Ένα από τα καλύτερα blockbuster όλων των εποχών.

CAPTAIN AMERICA:

ΕΜΦΥΛΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

CAPTAIN AMERICA: CIVIL WAR

Σκην.: Άντονι Ρούσο, Τζο Ρούσο

Πρωτ.: Κρις Έβανς, Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορ, Σκάρλετ Γιοχάνσον, Πωλ Μπέτανι, Ελίζαμπεθ Όλσεν, Τσάντουικ Μπόουζμαν, Άντονι Μάκι, Ντον Τσιντλ, Σεμπάστιαν Σταν, Ντάνιελ Μπρουλ, Τζέρεμι Ρένερ, Πωλ Ραντ, Φρανκ Γκρίλο

Έπειτα από τον θάνατο αθώων που προκαλείται ακούσια από μέλος των Εκδικητών κατά τη διάρκεια μιας επιχείρησης στην Αφρική, ο ΟΗΕ αποφασίζει να θέσει υπό τον έλεγχό του τους υπερήρωες, κίνηση που διχάζει την ομάδα και δημιουργεί σφοδρή διαμάχη ανάμεσα στα μέλη της.

Περιπέτεια φαντασίας, εμπνευσμένη από τη σειρά κόμικ της Marvel, «Civil war», που κυκλοφόρησε από το 2006 ως το 2007, με δημιουργούς τους Μαρκ Μίλαρ, Στίβεν ΜακΝίβεν, Ντέξτερ Βάινς και Μόρι Χόλογουελ. Παρότι ο κεντρικός χαρακτήρας είναι ο Captain America, που δίνει τ’ όνομά του στον τίτλο και τυπικά κατατάσσοντάς το τρίτο στη σειρά των ατομικών του ταινιών, ουσιαστικά το φιλμ αποτελεί μια τρίτη περιπέτεια των Εκδικητών, συνεχίζοντας το «Εκδικητές: η εποχή του Ultron» («Avengers: age of Ultron», Τζος Γουίντον, 2015), μια κι η Marvel πλέον έχει συνθέσει μια μακρο-αφήγηση που εκτείνεται ανάμεσα σε κάθε νέα ταινία της.

Γραμμένη ξανά από τον Κρίστοφερ Μάρκους και τον Στίβεν ΜακΦίλυ που έγραψαν τις δύο προηγούμενες ταινίες του Captain κι έχουν αναλάβει να γράψουν τους επόμενους δύο «Εκδικητές», η ταινία συνεχίζει με υποδειγματική σεναριακή μεθοδικότητα, συνέπεια και πληρότητα την πορεία των ηρώων, ενώ οι αδερφοί Ρούσο επιδεικνύουν ακόμη μια φορά τη σκηνοθετική στιβαρότητα που έκανε το «Captain America 2: ο Στρατιώτης του Χειμώνα» («Captain America: the Winter Soldier», 2014) μία από τις σημαντικότερες ταινίες των κινηματογραφικών διασκευών κόμικ της Marvel.

Η φετινή τους προσθήκη αποτελεί επίσης μία από τις καλύτερες στην ιστορία του είδους των υπερηρώων. Η σύγκριση σε βάρος του παρόμοιου σε θέμα, κλίμακα και στόχους «Batman v. Superman: η αυγή της δικαιοσύνης» είναι αναπόφευκτη, αφού οι Ρούσο καταφέρνουν ολ’ αυτά στα οποία ο Ζακ Σνάιντερ ήταν εξαρχής καταδικασμένος ν’ αποτύχει. Όχι μόνο επειδή δε διαθέτει το μισό απ’ το ταλέντο των Ρούσο, ούτε καν επειδή τα κίνητρα, οι επιδιώξεις κι οι σχέσεις των ηρώων έχουν προετοιμαστεί από τις προηγούμενες ταινίες που τόσο υπομονετικά έστρωσε η Marvel 8 χρόνια τώρα. Εξάλλου, ο Batman κι ο Superman δε στερούνται κινηματογραφική κληρονομιά, ούτε αναγνωρισιμότητα. Απλώς, εκεί που η ταινία του Σνάιντερ πηγαινοερχόταν πανικόβλητη από τη μία σκηνή στην άλλη μέσα σ’ ένα συγκεχυμένο ψηφιακό οπτικό περιβάλλον, εδώ η αλλαγή ρυθμού ανάμεσα στις σκηνές μάχης και διαλόγων είναι τόσο ψύχραιμη, στοχευμένη κι υπομονετική που μοιάζει χρονομετρημένη. Σε μια ακόμη πιο στριμωγμένη αφήγηση από εκείνη της ταινίας του Σνάιντερ, οι διαλογικές σκηνές έχουν χώρο ν’ ‘αναπνεύσουν’, παρέχοντας επεξήγηση, κίνητρο, χιούμορ, συστήνοντας επιπλέον δύο καινούριους χαρακτήρες στην ηρωική ‘οικογένεια’. Ενδεικτική διαφορά ανάμεσα στα δύο σενάρια, είναι ο τρόπος με τον οποίο αξιοποιείται ο μηχανισμός του set-up και pay-off, του στοιχείου δηλαδή που αρχικά μοιάζει ασήμαντο, ώσπου στην πορεία της πλοκής ν’ αποδειχθεί πολύτιμο για τη μεταστροφή της. Στο «Batman v. Superman» ήταν το κοινό μητρικό όνομα των δύο ηρώων, που τους μετατρέπει από εχθρούς σε φίλους. Εδώ δε θ’ αποκαλύψουμε ποιό είναι και τι κάνει, αλλά είναι πολύ πιο καίριο κι αποβαίνει πολύ σπουδαιότερο.

Το άψογο κάστινγκ, οι αλληλεπιδράσεις των χαρακτήρων, το διακριτικό αλλά πάντα εύστοχο χιούμορ, και βεβαίως οι ευκρινείς και μεγαλειώδεις σκηνές δράσης με κορυφαία τη 15λεπτη σεκάνς ανθολογίας στο αεροδρόμιο, ζωντανεύουν απολαυστικά τη θεματική αμφισημία και την άκαμπτη αυτοπεποίθηση της πλοκής προς μια έκβαση πολύ πιο κρίσιμη κι αληθοφανή από εκείνη της ταινίας του Σνάιντερ, φανερώνοντας τη ντροπιαστικά μεγάλη απόσταση κατά την οποία η Marvel προπορεύεται έναντι μιας ασθμαίνουσας DC, που απλώς μοιάζει ν’ αυτοσχεδιάζει καθώς προχωράει. Ως συνήθως, στους τίτλους τέλους υπάρχουν κρυμμένες δύο επιπλέον σκηνές, γι’ αυτό μη βιαστείτε να εγκαταλείψετε την αίθουσα.

FRIEND REQUEST

Σκην.: Σάιμον Βερχόφεν

Πρωτ.: Αλίσια Ντέμπναμ- Κάρεϊ, Γουίλιαμ Μόουσλι, Κόνορ Πάολο

Όταν η Λώρα απορρίπτει στο Facebook τη μοναχική συμφοιτήτριά της, Μαρίνα, η οποία φαίνεται να έχει αποκτήσει εμμονή μαζί της, η δεύτερη αυτοκτονεί κι οι φίλοι της Λώρας αρχίζουν να δολοφονούνται.

Ταινία τρόμου, με κεντρική σεναριακή ιδέα παρόμοια μ’ εκείνη του ομοειδούς «Unfriended» (Λέβαν Καμπριάτζε, 2014). Η σεναριακή αλληγορία για τη σχέση φυσικής κι ιντερνετικής ταυτότητας του ατόμου στον σημερινό κόσμο, μένει αβοήθητη από την απλοϊκότητα και την κοινοτοπία της πλοκής και της σκηνοθεσίας.

ΠΑΜΕ ΓΙΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ;

LES VISITEURS:

LA RÉVOLUTION

Σκην.: Ζαν-Μαρί Πουαρέ

Πρωτ.: Κριστιάν Κλαβιέ, Ζαν Ρενό, Φρανκ Ντιμπόσκ

Ο κόμης κι ο υπηρέτης του συνεχίζουν τα ταξίδια τους μέσα στον χρόνο και καταλήγουν στο μέσο της Γαλλικής Επανάστασης.

Κωμωδία που συνεχίζει τις περιπέτειες των Επισκεπτών, μετά από τα «Les Visiteurs» (Ζαν-Μαρί Πουαρέ, 1993), «Les Visiteurs II: les Couloirs du temps» (Ζαν-Μαρί Πουαρέ, 1998) και το αμερικανικό ριμέικ «Οι περαστικοί» («Just visiting», Ζαν-Μαρί Πουαρέ, 2001) με τους ίδιους πρωταγωνιστές. Πλατειασμένη και άνοστη όσο δεν πάει, δυσκολεύομαι να φανταστώ πώς θα μπορούσε να προκαλέσει γέλιο, ακόμα και σ’ όσους γνωρίζουν γαλλικά και μπορούν ν’ αντιληφθούν τους ιδιωματισμούς των διαλόγων που χάνονται στη μετάφραση ή στους εμβριθείς γνώστες της περιόδου της Γαλλικής Επανάστασης που μπορούν τουλάχιστον ν’ αναγνωρίσουν πρόσωπα και καταστάσεις.