
Ισως αποτελούμε παγκοσμίως μοναδική περίπτωση χώρας, η οποία αξιολογείται συνολικά από εξωτερικούς αξιολογητές («θεσμοί» – ΔΝΤ) με αυστηρά κριτήρια και με επώδυνες επιπτώσεις στους πολίτες, αλλά αρνούμαστε πεισματικά να εφαρμόσουμε την αξιολόγηση στην καθημερινότητα, στις υπηρεσίες του Δημοσίου και στο εργαζόμενο προσωπικό.
Με το παρόν άρθρο θα προσπαθήσω να δείξω πώς στο χώρο του κρατικού ΕΣΥ η ελλειψη αξιολόγησης υπηρεσιών και εργαζομένων (ιατρών) δεν καταπατά μονο την αρχή της αξιοκρατίας, αλλά έχει και άμεση επίπτωση στην παροχή ποιοτικών υπηρεσιών. Με μια κουβέντα: ότι η συνειδητή έλλειψη μηχανισμών αξιολόγησης εκθέτει τους ασθενείς σε ανεπαρκείς υπηρεσίες υγείας.
Ο νόμος του ΕΣΥ 3754/2009 περί περιγραφής εργασιακών σχέσεων ιατρών επί της ουσίας κατάργησε την αξιοκρατική εξέλιξη των ιατρών και έθεσε σαν μοναδική ουσιαστική προϋπόθεση για εξέλιξη σε ανώτερο μισθολογικό και διοικητικό βαθμό την χρονική τους προϋπηρεσία στο ΕΣΥ(!). Στην παρούσα περίοδο της οικονομικής κρίσης, λόγω της αναστολής των (αξιοκρατικών) προσλήψεων μονίμων ιατρών, επεκράτησε ο θεσμός των καλύψεων των ιατρικών κενών με «επικουρικούς» ειδικευμένους ιατρούς με μοναδικό κριτήριο επιλογής τους την χρονική σειρά υποβολής αίτησης στο υπουργείο σε κάθε προκηρυσσόμενη θέση. Δεδομένου ότι ούτε κατά τη φάση της πρόσληψης των αποφοίτων ιατρικής για ειδικότητα σε νοσοκομείο ακολουθείται κάποιο θεσμοθετημένο κριτήριο επιλογής, στη σημερινή ελληνική πραγματικότητα η μόνη ουσιαστική κρίση των ιατρών έχει καταλήξει να γίνεται στο στάδιο των Πανελληνίων εξετάσεων για την εισαγωγή των φοιτητών στην Ιατρική σχολή!
Μέσα στο Δημόσιο σύστημα θα έπρεπε συνειδητά και θεσμικά να εξασφαλίζεται η αξιοκρατία (meritocracy), αλλά τελικά επικρατεί η μετριο-κρατία (mediocracy). (Mediocracy: A society in which people with little (if any) talent and skill are dominant and highly influential. (www.urbandictionary.com)). Αποτέλεσμα αυτής της θέσμισης είναι οι καλύτεροι - κινητροποιημένοι επαγγελματίες να γίνονται διαχρονικά μέτριοι, λόγω της μη λειτουργίας της αρχής της επιβράβευσης της επιτυχούς συμπεριφοράς και επανεξέτασης (τιμωρίας) της καθ΄ έξιν αντιπαραγωγικής απόδοσης. Αυτή η κατάληξη θεωρείται ότι είναι το αποτέλεσμα συνδικαλιστικών πιέσεων, αγκυλώσεων και συμβιβασμών με τις εκάστοτε πολιτικές ηγεσίες, οι οποίες χάριν πελατειακής εξυπηρέτησης κομματικών, συνδικαλιστικών, οικονομικών ή προσωπικών συμφερόντων αδυνατούν να υιοθετήσουν και το κυριότερο να επιβάλλουν τις απαραίτητες τομές στη σχεδίαση, στοχοθεσία, συντονισμό και αξιολόγηση εργαζομένων και υπηρεσιών στο Εθνικό Σύστημα Υγείας. Η αποτυχία σχεδιασμού Χάρτη Υγείας στην Ελληνική επικράτεια οφείλεται και σε διαχρονικά συμφέροντα (κομματικά, οικονομικά, τοπικιστικά κλπ), που αντιδρούν στην ορθολογική αλλαγή του Συστήματος ανάλογα με τις επι μέρους πραγματικές ανάγκες του πληθυσμού.
Τον τελευταίο καιρό (εποχή της κρίσης), το εργασιακό status των εργαζομένων (ιατρών νοσηλευτών) εντός των νοσοκομείων έχει επιδεινωθεί σημαντικά λόγω α) της σημαντικής αύξησης εργασιακού φόρτου σε συνδυασμό με την συνεχιζόμενη υποστελέχωση και στενότητα από πλευράς πόρων, β) συνεχών τριβών και συγκρούσεων μεταξύ των εναπομεινάντων λειτουργών λόγω μη τήρησης ή ανυπαρξίας ξεκαθαρισμένων καθηκοντολογίων ή διαδικασιών, γ) αδυναμίας επιβολής διοικητικών λύσεων (έλλειψη Διοικήσεων ή ανεπαρκής διοικητική βούληση) σε αναδυόμενα προβλήματα, που είναι αδύνατον πλέον να καλυφθούν κάτω από το χαλί, όπως γινόταν παλαιότερα.
Η επίτευξη των στόχων ποιότητας παροχών υπηρεσιών στους πολίτες από το ΕΣΥ απαιτεί:
1) Αποτελεσματική ηγεσία (επίπεδο Διοικητών), ανεπηρέαστη από οικονομικές, κομματικές ή προσωπικές εξαρτήσεις
2) Δέσμευση στο στόχο από τους επαγγελματίες υγείας, επικέντρωση στους ασθενείς, τεκμηριωμένη λήψη αποφάσεων, προληπτικές βελτιώσεις και συνεχιζόμενη εκπαίδευση και επιβράβευση του προσωπικού.
Όπως προκύπτει από τα παραπάνω, είναι ευνόητο ότι η εξασφάλιση ποιοτικών ίσων και οριζόντιων παροχών υγείας στον πολίτη εντός του ΕΣΥ απαιτεί καλά εκπαιδευμένο, συνεχώς μετεκπαιδευόμενο, κινητροποιημένο και αξιολογούμενο ιατρικό προσωπικό.
Ενα από τα μέτρα που προτείνονται σαν απαραίτητη προϋπόθεση εξασφάλισης ποιότητας είναι η ουσιαστική αξιολόγηση των υπηρετούντων Διευθυντών ανά 4-ετία και η επιτυχημένη αξιολόγηση τους να κρίνεται εκτός από την επιστημονική αρτιότητα, και με βάση το βαθμό επιτυχίας του διαμορφωθέντος αναπτυξιακού πλάνου της κλινικής στην οποία προϊστανται. Άλλη προϋπόθεση επίσης είναι η κατάργηση της πρόσληψης επικουρικών ιατρών με κριτήριο την χρονολογική σειρά αίτησης τους, αλλά με βάση ταχεία αξιοκρατική κρίση, τις ειδικές δεξιότητες τους ανάλογα με τις ανάγκες, όπως περιγράφονται στο Χάρτη Υγείας, και τέλος επανάκριση τους ανα τακτά χρονικά διαστήματα, με κατάργηση του καθεστώτος της μονιμότητας. Η πιστοποιημένη και υποχρεωτική εκπαίδευση των ειδικευομένων εντός των νοσοκομείων του ΕΣΥ αποτελεί επίσης προτεραιότητα λόγω της απογοήτευσης των νέων ιατρών από την υπάρχουσα κατάσταση εντός των νοσοκομείων. Τέλος, απαραίτητη είναι η τεκμηριωμένη πιστοποίηση και αξιολόγηση τόσο των επαγγελματιών υγείας, αλλά και των ίδιων των ιατρικών τμημάτων μέσα από χρησιμοποίηση στατιστικών στοιχείων και συγκεκριμένων δεικτών.
Τέλος, η πλέον ευρέως κυκλοφορούμενη δικαιολογία περί μη ύπαρξης αντικειμενικών κρίσεων («ποιός θα κρίνει τους κρίνοντες;»), είναι προφανές ότι αποτελεί πρόφαση για παραμονή στην αδράνεια, ενώ στην πραγματικότητα το πρόβλημα της αντικειμενικότητας (με την προϋπόθεση ότι θα υπάρξει πολιτική αποφασιστικότητα) αποτελεί τεχνικής φύσεως και επιλύσιμο θέμα, όπως άλλωστε σε όλες τις αναπτυγμένες χώρες με ελεύθερα και ανοικτά οικονομικά και πολιτικά συστήματα.
Υ.Γ. Όλα τα παραπάνω αναγραφόμενα ισχύουν και για όλους τους τομείς του Δημοσίου, οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες στους πολίτες!
* Ο Χαράλαμπος Λυδάκης είναι Παθολόγος, διευθυντής Β΄ Παθολογικής Κλινικής και Τμήματος Επειγόντων Περιστατικών Βενιζελείου νοσοκομείου

