Κύριε Διευθυντά,
Διάβασα στο φύλλο του Σαββάτου 9 Απριλίου το άρθρο του Αρχιτέκτονα κ. Σήφη Φανουράκη με τίτλο «Η εφήμερη ασημαντότητα». Πρόκειται για ένα καλογραμμένο κείμενο με εξαιρετικά εύστοχες επισημάνσεις για τη σημερινή φυσιογνωμία των ιστορικών κέντρων των κρητικών πόλεων.
Ας μου επιτραπεί όμως να διαφωνήσω σε μία μόνο παράγραφο, που δεν αφορά στην ουσία του κειμένου και δεν μειώνει καθόλου την αξία του:
Γράφει ο κ. Φανουράκης: «Δεν είναι μάλλον τυχαίο ότι στις αρχές του 1946 το δημοτικό συμβούλιο Ηρακλείου αποφάσισε την κατεδάφιση των τειχών του Ηρακλείου. Μάλλον ήταν μια απόφαση πρωτότυπη και ίσως μοναδική στα Ευρωπαϊκά χρονικά».
Θα ήθελα να σημειώσω εδώ ότι η κατεδάφιση των τειχών δεν είναι καθόλου σπάνιο φαινόμενο στις ευρωπαϊκές πόλεις. Στη Γερμανία συναντούμε σε πολλές πόλεις, έναν κυκλικό δρόμο, φαρδύ, με μεγάλα πεζοδρόμια, που μαζί με χώρους πρασίνου περιβάλλει το ιστορικό κέντρο. Τα τμήματα που τον αποτελούν φέρουν την ονομασία «Ring» (δακτύλιος) αντί του «Strasse» (οδός). Αυτοί οι δακτύλιοι είναι κατά κανόνα δρόμοι, που δημιουργήθηκαν από την κατεδάφιση των τειχών. Δυσκολεύομαι να θυμηθώ μια μεγάλη πόλη της Γερμανίας με τείχη, παρόλο που οι περισσότερες ήταν οχυρές στον Μεσαίωνα. Διατηρούνται μόνο πύλες, σκοπιές ή πύργοι. Μόνο σε μικρές πόλεις έχουν διατηρηθεί τα τείχη στο σύνολό τους.
Αντιθέτως, στο Ηράκλειο μπορεί να υπήρξε η πρόθεση να κατεδαφιστούν τα τείχη, όμως φωτισμένοι πολίτες αντέδρασαν και τελικά αυτά σώθηκαν. Πρόσφατα άκουσα μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα διάλεξη του αρχαιολόγου κ. Γιώργου Τζωράκη για τον ρόλο του αρχαιολόγου Σπ. Μαρινάτου στην αποτροπή της κατεδάφισης των τειχών.
Στη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών έχουν διατεθεί σημαντικά ποσά για τον καθαρισμό, τη συντήρηση και τη στερέωση των τειχών. Έχουν αναδειχθεί πύλες και χαμηλές πλατείες που χρησιμοποιούνται κυρίως για πολιτιστικούς σκοπούς. Μένουν ακόμα πολλά να γίνουν, όμως πιστεύω ότι ήδη σήμερα είμαστε σ’ αυτόν τον τομέα σε πολύ καλύτερη μοίρα από πολλές ευρωπαϊκές πόλεις.
Μανόλης Βασιλάκης, πολιτικός μηχανικός

