
Προχθές βράδυ απόλαυσα στο «Θεατρικό Σταθμό» μια σπουδαία παράσταση. Διπλό το κέρδος. Από τη μια ψυχαγωγήθηκα, κάτι πολύ σπάνιο τελευταία στην πόλη μας, και από την άλλη έκαμα μια σπουδαία γνωριμία με τον αγαπημένο μου συγγραφέα Βασίλη Κατσικονούρη του οποίου, όπως λέει ο γιος μου, είμαι fan…
Έχω μελετήσει τη ζωή και το έργο του και δεν είναι η πρώτη φορά που θα πω ότι τον θεωρώ και είναι ο σημαντικότερος εκπρόσωπος της μεταπολιτευτικής γενιάς των Ελλήνων θεατρικών συγγραφέων, παρά του ότι εμφανίστηκε καθυστερημένα στο θέατρο. Δειλά-δειλά τη δεκαετία του 2000 και πιο δυναμικά την δεκαετία του 2010.
Ο Βασίλης Κατσικονούρης «είναι το νέο μέγα κέρδος του θεάτρου μας» όπως εύστοχα παρατήρησε ο δυσπειθής Γεωργουσόπουλος.
Δύο έργα του νέου ελληνικού ρεπερτορίου θα μ’ έκαναν να ξανανέβω στην σκηνή παρά το ότι με έχουν εγκαταλείψει πια τα εκφραστικά μου μέσα: «Ο κύριος Μάκης» του Βασίλη Κατσικονούρη και η «Λισαβόνα» του Αντώνη Νικολή. Ελπίζω να έχω την ανοχή και των δυο αν ποτέ «ξαναεγκληματήσω».
«Οι αγνοούμενοι» έχουν ως θέμα τους αγνοούμενους της κυπριακής τραγωδίας αλλά εστιάζει κυρίως στον υπότιτλο «μια ενδιαφέρουσα ζωή» που έχει να κάνει πρωτίστως με τους αγνοούντες. Με δυο στίχους ο Κατσικονούρης –που είναι και στιχουργός και μουσικός- δίνει όλο το περιεχόμενο του έργου: «Όνειδος να ξεχνάς ώσπου να σβήσεις- κι’ οδύνη να θυμάσαι μέχρι να καείς». Οι στίχοι αυτοί που έχουν γίνει και viral στους νέους Rapistes (μέγα πολιτιστικό κέρδος) περικλείουν όλο το περιεχόμενο του έργου. «Ξεκίνησα να γράφω το έργο» -λέει, μεταξύ άλλων, ο συγγραφέας «όχι ως ένας στρατευμένος δημόσιος τιμητής των σημερινών ηθών, αλλά ως ένας άνθρωπος που αναρωτιέται. Για την κατάσταση των λέξεων σήμερα· λέξεων όπως μνήμη, αλήθεια, δέος, ύβρις. Λέξεις τραγικές που το νόημά τους πάσχισε να ψηλαφίσει η αρχαία ελληνική τραγωδία. Λέξεις που όσο τις προσπερνάς τόσο πιο τραγικές γίνονται· οι ίδιες, αλλά και οι συνέπειες από τη λησμοσύνη τους. Δε με ενδιέφερε να πολιτικολογήσω ή να ηθικολογήσω (με τη στενή έννοια των όρων), ούτε, εννοείται, να εθνικολογήσω. Ξέρω μόνο πως έγραψα ένα έργο για το έγκαυμα της μνήμης».
Αυτά όλα τα στοιχεία τα βρήκα στην παράσταση που είδα από το «Σχήμα 7». Η σκηνοθέτις και ηθοποιός Σοφία Δερμιτζάκη πέτυχε απολύτως. Δεν αναζήτησε τις εύκολες και εύπεπτες λύσεις που θα πήγαιναν το έργο σε ένα κραυγαλέο πολιτικό κήρυγμα αλλά έστησε μιαν κριτικά ρεαλιστική παράσταση, με έντονα στοιχεία συμβολισμού –παρά τα πενιχρά τεχνικά μέσα που διαθέτει ο Θεατρικός Σταθμός. Τα διάφανα σελοφάν που αποτελούσαν τον κύριο κορμό του σκηνικού, από τη μια παρέπεμπαν στην λήθη καθώς περνούσαν οι ήρωες από πίσω τους και φαίνονταν θαμπά, και από την άλλη, καθώς με θόρυβο σκίζονταν ανακαλούσαν τη μνήμη των ηρώων αλλά και των θεατών. Περαιτέρω με την ελαφρά κίνηση του σελοφάν της οροφής σαν να φυσούσε κάποιο αεράκι, εκεί προς τη λύση του δράματος, την ώρα που η Μίνα άλλαζε και φορούσε την ρόμπα της αδελφής της Δέσποινας που είχε πεθάνει (κάηκε… από τη μνήμη της) για να ακολουθήσει την ίδια ζωή που σηματοδοτούσε το πέρασμα από τη λήθη στην μνήμη. Όλα ήταν απολύτως δικαιολογημένα που σημαίνει ότι οι συντελεστές της παράστασης μελέτησαν πολύ το συγγραφέα και το έργο. Είναι μιαν απάντηση σε κείνους που τελευταία κάνουν ό,τι τους καπνίσει επί σκηνής στο όνομα τάχα κάποιας μεταμοντέρνας παράστασης. Μπούρδες και εύχομαι να βάλουν λίγο μυαλό γιατί σκυλεύουν τα ιερά και τα όσια.
Ο Κωνσταντίνος Μεταξάκης που έχει και την ευθύνη του θιάσου στο «Σχήμα 7» πρέπει να επαινεθεί όχι μόνο για τη σημαντική του ερμηνεία στο ρόλο του Πέτρου, ενός αστού και συμβιβασμένου δημοσιογράφου, αλλά γιατί προκάλεσε το σημαντικότερο θεατρικό γεγονός του τελευταίου χρόνου στην πόλη μας. Κατάφερε να επιτύχει την παρουσία του Βασίλη Κατσικονούρη στην πρεμιέρα του έργου. Σπουδαίο για τους θεατρόφιλους και τους λογίους της πόλης οι οποίοι ωστόσο δεν τους είδα να παρευρίσκονται. Αλλά μήπως ήρθε και κανείς άλλος από τους «πολιτιστικούς αναμορφωτές» μας; Στο κάτω της γραφής η παράσταση έγινε στο πλαίσιο ενός Δημοτικού θεσμού. Δεν θα έπρεπε κάποιος από την πολιτιστική ηγεσία του δήμου να είναι εκεί να πει στον σπουδαίο συγγραφέα δυο κουβέντες; Ο Κατσικονούρης δεν τίμησε μόνο την παράσταση του «Σχήματος 7», τίμησε με την παρουσία του και την πόλη απ’ όπου ξεκίνησε το νεοελληνικό θέατρο. Αλλά ας αφήσω το ψιλά γράμματα κι’ ας επανέλθω στις εντυπώσεις μου από την παράσταση. Ο Κωστής ο Μεταξάκης λοιπόν είναι ηθοποιός με πολύ καλά στοιχεία. Έχει την θεατρική αίσθηση της ατάκας και είναι από τους λίγους ηθοποιούς στην πόλη μας που ακούει τι του λέει ο συμπρωταγωνιστής του και απαντά. Δεν παίζει σαν να μην υπάρχει ο άλλος. Αυτό τον βοηθάει στην αμεσότητα της θεατρικής του αντίδρασης. Εγώ στην ερμηνεία του θα ήθελα λίγο περισσότερο να φανεί η αρρώστια ή το σακατιλίκι του από την αρχή.
Η Σοφία Δερμιτζάκη ξεχείλιζε για μιαν ακόμη φορά από συναίσθημα. Σπουδαία ηθοποιός, δεν φοβάται να τσαλακωθεί επί σκηνής για να προσεγγίσει κάθε ρόλο. Εδώ στο ρόλο της Δέσποινας ήταν η προσωποποίηση του στίχου «κι’ οδύνη να θυμάσαι μέχρι να καείς». Θα ήθελα ωστόσο και καθ’ όλη τη διάρκεια του ρόλου της, εκτός από τον κομμό, και κάτι από τη λεβεντιά της Αντιγόνης που την είχε ασφαλώς στο δημοτικοφανές ωραίο τραγούδι της.
Στην Ελένη Στρατάκη ο ρόλος της Μήνας τής πήγαινε γάντι. Υπηρέτησε σωστά την παράσταση παρά τις αδυναμίες της που πιστεύω να ξεπεραστούν με τον χρόνο. Φάνηκε να τις λείπουν εκπαιδευτικές ώρες που πρέπει πάραυτα να συμπληρώσει. Είναι κρίμα γιατί έχει σκηνικό εκτόπισμα.

