικές και θεματικές ομοιότητες με το αμερικανικής καταγωγής είδος, όπως η περιπλάνηση και η καταδίωξη μέσα σ’ ένα ερημικό και βραχώδες τοπίο με συγκεκριμένο προορισμό κατά τη διάρκεια μιας πολεμικής σύγκρουσης, τα άλογα και -η αραβική τους εκδοχή- οι καμήλες, τα πυροβόλα όπλα, οι εδαφικές διαμάχες. Η ιστορία πάντως αφορά τη δοκιμασία που περνάει ο μικρός Τεέμπ, ο οποίος πληρώνει σκληρά την περιέργειά του και την αγάπη του για τον αδερφό του, που τον ωθούν ν’ ακολουθήσει τη συνοδεία.

Αυτή η έμφυτη παιδική περιέργεια, η λαχτάρα του να συμμετάσχει στα παιχνίδια των μεγάλων, και η σταδιακή διαδοχή τους από τον φόβο, την επινοητικότητα για την επιβίωση και το αναδυόμενο αίσθημα εκδίκησης. Ο σκηνοθέτης Νόουαρ είναι αρκετά έξυπνος ώστε να διατηρεί τους τόνους και τις διακυμάνσεις χαμηλά, χωρίς εξάρσεις που θα μπορούσαν να εκτρέψουν την ταινία στην απλούστευση και τον άσκοπο συναισθηματισμό. Τα συναισθήματα συσσωρεύονται αλλά παραμένουν εσωτερικευμένα, αφήνοντας το μεθοδικά φωτογραφημένο τοπίο και το καίριο μοντάζ να εκφράσουν τον περιβάλλοντα κίνδυνο, μαζί με την ψυχραιμία και την αποφασιστικότητα του παιδιού.

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΓΝΩΡΙΖΕ ΤΟ ΑΠΕΙΡΟ

THE MAN WHO KNEW INFINITY

Σκην.: Ματ Μπράουν

Πρωτ.: Ντεβ Πατέλ, Τζέρεμι Άιρονς, Στίβεν Φράι, Τόμπι Τζόουνς

Ο ινδός αυτοδίδακτος Σρινιβάσα Ραμανούτζαν φτάνει στο πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ για να παρουσιάσει την ενστικτώδη και πρωτοποριακή δουλειά του στα μαθηματικά.

Βιογραφικό δράμα, βασισμένο στη βιογραφία του Ραμανούτζαν, «The man who knew Infinity: a life of the genius Ramanujan» που έγραψε ο αμερικανός Ρόμπερτ Κάνιγκελ και κυκλοφόρησε το 1991.

Όσο χρήσιμο κι αν είναι, για τον τρόπο με τον οποίο αναδεικνύει τη συνεισφορά ενός μη-δυτικού επιστήμονα στην πρόοδο των μαθηματικών, το φιλμ παραμένει απογοητευτικά συμβατικό και περιστασιακά πρόχειρο, αφού ειδικά στο εισαγωγικό του μέρος οι διάλογοι και η διάρθρωση των σκηνών είναι εξαιρετικά απλοϊκά, κολακεύοντας απλώς με τον προφανέστερο δυνατό τρόπο τον ήρωα. Η άφιξή του στο Κέιμπριτζ εμπλουτίζει θεματικά και σκηνοθετικά την πλοκή (η μέθοδος κι η αναγκαιότητα της επιστημονικής τεκμηρίωσης, η αξία του ενστίκτου, ο ρατσισμός, η κρυφή ερωτική επιθυμία του Χάρντι για τον Ραμανούτζαν κτλ.), η οποία όμως εκτυλίσσεται διεκπεραιωτικά και προβλέψιμα, λειτουργώντας κυρίως χάρη στις επαρκείς ερμηνείες των βασικών πρωταγωνιστών.

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΖΟΥΓΚΛΑΣ

THE JUNGLE BOOK

Σκην.: Τζον Φαβρό

Πρωτ.: Νιλ Σέτι, Μπιλ Μάρεϊ (φωνή), Μπεν Κίνγκσλεϊ (φωνή), Ίντρις Έλμπα (φωνή), Λουπίτα Νιόνγκο (φωνή), Σκάρλετ Γιοχάνσον (φωνή), Τζιανκάρλο Εσποζίτο (φωνή), Κρίστοφερ Γουόκεν (φωνή), Γκάρι Σάντλινγκ (φωνή)

Ο Μόγλης είναι ένα μικρό αγόρι που έχει μεγαλώσει σε μια αγέλη λύκων μέσα στη ζούγκλα. Όταν το μαθαίνει η μοχθηρή τίγρη Σιρ Καν που μισεί τους ανθρώπους, τον αναζητάει για να τον σκοτώσει, κι έτσι ο Μόγλης τίθεται υπό την προστασία και την καθοδήγηση των φίλων του, του πάνθηρα Μπαγκίρα και της αρκούδας Μπαλού.

Κωμική περιπέτεια που αποτελεί ακόμα μία κινηματογραφική μεταφορά των ιστοριών του βρετανού Ράντγιαρντ Κίπλινγκ, οι οποίες δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά το 1894. Η ταινία προβλήθηκε στο Ηράκλειο εκτός από μεταγλωττισμένη ευτυχώς κι υποτιτλισμένη. Επίσης, παρότι έχει γυριστεί τρισδιάστατα, στην πόλη η τρισδιάστατη εκδοχή της προβλήθηκε μόνο μεταγλωττισμένη, και γι’ αυτό αν δεν έχετε μικρά παιδιά, προσωπικά θα σας πρότεινα να παραβλέπατε τον οπτικό εντυπωσιασμό για χάρη ενός εξαιρετικού φωνητικού καστ που ζωντανεύει τους ζωικούς χαρακτήρες, πλαισιώνοντας -αν όχι επισκιάζοντας- τον ταλαντούχο μικρό Σέτι, ο οποίος είναι ο μοναδικός φωτογραφημένος χαρακτήρας του φιλμ, με όλα τα ζώα ν’ αναδεικνύονται σε θεαματικά δείγματα προόδου της ψηφιακής αληθοφάνειας κι εκφραστικότητας. (ΣΗΜ.: το κείμενο είχε γραφτεί την εβδομάδα κυκλοφορίας της ταινίας, αλλά εκ παραδρομής δε δημοσιεύτηκε εγκαίρως. Πλέον η ταινία προβάλλεται μόνο μεταγλωττισμένη).