Χαρίσματα

Ασυνήθιστη πληθώρα ταινιών για την πόλη, οι καλύτερες από τις οποίες έχουν ήρωες δύο ξεχωριστά παιδιά.

Ο ΕΚΛΕΚΤΟΣ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ
MIDINIGHT SPECIAL
Σκην.: Τζεφ Νίκολς
Πρωτ.: Τζέιντεν Λίμπερχερ, Τζόελ Έτζερτον, Μάικλ Σάνον, Κίρστεν Ντανστ, Άνταμ Ντράιβερ.
Η αμερικανική κυβέρνηση και τα μέλη μιας αίρεσης καταδιώκουν τον Ρόι και τον οχτάχρονο γιό του, Άλτον, ο οποίος διαθέτει υπερφυσικές δυνάμεις.
Δράμα επιστημονικής φαντασίας, που αποτελεί την τέταρτη μεγάλου μήκους ταινία του 37χρονου αμερικανού σκηνοθέτη και σεναριογράφου, καθώς επίσης τη δεύτερη στη φιλμογραφία του με υπερφυσικό θέμα, μετά από το «Καταφύγιο» («Take shelter», 2011). Ο Νίκολς αποδεικνύει γι’ ακόμη μια φορά ότι μπορεί να προσαρμόσει συμβάσεις και μοτίβα της επιστημονικής φαντασίας στη μικρότερη κλίμακα μιας σοβαρών προθέσεων ανεξάρτητης παραγωγής, έστω κι αν η ταινία του τυπικά δεν είναι εντελώς ανεξάρτητη, αφού ανάμεσα στις τρεις συμπαραγωγούς εταιρείες βρίσκεται το στούντιο της Warner Bros., μαζί με την Tri-State Pictures και την ελληνική Faliro House του Χρήστου Κωνσταντακόπουλου.
Το αποτέλεσμα είναι ένα οικογενειακό δράμα για τη διαφορετικότητα, με εξαιρετική ισορροπία ανάμεσα στην ψυχολογική και τη φανταστική πλευρά της πλοκής. Η στωικότητα του μικρού Άλτον, η αγωνία, η κατανόηση κι η αυτοθυσία των γονιών, η θρησκευτική και μιλιταριστική παράνοια, η ορθολογικά κι επιστημονικά βάσιμη πίστη στην ύπαρξη άλλων κόσμων και η αναπαράστασή τους μέσα από την αρχιτεκτονική, όλα πλέκονται επιδέξια και συγκινητικά, χάρη βεβαίως και στις αφοσιωμένες ερμηνείες του λαμπρού καστ.

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΖΟΥΓΚΛΑΣ
THE JUNGLE BOOK
Σκην.: Τζον Φαβρό
Πρωτ.: Νιλ Σέτι, Μπιλ Μάρεϊ (φωνή), Ιστορικό αθλητικό δράμα που αναπαριστά με συμβατικότητα αλλά κι αφηγηματική συνέπεια τα γεγονότα τα οποία μετέτρεψαν τον Όουενς σε μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες στην ιστορία του παγκόσμιου αθλητισμού. Ένας εύστοχα αμφίσημος τίτλος, μια συγκροτημένη ερμηνεία από τον
Τζέιμς κι αληθοφανή ψηφιακά εφέ που αναπαριστούν πειστικά κι εντυπωσιακά τις τοποθεσίες και την ατμόσφαιρα της εποχής, είναι τα καλύτερα στοιχεία της κατά τ’ άλλα διεκπεραιωτικής σκηνοθεσίας του Χόπκινς.

ΜΑΤΩΜΕΝΟΣ ΓΑΜΟΣ
LA NOVIA
Σκην.: Πάουλα Ορτίθ
Πρωτ.: Ίνμα Κουέστα, Ασιέρ Εξαντία, Μανουέλα Βελές, Λετίσια Ντόλερα, Άλεξ Γκαρθία
Στην Ισπανία του Μεσοπολέμου, η καρδιά μιας γυναίκας μοιράζεται ανάμεσα σε δύο άντρες, από τους οποίους ο ένας είναι ο ιδανικός σύζυγος κι ο άλλος ο ιδανικός εραστής.
Αισθηματικό δράμα βασισμένο στο ομώνυμο θεατρικό έργο που έγραψε ο ισπανός Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα το 1932. Εύστοχη επιλογή και χρήση των υποβλητικών τοποθεσιών στην Καππαδοκία και την Αραγονία, οι οποίες περιβάλλουν την ιστορία με απόκοσμη, λυρική θεατρικότητα, αφού διατηρούν συνεχώς έναν περισσότερο συμβολικό και διακοσμητικό, παρά λειτουργικό ρόλο. Η φωτογραφία του Μιγκέ Αμοέντο και τα κοστούμια της Αράντσα Εθκέρο, το μακιγιάζ των Εστέρ και Πιλούκα Γκιγιέμ, η μουσική του Σουκέρου Ουμεμπαγιάσι, όλα συνθέτουν μια όμορφη αναπαράσταση, η οποία δυστυχώς υπονομεύεται από τον άνισο χειρισμό του συναισθήματος, καθώς το σενάριο, οι ερμηνείες και το μοντάζ ξεπέφτουν συχνά σε υπέρμετρο λυρισμό και μελοδραματικότητα.

ΖΗΣΕ ΜΕ ΡΥΘΜΟ
HIGH STRUNG
Σκην.: Μάικλ Ντέιμιαν
Πρωτ.: Κίναν Κάμπα, Νίκολας Γκαλίτσινε, Τζέιν Σίμουρ
Η Ρούμπι έρχεται στο Μανχάταν για να ζήσει τ’ όνειρό της ως φοιτήτρια χορού σε μία από τις σημαντικότερες σχολές των Η.Π.Α. Στο μετρό γνωρίζει τον πλανόδιο όμορφο βιολιστή Τζόνι, ο οποίος προσπαθεί να εξοικονομήσει χρήματα για το ενοίκιο και τη βίζα του. Όταν του κλέβουν την τσάντα και το βιολί, η Ρούμπι τον βοηθάει να συμμετάσχει σ’ έναν διαγωνισμό χορού και μουσικής, με χρηματικό έπαθλο που μπορεί να λύσει όλα του τα προβλήματα.
Μουσικοχορευτική αισθηματική κομεντί με ήρωες φιλόδοξους νεαρούς χορευτές και μουσικούς στη Νέα Υόρκη, σεναριακή ιδέα που αποτελεί μια κατηγορία από μόνη της, περιλαμβάνοντας τίτλους όπως «Fame» (Άλαν Πάρκερ, 1980 και Κέβιν Τάντσαροεν, 2009), «Κεντρική σκηνή» («Center stage», Νίκολας Χάιτνερ, 2000), «Step up» (Ανν Φλέτσερ, 2006) και τόσους άλλους. Η φετινή προσθήκη αποτελεί μία από τις πιο γραφικές, στερεότυπες και παιδαριώδεις εκδοχές του θέματος, με σεναριακή απλοϊκότητα και σκηνοθετική ασυνέπεια που χειροτερεύουν καθώς η ταινία φτάνει στην αφόρητα προβλέψιμη κλιμάκωσή της. Μερικά μόνο από τα ακούσια χιουμοριστικά στιγμιότυπα, είναι η επίπληξη των δύο φιλενάδων από τη βετεράνο χορεύτρια διευθύντρια της σχολής με παρουσιαστικό γεροντοκόρης, η απότομα υστερική αντίδραση της Τζάζι καθώς την ξυπνάει η Ρούμπι ώστε να μη χάσει τη χρονιά, και η απάθεια του Τζόνι κατά τη σύλληψή του, καθώς εν τω μεταξύ η έκβαση της παράστασης που γίνεται για χάρη του κινδυνεύει με κάθε λεπτό που περνάει.

SHORT FUSE
Σκην.: Ανδρέας Λαμπρόπουλος, Κώστας Σκύφτας
Πρωτ.: Αποστόλης Τότσικας, Ευγενία Δημητροπούλου, Τάσος Νούσιας, Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, Θοδωρής Αθερίδης, Μάνος Γαβράς
Ο Άρης είναι απόφοιτος νομικής που εργάζεται ως υπάλληλος μεταφορικής εταιρείας. Στην τελευταία του παράδοση, κάποιος τον ρίχνει αναίσθητο και του δένει μια βόμβα στο σώμα, η οποία θα εκραγεί εκτός αν ο Άρης υπακούσει συγκεκριμένες εντολές.
Ταινία δράσης που χρησιμοποιεί το μοτίβο του ήρωα με τη βόμβα δεμένη στο σώμα του, το οποίο έχουμε ξαναδεί μεταξύ άλλων στο «PVC-1» (Σπύρος Σταθουλόπουλος, 2007) καθώς και στο συμπαθητικό «Ληστεία σε 30 λεπτά» («30: minutes or less», Ρούμπεν Φλάισερ, 2011), με το οποίο η ταινία παρουσιάζει τις περισσότερες ομοιότητες. Κι αυτή είναι μόνο μία απ’ τις πολλές ταινίες από τις οποίες το δευτερογενές σενάριο αντλεί δάνεια, αποσκοπώντας σ’ έναν φόρο τιμής στο είδος, αλλά καταλήγοντας αντιθέτως ένα κακότεχνο συνονθύλευμα από κλισέ.
Όπως οι «Μαριονέτες» (Παντελής Καλατζής, 2015) και το «The republic» (Δημήτρης Τζέτζας, 2015), έτσι και το εγχείρημα των Λαμπρόπουλου και Σκύφτα δεν καταφέρνει ποτέ να ξεπεράσει τον ‘επαρχιακό’ χαρακτήρα του, αφού ο θαυμασμός του για τα χολιγουντιανά πρότυπα είναι ολοφάνερος, αλλά δυστυχώς δε διαθέτει τις οικονομικές και τεχνικές προδιαγραφές για να στήσει την αληθοφάνεια και τον εντυπωσιασμό που απαιτεί το είδος της περιπέτειας.
Για παράδειγμα, τρία από τα βασικότερα συστατικά του είδους, είναι η έκρηξη, η καταδίωξη κι η διορία. Η ταινία περιέχει και τα τρία, αλλά οι εκρήξεις της άλλοτε συμβαίνουν εκτός κάδρου κι άλλοτε φαίνονται ψεύτικες, οι καταδιώξεις της είναι σύντομες και απλοϊκά γυρισμένες, και οι πολυάριθμες διορίες μένουν αναξιοποίητες, αφού τα χρονόμετρα μπαινοβγαίνουν αυθαίρετα στις σκηνές όπου αποτελούν κεντρικό διακύβευμα. Ο σχεδιασμός του ήχου είναι επίσης πρόχειρος, με αποτέλεσμα, δεν ξέρω πώς ακριβώς να το περιγράψω, αλλά οι διάλογοι συχνά ν’ ακούγονται με ερασιτεχνικό βάθος ή ελαφριά αντήχηση, η κίνηση του δρόμου παρεμβαίνει ενοχλητικά σ’ αυτό που θα έπρεπε να είναι μια συγκινητική τελευταία συνάντηση ανάμεσα στον Άρη και τον πατέρα του, ενώ η αντίδραση-κονσέρβα πανικού από το πλήθος είναι εμφανώς αναντίστοιχη με τους ελάχιστους θαμώνες του νυχτερινού κέντρου.
Όλ’ αυτά πριν καν ξεκινήσει κανείς να μιλήσει για τους στερεότυπους διαλόγους που ακούγονται ακόμα χειρότερα από τις επιφανειακές ερμηνείες του καστ, και την ασυναρτησία της πλοκής, που, μεταξύ άλλων, αφήνει ακατάληπτο το βασανιστήριο στον αιχμάλωτο εμπρηστή, φέρνει πέρα από κάθε λογική την Άννα πίσω στο κέντρο να προσπαθεί να βρει το συμβόλαιό της (ποιό συμβόλαιο;) για να τερματίσει την εργασία της στον Μίλτο κτλ. Παραδόξως, το όλο εγχείρημα διατηρεί σφιχτό τον ρυθμό του χάρη στο έντονο μοντάζ του Κώστα Φασούλα και του συν-σκηνοθέτη Ανδρέα Λαμπρόπουλου, που καταβάλλουν σοβαρή προσπάθεια να κρύψουν τις αδιόρθωτες αδυναμίες του φιλμ.

KAME KOUMMANDO
Σκην.: Μανώλης Δαμιανάκης
Πρωτ.: Φώτης Αρμένης, Αγάπη Μανουρά, Κώστας Δαμιανάκης
Ο Kame Koummando είναι ένας στρατιώτης που ταξιδεύει στον χρόνο, φτάνει στο σήμερα κι αναζητεί τρόπο να επικοινωνήσει με τη μονάδα του.
Δράμα επιστημονικής φαντασίας, που αποτελεί την πρώτη μεγάλου μήκους απόπειρα του σκηνοθέτη. Γυρίστηκε το 2012 στην πόλη και τον νομό Ηρακλείου, και την ίδια χρονιά συμπεριλήφθηκε στο ελληνικό τμήμα του 53ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.
Ακόμα μία ελληνική ταινία που στοχεύει ψηλότερα απ’ ό,τι της επιτρέπουν οι χαμηλές προδιαγραφές της, καθώς στερείται την αφηγηματική διάρθρωση, τη σκηνοθετική επιμέλεια και συνοχή, τη σαφήνεια στόχων, τις συναισθηματικές διακυμάνσεις, τη διαμόρφωση χαρακτήρων και την προσοχή στη λεπτομέρεια που θα εξυπηρετούσαν έστω στοιχειωδώς τη φιλοδοξία της να συνθέσει μια παραβολή για το σημερινό κοινωνικο-οικονομικό αδιέξοδο.