
Την πρώτη φορά που είδα λείο γυαλιστερό τοίχο πρέπει να ήταν το 1969-70 κι ήμουν έξι-επτά χρονών. Ήταν στο πιο μοντέρνο τετράγωνο σπίτι της γειτονιάς, που τότε είχε κτιστεί με τσιμέντο ΤΙΤΑΝ, σοβάδες, καφετιά τούβλα με ομοιόμορφες τρύπες κι ήταν βαμμένο από μέσα με γυαλιστερή φίνα λαδομπογιά νεφτιού, ανοικτού πράσινου και ροζέ χρώματος κι εξωτερικά με καλής ποιότητας πλαστικά.
Χτισμένο στο κέντρο, περικυκλωμένο από τα δικά μας παλιά τουρκόσπιτα, που ήταν ακανόνιστου σχήματος και χυμένα με απανωτά στρώματα σβησμένου ασβέστη, έκαναν το μοντέρνο εκείνο σπίτι να μοιάζει με διαστημόπλοιο που είχε κατέβει για μικρή εκπαιδευτική εκδρομή, σ’ έναν προς εξερεύνηση παλιό κόσμο.
Θυμάμαι αυτούς τους λείους γυαλιστερούς τοίχους όταν μπήκα για πρώτη φορά στα ενδότερα του σπιτιού, μιας κι είχα «μέσον» τον μικρό φίλο μου, παιδί των ιδιοκτητών. Σάστισα. Σήκωσα το χέρι μου και, αγγίζοντας μαλακά τον τοίχο του σαλονιού, τον χάιδεψα τρυφερά μ’ έναν εν τω βάθει αληθινό σεβασμό. Μέχρι τότε είχα συνηθίσει στην εικόνα των αδρών, πετρόκτιστων εσωτερικών κι εξωτερικών τοίχων του δικού μου σπιτιού καθώς και των άλλων της περιοχής, που είχαν χρώμα άσπρο και, ενίοτε, λουλακί, πράσινο κυπαρισσί ή μπορντώ, από τη μέση και κάτω.
Τους γυαλιστερούς αυτούς τοίχους, τους παρακολουθούσα καιρό. Πάντα, με την πρώτη ευκαιρία, τους άγγιζα χαϊδεύοντάς τους, μέχρι που μια μέρα συνειδητοποίησα ότι δεν ήθελα πια. Κατάλαβα ότι μέσα στο γυαλιστερό μεγαλείο τους, μιας και δεν μπορούσες να επέμβεις στήνοντας το δικό σου μεγαλείο, είχαν κάτι το απρόσιτο, ίσως κάτι το απαγορευτικό. Στους δικούς μας, που είχα μεγαλώσει εγώ, δεν υπήρχε κάτι τέτοιο. Αδροί, θαμποί, ανάγλυφοι, ενίοτε άσκημοι, πρόχειροι, μαλακοί ή σκληροί, δεκτικοί σε οποιαδήποτε δική σου επέμβαση, έτοιμοι ανάλογα με τα κέφια σου, να σταθούν ή να καταρρεύσουν. Κοντολογίς, ήταν φτιαγμένοι ή γκρεμισμένοι από σένα, ίσως για σένα. Διαθέσιμοι ειλικρινώς για μιαν οποιαδήποτε τύπου δημιουργική συζήτηση-παρέμβαση, με την οποία, αν είχαν φωνή, και οι ίδιοι με χαρά θα συμφωνούσαν. Με τούτη την προοπτική, μιας κλωτσιάς ή ενός τρυφερού αγγίγματος, μιας μουτζούρας και μιας αυθαίρετης πρόκας, μπορούσες να στήσεις μια ιστορία και να ζωγραφίσεις πάνω τους με πέντε χρωματιστά μολύβια έναν άνθρωπο, δυο σπίτια, μια θάλασσα, μια βάρκα κι έναν ήλιο, χωρίς κανείς να σου πει τίποτα. Δηλαδή, χωρίς φόβους να λερώσεις ή να γκρεμίσεις οτιδήποτε. Μα κι αυτό να γινόταν, διορθωνόταν με πέντε πέτρες ξεραμένου ασβέστη, που βρισκόταν πάντα στην άκρη της αυλής κι ανά πάσα στιγμή μπορούσαν να «σβηστούν» με νερό σ’ έναν τσίγκινο κουβά από τη μάνα, για να βαφτούν τα ευτράπελα ή οι μοναδικές παιδικές δημιουργίες σου. Τέτοια απλή, φτωχική και συνάμα, πλούσια δημιουργία φτιαξίματος και σβησίματος! Αυτό έκανα, απ’ όσο θυμάμαι, με πέντε αυθαίρετες, όσο και η φαντασία μου, σχολικές ξυλομπογιές, πολεμώντας ενίοτε τις βαρετές στιγμές της καθημερινής μουντάδας και μιας αχαλίνωτης παιδικής φαντασίας.
Μιας και δεν υπήρχαν playstation, έστηνα τον κόσμο μου σ’ αυτούς τους άσπρους τοίχους, όπως και πολλά άλλα παιδιά της γειτονιάς. Έβαφα μετά μανίας σχεδιάζοντας και μπογιατίζοντας. Έτσι συμφωνούσα ή αντιδρούσα στα δύσκολα κι ακατανόητα, είτε αυτά αφορούσαν το σχολείο μου, την οικογένειά μου ή οτιδήποτε άλλο μ’ ενοχλούσε και μ’ ευχαριστούσε. Αυτοί οι ατελείς τοίχοι, που κυκλωνόταν από τις ξυλομπογιές μου, ήταν μια ευκαιρία δημιουργικής έκφρασης, αποτύπωσης τέλειων στόχων και μιας συνομιλίας με τα «έξω» μου ή καλύτερα, με τα «μέσα» μου.
Μετά από δεκαπέντε χρόνια, όταν για πρώτη φορά στη Θεσσαλονίκη όπου σπούδαζα κι είδα μια Δευτέρα πρωί σ’ έναν γειτονικό τοίχο της σχολής «γκράφιτι», ξανασάστισα. Κόσμος πολύς στεκόταν και κοιτούσε το πρωτόγνωρο. Μια γυναίκα με μια πλαστική τσάντα γεμάτη με ψώνια κουζίνας, κοιτούσε με βλέμμα μεταξύ εκστασιασμού και αηδίας. Πολλοί πάλευαν να αποφασίσουν αν όλο ετούτο το καλλιτέχνημα ήταν ένα μικρό αριστούργημα ή μια κατάφορη πρόκληση, παραβίαση και προσβολή των υπαρχουσών κοινωνικών αξιών και δομών. Ετούτοι που το φτιάξαν, δούλεψαν γρήγορα την Κυριακή και κανείς δεν τους είχε πάρει είδηση. Ξαφνικά ένας γηραιός άνδρας δίπλα αποφάσισε: «Αλήτες, κωλόπαιδα…» είπε με στόμφο. Μια άλλη γυναίκα, προφανώς φοιτήτρια, τον κοίταξε: «Δεν έχετε δίκιο…» του είπε κι έφυγε γυρίζοντάς του την πλάτη. Τους κοίταξαν κι άλλοι. Οι μισές ζυγαριές γύραν από δω, οι άλλες από κει.
Έκατσα στο θρανίο, μα η χρωματιστή εικόνα-μήνυμα ήταν μπρος στα μάτια μου ακόμα. Σκέφτηκα ή ήθελα να σκεφτώ, ανεβάζοντας τη διάθεσή μου, ότι κάποτε, πιθανόν, υπήρξα άθελά μου μέλος μιας χρωματισμένης άφαντης και σιωπηλής κοινότητας. Δηλαδή, μέλος μιας ομάδας και μιας έκφρασης, ίσως αυθαίρετης, πολλές φορές αδιάκριτης, μα τόσο γνήσιας απέναντι σε κάθε μορφή καθημερινής στασιμότητας. Βεβαίως, αυτό που είδα στον τοίχο άγγιζε τα όρια του αριστουργήματος. Σχεδιαστική τελειότητα και χρωματική πληρότητα, μα πάνω απ’ όλα ήταν η ακρίβεια και η μεστότητα του μηνύματος, που λειτουργούσε μέσα απ’ όλα αυτά. Ήταν ένα σχέδιο διαμαρτυρίας που έβγαινε από την αστειότητα ενός καρτούν πλουτίζοντας την ακίνητη, ακαφέδωτη πρωινή φαντασία μου και συγχρόνως είχε τη δυναμική και τη βαρύτητα ενός παγκόσμιου μηνύματος, που δεν μπορούσε να περάσει αδιάφορα μέσα μου. Για να είμαι ειλικρινής, με κατέκλισε μια αίσθηση δημιουργικής πρωτοπορίας, επειδή εγώ και τ’ άλλα παιδιά μιας αλλοτινής γειτονιάς, που δεν υπάρχει πια, ζωγραφίζαμε τοίχους πολύ πριν τους ταλαντούχους συναδέλφους μας, εκφράζοντας κάποια συναισθήματα οργής και συμπάθειας, αναρχίας και τάξης. Ακόμα πιο πολύ ενθουσιάστηκα όταν διάβασα ότι το γκράφιτι εμφανίστηκε στους δρόμους του Μανχάταν της Νέας Υόρκης το 1971 από έναν Ελληνοαμερικάνικο ονόματι «ΤΑΚΙ 183» και εκσφενδονίστηκε βάφοντας την Αμερική μ’ ένα άρθρο των New York Times. Κοντολογίς, εκεί στη γειτονιά κάτω από το Μαρτινέγκο, είμαστε πολύ πιο μπροστά απ’ όλους… Αμ δε!
Κατά τον Έλληνα καθηγητή αρχαίας ιστορίας στο Ινστιτούτο Προηγμένων Σπουδών του Πρίνστον Άγγελο Χανιώτη, η συγκεκριμένη τέχνη ξεκίνησε πριν από 3.000 χρόνια. «Πρόκειται για αποτυπώσεις αρχαίων φωνών και αισθημάτων στην πέτρα» ανέφερε χαρακτηριστικά ο Έλληνας καθηγητής. «Το γκράφιτι ή τα χαράγματα- γκράφιτι, εμφανίστηκαν στην περιοχή της αρχαίας Αφροδισιάδας στη Μικρά Ασία. Πάντως, το αρχαιότερο γκράφιτι ελληνικής γραφής βρέθηκε σε τάφο των Πιθηκουσών (νησί στον κόλπο της Νεάπολης, στη νότιο Ιταλία) και χρονολογείται στα τέλη του 8ου αιώνα π.Χ. Τα περισσότερα αρχαία κείμενα αφορούν σεξουαλικές προτιμήσεις, ανταγωνισμό, προσβολές, επιβολή, επίδειξη υπεροχής και δύναμης, συνθήματα μεταξύ των ομάδων του ιπποδρόμου, περίπου όπως τα σημερινά. Υπάρχει π.χ. κείμενο γκράφιτι που λέει: «Ο Τίττας ο Ολυμπιονίκης είναι ομοφυλόφιλος».
Τζίφος η πρωτοπορία και η σιωπηλή δόξα μου…
Βεβαίως, οι σημερινοί δημιουργοί, οι καλλιτέχνες των εικόνων αυτών του δρόμου, οι «αλήτες» και τα «κωλόπαιδα» κατά τον παραπάνω κύριο, μόνο αλήτες δεν είναι και δεν διαθέτουν την αφέλεια ενός νεαρού που κρατά απλά ένα σπρέι. Καλλιτέχνες σπουδαίοι είναι. Η τέχνη αυτών των νέων είναι μοναδική. Πες ότι οι εικόνες που εισέπραξα από την οικογένεια μου των αλλοτινών λαϊκών ζωγράφων-σε δύσκολους καιρούς των αρχών του περασμένου αιώνα-επιγραφοποιών αργότερα και σημερινών ζωγράφων, έγιναν εμμονικές αλλά μου επιτρέπουν, τουλάχιστον, να κρίνω και να αναγνωρίζω την ποιότητα, που κατά πολλούς εμπεριέχει αναρχία.
Όπως, και συμπαθάτε με αν φαίνεται υπερφίαλο, με κάναν να πιστεύω ότι μετά το «εν αρχή ην ο λόγος», τα σχέδια και τα χρώματα μπορούν να σου δώσουν μιαν ευτυχία και μιαν ισορροπία ψυχής, ένα μήνυμα ή τέλος πάντων, να σε οδηγήσουν προς τα κει. Ετούτοι οι ταλαντούχοι νέοι, που όσο κι αν δεν το πιστεύουμε, δεν είναι καθόλου αυθαίρετοι, μάλλον μαχητές είναι. Τους διέπουν εσωτερικοί, σιωπηλοί νόμοι, δεν ζωγραφίζουν ανεξέλεγκτα και αυθαίρετα (π.χ. πάνω σε εκκλησίες) και… δεν είναι τα παιδιά που έβαψαν το σημερινό Δικαστικό Μέγαρο. Για όσους έχουν διαβάσει γύρω από εκείνους, γνωρίζουν ότι έχουν βασικές αρχές αισθητικής, τουλάχιστον.
Για μένα, το πιο βασικό είναι ότι μπορούν να χρωματίσουν το άχρωμο και να πολεμήσουν μονάχοι τους το γκρίζο μιας σιδερένιας πόλης. Ή τουλάχιστον, τα γκρίζα σημεία της κι εννοώ μιας πόλης, που τρόπον τινά αγωνιά, παλεύει κι αγωνίζεται για την αισθητική αναβάθμισή της (και ξαναλέω, των πολλών γκρίζων σημείων της. Για τα υπόλοιπα, ας ψάξουν οι αρχαιολογικές υπηρεσίες και οι παντός τύπου υπεύθυνοι). Βεβαίως, το γκράφιτι δεν θα μας σώσει αισθητικά, ούτε θα αναγάγει τις ζωές μας σε άλλα επίπεδα, σίγουρα όμως θα μας δώσει την ευκαιρία μιας πιο χρωματισμένης σκέψης και ισορροπημένης, αισθητικά, αντίληψης. Κι επιτρέψτε μου, νομίζω ότι αυτή η πόλη, καιρούς και χρόνια τώρα, αυτό κυνηγά, λίγο χρώμα για τα γκρίζα, σκοτεινά ή άχρωμα σημεία της, γιατί αυτό χρειάζεται…
ΥΓ. Το ενθαρρυντικό που διάβασα τελευταία είναι ότι κάποια κίνηση προβολής ετούτης της τέχνης πάει να γίνει από τους σημερινούς υπεύθυνους Πολιτισμού της Δημοτικής Αρχής. Εύχομαι, ελπίζω κι εκπλήσσομαι.

