
Με μεγάλη χαρά παρουσιάζω σήμερα την πρώτη ποιητική συλλογή του Γιώργου Πλατανάκη με τον εύγλωττο τίτλο «Ηράκλειο του πελάγους» από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη.
Ο Γιώργος Πλατανάκης μου είναι γνωστός ως ποιητής από ποιητικά του δημιουργήματα δημοσιευμένα σε διάφορα έντυπα.Ιδιαίτερη εντύπωση μου είχε κάνει ένα ποίημα που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό της Ένωσης Φιλολόγων Νομού Ηρακλείου «Όστρια» με τον τίτλο «Ανάμνηση» το έτος 2000. Σ΄αυτό το ποίημα,κατά τη δική μου εκτίμηση, ο Γ. Πλατανάκης μας έδωσε τεκμήρια μιας στέρεης ποιητικής γραφής πλημμυρισμένης βέβαια με συναισθηματικό λόγο αλλά όμως λόγο ποιητικό πυκνό, συμβολικό με μια υπαινικτική χρήση της γλώσσας.
Με αυτή την παρατήρηση θεωρώ ότι η πρώτη αυτή ποιητική συλλογή του ποιητή δεν αποτελεί πρωτόλειο αλλά φανερώνει μια κοπιαστική πορεία ζυμωμένη με πολλά διαβάσματα,πολλούς επηρεασμούς, πειραματισμούς,βιώματα και ιστορική γνώση για να καταλήξει σε μια μορφή και ένα περιεχόμενο που αγγίζει λεπτές χορδές της ανθρώπινης ύπαρξης και σου αφήνει μια συγκίνηση δυνατή τέτοια που απορρέει από κάθε αληθινό ποιητικό δημιούργημα.
Η συλλογή αυτή αποτελείται από 21 ποιήματα που όλα σχεδόν αναφέρονται ή έχουν αφορμή το Ηράκλειο συνθέτοντας αρμονικά ιστορία,βιώματα και προσωπικές συγκινήσεις που μετουσιώνονται σ΄ένα ποιητικό λόγο που σε κρατά, σου θυμίζει, σε τέρπει, σε συγκινεί, σε περιπλανεί στο Μεγάλο Κάστρο χωρίς να καταντά ιστορική αφήγηση ούτε βιωματική θύμιση ούτε ιστορική τοπογραφία αλλά μετατρέπεται σε λόγο γενικό, ποιητικό που ανάγει το τοπικό σε πανανθρώπινο και το ατομικό σε κοινωνικό.
Με αυτό τον τρόπο ο ποιητής κατορθώνει να μιλήσει για τις αιώνιες και πανανθρώπινες αξίες αλλά και για τους μύχιους πόθους κάθε ανθρώπου που καταφέρνει να ξεφύγει από την καθημερινότητα και να νιώσει τη γύρω του ομορφιά με τις ευαισθητοποιημένες κεραίες του.
Ο ποιητής κινείται ανάμεσα στη μυθολογία της Κρήτης και της ευρύτερης Ελλάδας ανασύροντας μυθολογικά πρόσωπα και παντρεύοντάς τα με προσδιορισμούς της κρητικής διαλέκτους όπως –κακόσειρος Τελχίνας ή σηματοδοτώντας το περιεχόμενο με τα ονόματα Γλαύκος, Αγγαίος, Τίφυς, σπηλιές των Κουρητών κλπ.
Ο Γ. Πλατανάκης καταφέρνει στο σύνολο της ποιητικής του συλλογής να διατρέξει ιστορικά την Κρήτη και ιδιαίτερα το Ηράκλειο από τα προιστορικά χρόνια , την ενετική περίοδο, την οθωμανική κατοχή μέχρι τη σύγχρονη εποχή πλέκοντας με μια υψηλή ευαισθησία την ιστορική γνώση με το δικό του σύγχρονο βίωμα και δίνοντας στον ευαισθητοποιημένο αναγνώστη αφορμές μεγάλης συγκίνησης από την πολύχρονη ιστορία της γενέθλιας πόλης του.
Ο ποιητής συνταιριάζοντας τα υλικά της ευαισθησίας του , της γνώσης, της νόησης και του πάθους του και της ενέργειας που αντλεί από τις εμπειρίες της ζωής του μεταπλάθει το σύνολο αυτό σε μια ποιητική έκφραση μέσα από μια στέρεη κειμενική επεξεργασία. Με τον τρόπο αυτό ο ποιητής φτάνει στην κειμενική αυτονομία των ποιημάτων του και διασφαλίζει ότι ο αναγνώστης θα έχει μια δική του προσωπική ηδονή από τη σχέση του με το ποίημα όπως αναφέρει και ο ποιητής και θεωρητικός της λογοτεχνίας Μιχάλης Πιερής στο δοκίμιό του «Εφτά σημειώσεις για την ποίηση » (Ύλαντρον, Λευκωσία, 2006).
Μέσα στην ποιητική συλλογή παρελαύνουν η γκιόστρα, η Πύλη του Παντοκράτορα ,η Παναγία των Σταυροφόρων, ο Άγιος Τίτος, οι Άγιοι δέκα μάρτυρες,ο Γεωπονικός κήπος, οι οδοί Γεωργιάδη και Βουρδουμπάδων, οι τάπιες, το Βαλιδέ τζαμί,ο μεγάλος αρμπεντές,η τάφρος των τειχών, τα λαγούμια στα τείχη του Μεγάλου Κάστρου, ο Κούλες κ.ά.
Η ποίηση βέβαια φτιάχνεται από λέξεις,συνδυασμούς λέξεων και φράσεων και από σημεία στίξης .Αυτό είναι το υλικό της.Ο δημιουργός συνταιριάζει αυτό το υλικό δίνοντας μια αρμονία. Ο Πλατανάκης μας φορτίζει συγκινησιακά και με το λεξιλόγιό του ανασύροντας λέξεις από την κρητική διάλεκτο όχι με τη μορφή της λεξιθηρίας και του εντυπωσιασμού αλλά με την προσπάθεια να δέσουν βιωματικά και συγκινησιακά την κάθε του φράση.
Όπως: Κι όσοι έφυγαν για πάντα δεν αποξεχνούν.
Παρουσιάζονται στα όνειρα ευπροσήγοροι,
ξένοι προς κάθε πόνο ή ανάγκη,
μιλώντας μας με μια παράξενη γαλήνη,
κι άλλες φορές μας συλλογίζονται αθέατοι
πίσω απ΄τις ξύλινες πόρτες με τον χαλασμένο ζεμπερέ,
καθισμένοι στο παραγώνι μες΄από χάσματα καπνού
αναδεύοντας τη φωτιά με χωματένια χέρια….
(Ηράκλειο του πελάγους)
Το άλογό του χάθηκε σε μακρινόν αστερισμό
Κι οι ζωγραφιές του έπεσαν στα μανιασμένα κύματα
Τα γένια τα ψομματινά δεν τα φοράει πια
Για να περάσει στα κρυφά να τραγουδήσει.
Είναι καιρός που έπαψαν τα βούκινα,
Πολύς καιρός που σκόλασεν η γκιόστρα,
Κι άλλο δεν έμεινε παρά μονάχα η σκιά
Του βράχου στους πασπάρους
Και η φωνή του ανέμου μες στις καλαμιές.
Στα συρκωμένα χέρια παίζει ακόμη
Ένα παλιό δαχτυλιδάκι με ζαφείρι,
Κομμάτι από έναν ουρανό που πέτρωσε στο χρόνο.
(Αθέατο άγαλμα)
Να ΄τανε τρόπος ν΄ανεβώ μια δρασκελιά στην τάπια,
Εκεί που δεν υπάρχει φόβος ούτε ελπίδα,
Να ΄τανε τρόπος να περνούμε με μια δρασκελιά
Το ρήγμα και το ρήμαγμα και τον ορυμαγδό,
Να κατακομματιάζουμε τη μολυβένια πέτρα,
Να χωνεύουμε το μαχαίρι και τη φωτιά…
Σαν γρύπας μοχθηρός κακόσειρος τελχίνας…..
(Οδός Γεωργιάδη)
Στοιχεία ποιητικού θάρρους βρίσκουμε στα παρακάτω ποιήματα:
Όταν γυρίσαμε είχες φύγει πια,
Αφήνοντας μια προτομή βαριά, κατάλευκη,
Να κυματίζει ακόμη ανάμεσα στα χόρτα,
Κι ήταν σαν να σε είχα συναντήσει σε όνειρο,
Να βγαίνεις απ΄το Παχύ Δάσος γιγαντόκορμος
Και να ΄ρχεσαι ψηλά να με σηκώνεις,
Να μ΄αρμηνεύεις γελαστός πλάι στο χαμηλό σοφρά,
Κι εγώ να κρέμομαι σα ρολογάκι με καδένα.
(Παλιά Φωτογραφία)
Κι η θάλασσα η απέραντη ,απερίφρακτη,
Ωραία ιέρεια του αιώνια μακρινού……..
Μια ταπεινή συναγωγή των λουλουδιών,
Μια πέτρα ολόλευκη με δυο χρονολογίες,
Κι ένα όνομα που το έντομο πετώντας
Το ξαναγράφει αδιάκοπα στο φως.
(Παραλιακή οδός )
Το πρόσωπό σου απαράλλαχτο κι ακίνητο,
Με το χαμόγελο εύροο, τα δάκρυα μάτια,
Σε μιαν αιωνιότητα που δεν αποκρίνεται…..
(Τα κελιά)
Η πρώτη αυτή παρουσία του Γιώργου Πλατανάκη στον ποιητικό στίβο μας γεμίζει ελπίδες για μελλοντικές καρποφόρες δημιουργίες.
* Ο Κωστής Σπ. Μαστρογιαννάκης είναι Φιλολόγος-πρώην Λυκειάρχης

