Απειλή για όλες τις ευρωπαϊκές τράπεζες αποτελεί η «πλημμυρίδα» των μη εξυπηρετούμενων δανείων, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΔΝΤ.
Το συνολικό μέγεθός τους αγγίζει τα 900 δισ. ευρώ, από τα οποία το 10% περίπου 100 δισ. ευρώ αντιπροσωπεύουν τα «κόκκινα» δάνεια των ελληνικών τραπεζών, σύμφωνα με την έκθεση του Ταμείου για την Παγκόσμια Χρηματοπιστωτική Σταθερότητα που παρουσίασε ο επικεφαλής της Διεύθυνσης Νομισματικής Πολιτικής του ΔΝΤ, Χοσέ Βινιάλς. Σύμφωνα με αυτή, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια αναγορεύονται ως σημαντικότερο πρόβλημα για ολόκληρη την ευρωζώνη και διαπιστώνεται ότι τα τραπεζικά συστήματα με τα υψηλότερα μη εξυπηρετούμενα δάνεια έχουν υποστεί τη μεγαλύτερη πτώση των τιμών των μετοχών, ιδίως στην Ελλάδα και την Ιταλία.
Τα «κόκκινα» δάνεια, τονίζει η έκθεση, αποτελούν διαρθρωτική αδυναμία και από την άποψη της συμπεριφοράς των μετοχών των τραπεζών, ενώ η πρόσφατη αναταραχή στις χρηματαγορές υποδεικνύει την ανάγκη για μία πιο ολοκληρωμένη λύση στα προβλήματα που έχουν κληρονομήσει οι τράπεζες της ευρωζώνης. Σε ό,τι αφορά την αντιμετώπισή τους, το Ταμείο συστήνει μία ολοκληρωμένη στρατηγική, η οποία θα συνδυάζει δυναμική εποπτεία, μεταρρύθμιση του νομικού πλαισίου που διέπει την αφερεγγυότητα, την ανάπτυξη χρηματαγορών, για τη διαπραγμάτευση κόκκινων δανείων, αλλά και τη δημιουργία εταιρειών διαχείρισης ενεργητικού.
Προειδοποίηση από S&P: Παραμένουν αντιμέτωπες με μεγάλους κινδύνους οι ελληνικές τράπεζες
Οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να βρίσκονται αντιμέτωπες με υψηλότερους κινδύνους από ό,τι τα περισσότερα τραπεζικά συστήματα παγκοσμίως, επισημαίνει η Standard & Poor's σε έκθεσή της για την αξιολόγηση του κινδύνου του ελληνικού τραπεζικού συστήματος.
Υψηλή αβεβαιότητα χαρακτηρίζει παράλληλα τις οικονομικές προοπτικές της Ελλάδας, καθώς δεν προβλέπεται η επιστροφή στην ανάπτυξη το 2016, παρά μόνο μερική βελτίωση στο δεύτερο εξάμηνο του έτους. Η πρόβλεψη αυτή, εξηγεί η S&P, αντικατοπτρίζει τη δέσμευση της κυβέρνησης να μειώσει τις δημόσιες δαπάνες στο πλαίσιο της δανειακής σύμβασης που έχει συμφωνήσει με τους πιστωτές, αλλά και τις υποτονικές επενδύσεις. Ο οίκος αναμένει σταδιακή βελτίωση των οικονομικών των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων από τα τόσα χρόνια ραγδαίας ύφεσης, τις δύο αναδιαρθρώσεις χρέους και την επιβολή των capital controls. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η S&P αναμένει ότι οι ελληνικές τράπεζες θα καταγράψουν υψηλές πιστωτικές ζημιές για το 2016 και το 2017, παρά τις μεγάλες πιστωτικές προβλέψεις που έχουν ήδη εγγράψει την τελευταία πενταετία. Ξεχωριστά, η S&P σημειώνει ότι οι κίνδυνοι είναι υψηλοί και για τον τραπεζικό κλάδο, με "φόντο" την ασταθή θέση χρηματοδότησης και τις πολύ χαμηλές προοπτικές κερδοφορίας. Ο οίκος αναμένει πως οι ελληνικές τράπεζες θα συνεχίσουν να εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τη χρηματοδότηση της κεντρικής τράπεζας -που για την ώρα καλύπτει περίπου το 35% των χρηματοδοτικών αναγκών τους- καθώς υπέφεραν από τεράστιες εκροές καταθέσεων και περιορισμένη πρόσβαση σε εναλλακτικές μορφές χρηματοδότησης στις κεφαλαιαγορές.

