Toυ Αντώνη Βαρκαράκη*

Η οικονομική κρίση που τα τελευταία χρόνια μαστίζει την Ελλάδα και φέρει σε απόγνωση τον ελληνικό λαό, αντιμετωπίζεται κυρίως με παραγωγή πλούτου. Δυο βασικές πλουτοπαραγωγικές πηγές διαθέτει η Ελλάδα. Την γη με την γεωργία και την θάλασσα με την ναυτιλία και την αλιεία.

Ας σταθούμε σήμερα στην πρώτη, την γη. Στον «οικονομικό» του Ξενοφώντα διαβάζουμε τα λόγια του Σωκράτη για την σπουδαιότητα και την αξία της γεωργίας.

«Την γεωργία των άλλων τεχνών μητέρα και τροφόν είναι ευ μεν γαρ φερομένης της γεωργίας έρρωνται και αι άλλαι τέχναι άπασαι, όπου δ’ αν αναγκασθή η γη χαιρσεύειν, αποσβένονται και αι άλλαι τέχναι σχεδόν τι και κατά γην και κατά θάλατταν». Όσο κι αν αυτά ειπώθηκαν πριν από είκοσι τέσσερις αιώνες ισχύουν και σήμερα. Όλοι οι λαοί απέδιδαν την εισαγωγή και καλλιέργεια των φυτών στους θεούς.

Το σιτάρι οι Κινέζοι στον Ουρανό, οι Ινδοί στον Βράχμα, οι Αιγύπτιοι στην Ίσιδα και οι Έλληνες στην Δήμητρα και στον Τριπτόλεμο. Το αμπέλι έφερε ο Διόνυσος και την ελιά, την τιμημένη κατά τον Παλαμά, πρόσφερε η Αθηνά στην πόλη που πήρε το όνομα της. Με παραδείγματα και παρομοιώσεις από την γεωργία δίδαξε ο Ιησούς. «Εγώ ειμί η άμπελος και υμείς τα κλήματα». Στην παραβολή του σπορέως «άτινα έπεσεν επί την γην την καλήν εδίδου καρπόν ο μεν εκατόν ο δε εξήκοντα». Αλλά και «παν δένδρον μη ποιούν καρπόν καλόν εκκόπτεται και εις πύρ βάλλεται». Και όταν ευλόγησε τους πέντε άρτους «έφαγον πάντες και εχορτάσθησαν».

Για όλα όμως τα αγαθά που μας προσφέρει η γη απαιτείται σκληρή εργασία, κόπος και ιδρώτας πολύς, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο απολυτίκιο του Αγίου Ιωάννου της Κλίμακος, όπου οι κόποι, οι αγώνες και η προσφορά του Αγίου παρομοιάζονται με εκείνους των γεωργών: “ταίς των δακρύων σου ροαίς ερήμου το άγονο εγεώργησας και τους εκ βάθους στεναγμούς εις εκατόν τους πόνους εκαρποφόρησας». Ο γεωργός δεν ξέρει από καλό και κακό καιρό. Με τα κρύα του χειμώνα μαζεύει τις ελιές και στον καλοκαιρινό καύσωνα θερίζει. Σκληρή είναι και η δουλειά του κτηνοτρόφου. Ο βοσκός δεν έχει αργίες, εορτές και διακοπές. Τα ζώα κάθε μέρα πρέπει να βγουν στην βοσκή και να αρμεχτούν. Συνεχής είναι η επιτήρηση και η φύλλαξή τους. “Ποιμένες αγραυλούντες” δηλαδή βοσκοί που έμεναν έξω στους αγρούς φυλλάσσοντας την νύχτα τα κοπάδια τους, προσκύνησαν πρώτοι στην φάτνη τον Χριστό».

Να γιατί ο αγρότης γεωργός ή κτηνοτρόφος έχει ανάγκη από την αμέριστη συμπάθειά και την βοήθειά μας. Να σκύψουμε με κατανόηση στα προβλήματά του και να τον στηρίξουμε ώστε να παραμείνει στην ύπαιθρο και ιδιαίτερα ο νέος, να καλλιεργήσει την γη του, και να φέρει τον πλούτο της στην οικογένειά του και στην χώρα μας γιατί όπως έγραψε πάλι ο Ξενοφώντας “ Η γεωργία έστιν η ποιούσα τούς μεν επισταμένους αυτήν πλουσίους, τους δε μη επισταμένους πολλά πονούντας, απόρως βιοτεύειν”.

Και να μην ξεχνάμε ότι η ύπαιθρος είναι η ζωοδόχος πηγή όλης της κοινωνίας. Παιδιά της είναι οι περισσότεροι επιστήμονες. Από τα φτωχά χωριά ξεκίνησαν οι εθνικοί ευεργέτες. Τα παιδιά της φέρνουν στα αστικά κέντρα τις αγνές παραδόσεις, τα ήθη και τα έθιμα μας και μπολιάζουν τους κατοίκους των με τις αρετές και τις αξίες που χαρακτηρίζουν τις αγροτικές οικογένειες.

Και εμείς οι κάτοικοι των πόλεων τρέχουμε στα χωριά μας αναζητώντας τις ρίζες μας και όχι μόνο για να απολαύσουμε τα αγαθά τους, αλλά για να αναπνεύσουμε τον αέρα των βουνών, να περπατήσουμε στον λουλουδισμένο κάμπο, να ανάψουμε ένα κερί στην εκκλησία τους και σαν τον Αίαντα να πάρουμε δυνάμεις για να σηκώσουμε το βάρος της ζωής.

Ποια είναι όμως σήμερα η κατάσταση και η προοπτική της γεωργίας; Είναι απογοητευτικό να βλέπεις στις αγορές τροφίμων πατάτες Γαλλίας, κρεμμύδια Ολλανδίας, μήλα από Ιταλία, λεμόνι από Αργεντινή, μπανάνες από Αμερική, τοματοχυμό Ιταλίας, ζάχαρη από Αγ. Μαυρίκιο, ξηρούς, καρπούς και όσπρια από Τουρκία, κρέας, γάλα και τυριά από την Γερμανία και κρασί από την Χιλή. Όλα τα παραπάνω μπορούμε να τα παράγουμε στην Ελλάδα και σε άριστη ποιότητα. Αντί όμως γι αυτό χάσαμε και ό,τι είχαμε.

Πού είναι ο μεγάλος αμπελώνας του Ηρακλείου; Η παραγωγή σταφίδας από 80.000 τόνους έπεσε σε 10-15.000. Ο σιτοβολώνας της Μεσσαράς σχεδόν εξαφανίστηκε. Τι έγιναν οι αμυγδαλιές του Μεραμπελλου; Οι χαρουπιές κόπηκαν για καυσόξυλα. Κίτρα στην Κρήτη παράγονται ελάχιστα. Η κιτροπλατεία στον Αγ. Νικόλαο οφείλει το όνομά της σ’ αυτά, εκεί τα γλύκαιναν με θαλασσινό νερό. Πού είναι οι μηλιές του Λασιθίου με τα θαυμάσια φιρίκια; Πόσες αγελάδες και μοσχάρια βόσκουν στα λειβάδια της Μεσσαράς; Πόσοι έχουν στον σταύλο τους μία αίγα για φρέσκο γάλα και λίγες όρνιθες για φρέσκο αυγό; Πόσες αγρότισσες εκτρέφουν σήμερα μεταξοσκώληκες με τα φύλλα της μουριάς της αυλής τους και υφαίνουν μεταξωτά για την προίκα τους οι κοπελιές;

Μόνο η μελισσοκομία ανθεί ακόμη. Στα «Γεωπονικά» του Κασσιανού Βάσσου, Βυζαντινού συγγραφέα, διαβάζουμε ότι: «το καλύτερο μέλι εκτός εκείνου του Υμητού είναι αυτό της περιοχής του Σαλμωνίου ακρωτηρίου της Σητείας ήτοι του σημερινού Κάβο Σίδερο, όπου η μονή Τοπλού». Ως πότε όμως, αφού με την τουριστική αξιοποίηση ή σωστότερα εκμετάλλευση της περιοχής οι κυψέλες θ’ αντικατασταθούν από bungalows. Ευχάριστη έκπληξη το δημοσίευμα της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ ότι γίνεται προσπάθεια να καλλιεργηθεί πάλι στην Κρήτη λινάρι.

Μεγάλη αξία είχαν και έχαιραν ιδιαίτερης προτίμησης από τα πανάρχαια χρόνια τα εκλεκτά προϊόντα της Κρήτης. Σητειακό κρασί από λιάτικα σταφύλια λέγεται ότι πρόσφερε ο Ρωμαίος Λούκουλος στα γεύματά του, και κρασί από το Μελεβίζι, το Μαλβάτσια έπιναν στην Βενετία. Κρητικό ελαιόλαδο αρωματισμένο με Κρητικά αρωματικά βότανα έστελναν οι Μινωίτες στην Αίγυπτο και Βαβυλώνα. Χαρακτηριστικές οι τοιχογραφίες της Κνωσού με τους ρυτοφόρους.

Καιρός είναι ν’ αρχίσουμε τη μεγάλη προσπάθεια για την ανάκαμψη της γεωργίας. Ας σηκώσουμε τα μανίκια μας και πιάσουμε οι ίδιοι το σκαπέτι και να σκύψουμε στο χώμα, για να μην βλέπεις μετανάστες να μαζεύουν ελιές, να τρυγούν, να βγάζουν πατάτες στο οροπέδιο, να εργάζονται στα θερμοκήπια και οι ντόπιοι να εγγράφονται στα γραφεία ανεργίας.

Χρειάζεται πολύ νερό στο κρασί μας. Παράλληλα το παλιό Υπουργείο Γεωργίας που σήμερα το λέμε Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων - πώς μας αρέσουν οι μεγάλοι τίτλοι - οι αγροτικοί φορείς, οι γεωπόνοι, όλοι μας να ερευνήσουμε τις αιτίες που μας έφεραν ως εδώ και να μελετήσουμε τον τρόπο αντιμετώπισης και επίλυσης των προβλημάτων.

Ποια εγγειοβελτιωτικά έργα είναι ανάγκη να γίνουν, με ποιες παραγωγικές καλλιέργειες θα γίνει αναδιάρθρωση των καλλιεργειών.

Πώς θ’ αυξήσουμε την παραγωγικότητα που σε συνδυασμό με μέτρα για την μείωση διαφόρων δαπανών (όπως καυσίμων, λιπασμάτων κ.λπ.) να επιτύχουμε την μείωση του κόστους παραγωγής και την αύξηση της ανταγωνιστικότητας των προϊόντων. Πώς θα δραστηριοποιηθούν οι συνεταιριστικές οργανώσεις και οι εξαγωγικοί φορείς στην τυποποίηση και προώθηση των προϊόντων μας σε νέες αγορές.

Πώς θα ενημερώνονται και θα εκπαιδεύονται οι καλλιεργητές για τις νέες τεχνολογίες και τέλος πώς θα χρηματοδοτούνται οι γεωργικές εκμεταλλεύσεις.

Εδώ ας μου επιτραπεί ως γεωπόνος και στέλεχος της παλιάς Αγροτικής Τράπεζας να ευχηθώ να λειτουργήσει μια νέα Γεωργική Τράπεζα με αναπτυξιακές προδιαγραφές.

Με έκπληξη είδαμε ότι το πρώτο μέτρο που πάρθηκε είναι η νέα φορολόγηση των αγροτών για να μην ξεχάσουμε τον επαχθή φόρο «της δεκάτης».

Υπολόγισε όμως κανείς τα οικονομικά μιας γεωργικής επιχείρησης; Το ύψος επενδυμένων σ’ αυτήν κεφαλαίων, εγγείου και κυκλοφοριακού. Την αξία της γης, των φυτειών, των γεωργικών κτισμάτων (στάβλος, αποθήκες) των έργων (αναβαθμίδες, περιφράξεις, πηγάδια, θερμοκήπια), των μηχανημάτων (αυτοκίνητα, τρακτέρ, ψεκαστικά, αντλητικά) κ.λπ., εργαλείων των ζώων, παραγωγικών και εργασίας του αναγκαίου κυκλοφοριακού για την αγορά εφοδίων (λιπασμάτων, φαρμάκων, σπόρων, καυσίμων) για την κάλυψη των εργατικών, του ιδίου, της οικογένειάς του και των ξένων, των επιβαρύνσεων (τόκων ιδίων και δανειζομένων κεφαλαίων, ασφαλίστρων, συντήρησης, αποσβέσεων);

Ακόμα υπολογίστηκαν οι ζημιές από κακές καιρικές συνθήκες (ξηρασία, καύσωνα, χαλάζι, πλημμύρες); Από ασθένειες (περονόσπορος, χολέρα, φυλλοξήρα) και προσβολές από έντομα κλπ. (δάκος, ακρίδες, κ.λπ) ή από θνησιμότητα των ζώων;

Τι μένει ως γεωργικό εισόδημα και κέρδος για να καλύψει φόρους; Πώς θα αντιδράσει ο αγρότης; Δεν μπορεί σαν τον βιομήχανο που αναζητώντας χαμηλά εργατικά, μεταφέρει τα εργοστάσια σε άλλες χώρες ή σαν τον εφοπλιστή που αλλάσσει σημαία στα καράβια του για να αποφύγει υψηλούς φόρους.

Ο αγρότης αφήνει την γη χέρσα και ο ίδιος έρχεται στην πόλη όπως έκανε στα δύσκολα χρόνια μετά τον πόλεμο, που κατέβαινε στην Αθήνα κι έκανε τον θυρωρό σε πολυκατοικίες ή έφευγε στην Γερμανία στα εργοστάσια ή ορυχεία και οι πιο τολμηροί ξενιτεύτηκαν μετανάστες-στην μακρινή Αυστραλία.

Καιρός είναι να σοβαρευτούμε όλοι, κράτος, υπηρεσίες, φορείς, για να αποτρέψουμε το κατά Ξενοφώντα «απόρως βιοτεύειν».

*Ο Αντώνης Βαρκαράκης είναι συνταξιούχος της ΑΤΕ