
Το ερώτημα αυτό κυκλοφορεί εναγωνίως στα χείλη και στη σκέψη της μεγάλης πλειονότητας των συμπολιτών μας, καθώς βλέπουν και βιώνουν όσα συμβαίνουν στην ελληνική επικράτεια εδώ και αρκετούς μήνες. Διότι ένα κράτος «ξέφραγο αμπέλι», στο οποίο μπαίνει και βγαίνει ανεξέλεγκτος όποιος θέλει και όποτε θέλει, στο οποίο ο κάθε μετανάστης ή πρόσφυγας μπορεί να κάνει ό, τι θέλει, να κατασκηνώνει όπου θέλει, αρνούμενος να συμμορφωθεί προς τις εντολές της κυβέρνησης, ένα κράτος όπου οι φιλοξενούμενοι κλείνουν τους δρόμους και ζητούν από τους Έλληνες οδηγούς ταυτότητα για να τους επιτρέψουν να συνεχίσουν το ταξίδι τους, ή καταλαμβάνουν τις σιδηροδρομικές γραμμές και το μεγαλύτερο λιμάνι της χώρας ή δεν επιτρέπουν στους αγρότες να οργώσουν τα χωράφια τους, αυτό μπορεί να λέγεται κράτος; Και πώς είναι δυνατόν, μήνες τώρα, να κυκλοφορούν ανενόχλητα μεταξύ των προσφύγων και των μεταναστών οι διάφοροι άγνωστοι «αλληλέγγυοι» και κάποιες από τις περίφημες «ΜΗΚΥΟ», άνθρωποι δηλαδή που κανείς δεν γνωρίζει «από πού κρατά η σκούφια τους», και να κατευθύνουν τους μετανάστες και τους πρόσφυγες με -ο Θεός ξέρει- ποιους σκοπούς; Από την άλλη, πώς μπορεί να θεωρηθεί ότι μια χώρα κυβερνιέται, όταν στο πλαίσιο της κυβέρνησης ακούγονται δυο και τρεις διαφορετικές απόψεις πάνω στο ίδιο-σημαντικό τις περισσότερες φορές-ζήτημα ή όταν προαναγγέλλονται αποφάσεις και μέτρα, που είτε δεν υλοποιούνται ή είναι ημίμετρα, ή ορίζονται ημερομηνίες επίλυσης των προβλημάτων, που στη συνέχεια μετατίθενται πολλάκις;
Θα ισχυριστεί κάποιος (και δικαίως) ότι τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η κυβέρνηση είναι πολλά και δύσκολα, προβλήματα που ίσως ξεπερνούν τις δυνατότητες των ίδιων των κρατικών δομών. Μα ακριβώς στις δυσκολίες αποδεικνύονται οι δυνατότητες των κυβερνώντων. «Ο καλός καπετάνιος στη φουρτούνα φαίνεται», λέει ο λαός μας. Τα εύκολα και μικρά είναι για τους μικρούς, τα δύσκολα και μεγάλα είναι για τους μεγάλους. Οι δυσκολίες, όμως, αντιμετωπίζονται μόνο όταν υπάρχει οργανωμένο κράτος, που σημαίνει ότι υπάρχει ευνομία. Ωστόσο, έχει κανείς την εντύπωση ότι το ελληνικό κράτος δείχνεται σκληρό και άτεγκτο στην εφαρμογή του νόμου (κάποτε μάλιστα παραβλέποντας ακόμη και αποφάσεις δικαστηρίων που δικαιώνουν πολίτες), μόνο όταν πρόκειται να φορολογήσει μικρομεσαίους υπαλλήλους, ελεύθερους επαγγελματίες, αγρότες και συνταξιούχους. Στα υπόλοιπα πορεύεται χωρίς σχέδιο, με τη λογική του «βλέποντας και κάνοντας» και με την ευνομία να γίνεται βορά στο στόμα ανθρώπων, που θεωρούν ότι «έξεστιν εκάστω δραν και λέγειν ό, τι βούλεται» (Σοφοκλέους, Αντιγόνη, στ. 507).
Κανείς δεν μπορεί να ξέρει αν όλη αυτή η κατάσταση οφείλεται σε κάποιο σχέδιο ή είναι αποτέλεσμα αβελτηρίας των κυβερνώντων. Και αν μεν πρόκειται για αβελτηρία, όσο επικίνδυνο κι αν είναι το πράγμα, υπάρχει μια ελπίδα ανάνηψης. Αν όμως πρόκειται για σχέδιο διάλυσης του κράτους, τότε τα πράγματα είναι πολύ σοβαρά. Ίσως κάποιοι, που βαυκαλίζονται ως τάχα προοδευτικοί και αριστεροί, να οραματίζονται κάτι τέτοιο, κινούμενοι στις παρυφές του αναρχισμού. Όμως, το ζητούμενο δεν είναι η διάλυση του κράτους, αλλά η τροποποίησή του επί το δημοκρατικότερο, ώστε να λύνει τα προβλήματα του πολίτη με σεβασμό των δικαιωμάτων του και των ελευθεριών του. Αντιγράφω μια γνώμη από τον Καρλ Πόππερ: «Χρειαζόμαστε την ελευθερία για να εμποδίσουμε την κατάχρηση της κρατικής εξουσίας και χρειαζόμαστε το κράτος για να εμποδίσουμε την κατάχρηση της ελευθερίας» (Η ζωή είναι επίλυση προβλημάτων, σ. 97) . Αν αυτό δεν κατανοηθεί πλήρως, τότε θα συμβαίνουν όλα όσα περιγράψαμε στην αρχή τούτου του κειμένου.
Οφείλει, λοιπόν, το κράτος μας να υπάρχει και να είναι παρόν όπου και όποτε χρειάζεται, για το καλό όχι μόνο των πολιτών του αλλά και των ίδιων των προσφύγων και μεταναστών, και να λειτουργεί δημοκρατικά και αποτελεσματικά: να σέβεται δηλαδή τα δικαιώματα των προσφύγων αλλά και των Ελλήνων πολιτών· να βοηθά τους πρόσφυγες αλλά και να τους υποχρεώσει με τα μέσα που διαθέτει να αποδεχτούν το νομικό μας πολιτισμό· να αναλάβει δυναμικά, αλλά και με τον απαιτούμενο σεβασμό προς τους ανθρώπους, το μεγάλο πρόβλημα του προσφυγικού και να μη επιτρέπει στον οποιοδήποτε να αλωνίζει στην Ελλάδα, παριστάνοντας τον Ρομπέν των Δασών για τους πρόσφυγες. Να σχεδιάσει την πολιτική του, ώστε να μη μοιάζει με ακυβέρνητο ή «μεθυσμένο» καράβι, σαν κι αυτό που περιγράφει ο Πλάτων στην «Πολιτεία»του (488a, 7 κ.ε.).
Κυρίως, όσον αφορά το προσφυγικό, θα πρέπει το ελληνικό κράτος (όπως και όλα τα ευρωπαϊκά κράτη) να κάμει σαφές σε κάθε πρόσφυγα ή μετανάστη ότι εδώ είναι Ευρώπη και ότι η Ευρώπη έχει ένα νομικό (και όχι μόνο) πολιτισμό, έχει μια ταυτότητα πολιτισμική, από την οποία απορρέει ο σεβασμός προς την ετερότητα της κουλτούρας των επιμέρους λαών που αποτελούν το ευρωπαϊκό οικοδόμημα αλλά και της κουλτούρας ανθρώπων με διαφορετική θρησκεία και συνήθειες, υπό τον όρο ότι αυτοί θα σέβονται τον κοινό ευρωπαϊκό πολιτισμό, δηλαδή τη δημοκρατία, τη ζωή και την περιουσία των ανθρώπων καθώς και όλα όσα απορρέουν από τις ανθρωπιστικές αξίες που γέννησε η Ευρώπη. Πρέπει να πεισθούν αυτοί οι άνθρωποι (αναφέρομαι κυρίως στους μουσουλμάνους) ότι ο σεβασμός αυτός είναι και για το δικό τους καλό, αφού χάρη στον ανθρωπισμό και τη δημοκρατία μπορούν και οι ίδιοι να ζήσουν στην Ευρώπη. Άνθρωποι που δεν δέχονται αυτές τις αρχές (γιατί θέλουν, για παράδειγμα, να εφαρμόζουν το μουσουλμανικό νόμο της «σαρίας» σε βάρος των γυναικών) δεν είναι δυνατόν να γίνουν αποδεκτοί στον ευρωπαϊκό χώρο, λειτουργώντας σαν «κράτος εν κράτει».
Τελικά, πρέπει να βρεθεί η λύση στο πρόβλημα της σύζευξης ελευθερίας και σεβασμού προς το νόμο. Εύκολο ζήτημα; Ασφαλώς και όχι. Ο προαναφερθείς Κ. Πόππερ, στο ίδιο βιβλίο (σ. 97), συνεχίζοντας τη σκέψη του, γράφει ότι πρόκειται για «ένα πρόβλημα το οποίο προφανώς δεν μπορεί να λυθεί πλήρως, ούτε βάσει αρχών ούτε μέσω των νόμων. Χρειάζεται ένα Συνταγματικό Δίκαιο και, περισσότερο από καθετί άλλο, καλή θέληση». Απορρίπτουμε σαφώς μια δικτατορία του νόμου, αλλά και δεν παραβλέπουμε το πρόβλημα της κατάχρησης της ελευθερίας από τον οποιοδήποτε. Κι αν η νομοθεσία είναι έργο των δημοκρατικά εκλεγμένων οργάνων της Πολιτείας (που οφείλουν να λειτουργούν στο πλαίσιο του Συντάγματος), η κατάχρηση ή όχι της ελευθερίας και η προάσπιση του νόμου είναι έργο και των πολιτών, εναπόκειται στη θέλησή τους. Χωρίς την καλή θέληση του πολίτη καμιά δημοκρατία δεν μπορεί να λειτουργήσει ομαλά, δηλαδή με το νόμο που εξασφαλίζει τις ελευθερίες του πολίτη και με την ελευθερία που βάζει όρια στη αυθαιρεσία του νόμου και του κράτους.
* Ο Γιάννης Γ. Τσερεβελάκης είναι εκπαιδευτικός

