
Όταν μια άνοστη κωμωδία είναι η καλύτερη από τις ταινίες της εβδομάδας, υπάρχει πρόβλημα.
ΓΑΜΟΣ ΑΛΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ 2
MY BIG FAT GREEK WEDDING 2
Σκην.: Κερκ Τζόουνς
Πρωτ.: Νία Βαρντάλος, Τζον Κόρμπετ, Λέινι Καζάν, Λούις Μάντιλορ, Άντρεα Μάρτιν, Έλενα Καμπούρις
Καθώς η Τούλα κι ο Ίαν αντιμετωπίζουν την εφηβεία της κόρης τους, ο Γκας ανακαλύπτει ότι το πιστοποιητικό γάμου του με τη Μαρία είναι ανυπόγραφο, κι έτσι αποφασίζουν να ξαναπαντρευτούν.
Κωμωδία που αποτελεί συνέχεια του «Γάμος αλά ελληνικά» («My big fat Greek wedding», Τζόελ Ζούικ, 2002), γραμμένου από την πρωταγωνίστρια Βαρντάλος, η οποία υπογράφει και το σενάριο της φετινής συνέχειας. Το φιλμ υπήρξε μία από τις μεγαλύτερες εισπρακτικές εκπλήξεις στην ιστορία του Χόλιγουντ, αφού με άγνωστους συντελεστές και προϋπολογισμό μόλις 5 εκατομμυρίων δολαρίων, κατάφερε να ξεπεράσει τα 240 εκατομμύρια σε εισπράξεις στις Η.Π.Α. και να γίνει η εμπορικότερη ρομαντική κομεντί στην ιστορία του είδους. Οι περιπέτειες της οικογένειας Πορτοκάλος συνεχίστηκαν στην τηλεόραση την επόμενη χρονιά, πάντα υπό τη δημιουργική φροντίδα της Βαρντάλος και με τίτλο «My big fat Greek life», αλλά η σειρά δε συνάντησε την ίδια απήχηση και άντεξε μόνο μερικά επεισόδια.
Δυστυχώς, μετά από τα «Ο παρουσιαστής 2: ο μύθος συνεχίζεται» («Anchorman 2: the legend continues», Άνταμ Μακέι, 2013) και «Zoolander 2» (Μπεν Στίλερ, 2016) αυτό είναι ακόμη ένα καθυστερημένο σίκουελ ενός πολύ καλού πρώτου μέρους, που όμως αδυνατεί να δικαιολογήσει την ύπαρξή του, βαλτωμένο στην επανάληψη, την έλλειψη φαντασίας και σοβαρών διακυβευμάτων, παρά την αναπάντεχη ερμηνευτική ζωηράδα, κυρίως από τα γηραιότερα μέλη του καστ, και με τις εισπράξεις του υποπολλαπλάσιες από εκείνες του πρωτότυπου, μόλις 50 εκατομμύρια στις Η.Π.Α. μετά από δύο εβδομάδες προβολής.
BEFORE I WAKE
Σκην.: Μάικ Φλάναγκαν
Πρωτ.: Κέιτ Μπόσγουορθ, Τόμας Τζέιν, Τζέικομπ Τρέμπλεϊ, Άναμπεθ Γκις
Ένα ζευγάρι υιοθετεί ένα μικρό αγόρι, του οποίου τα όνειρα έχουν την ικανότητα να ζωντανεύουν. Τα προβλήματα ξεκινούν όταν ο μικρός αρχίζει να βλέπει εφιάλτες.
Ταινία τρόμου, με αρχικό τίτλο «Somnia», τον οποίο η αμερικανική εταιρεία διανομής άλλαξε σε «Before I wake», όπως φαίνεται στους τίτλους αρχής, παρότι για άγνωστους λόγους στο διαφημιστικό υλικό ορισμένων περιοχών προτιμήθηκε ο αρχικός τίτλος, δημιουργώντας σύγχυση. Το φιλμ είναι σκηνοθετημένο από τον δημιουργό του «Ο καθρέφτης της κολάσεως» («Oculus», 2013), κατά τη γνώμη μου μιας από τις ελάχιστες ενδιαφέρουσες πρόσφατες προσθήκες στο είδος. Εδώ δυστυχώς ο 38χρονος αμερικανός Φλάναγκαν δεν καταφέρνει να διατηρήσει το ενδιαφέρον, παρότι υπογράφει και αυτή την ταινία με τον Τζεφ Χάουαρντ, με τον οποίο συνέγραψαν τον «Καθρέφτη».
Όπως οι περισσότερες ταινίες τρόμου κρύβουν μια ψυχολογική αλληγορία, έτσι κι αυτή εδώ βασίζεται σ’ ένα ψυχολογικό τραύμα, έκφανση του οποίου αποτελούν τα μεταφυσικά φαινόμενα της πλοκής. Πέρα από το εξαιρετικά συμβατικό γύρισμα, που επιφυλάσσει απλώς μερικά -αποτελεσματικά αλλά προβλέψιμα και τετριμμένα- απότομα τρομάγματα, το θεμελιωδέστερο πρόβλημα της ταινίας είναι ότι χτίζει ένα αντιφατικό αφηγηματικό σύμπαν, όπου λειτουργούν ταυτόχρονα δύο αντίθετες δυνάμεις. Δηλαδή το σενάριο όχι απλώς προβάλλει κι εξηγεί την ψυχολογική αλληγορία του, αλλά την καθιστά ισάξια με τη μεταφυσική της έκφραση, σε βαθμό οι αυτές οι δύο να αλληλο-ακυρώνονται μεταξύ τους, ακριβώς επειδή ο ψυχολογικός ρεαλισμός αποτελεί την ευθεία -και γι’ αυτό ασύμβατη- αντί την υπαινιγμένη εξήγηση του ανεξήγητου μεταφυσικού φαινομένου.
HARDCORE HENRY
Σκην.: Ίλια Ναϊσούλερ
Πρωτ.: Σάρλτο Κόπλεϊ, Τιμ Ροθ
Ο Χένρι ξυπνάει κι ανακαλύπτει ότι έχει μετατραπεί σ’ ένα υβρίδιο ανθρώπου και ρομπότ, έχει χάσει την ομιλία του κι ότι κάποιοι προσπαθούν να τον σκοτώσουν.
Ταινία δράσης που αποτελεί την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του ρώσου σκηνοθέτη, με την υποστήριξη του συμπατριώτη του, Τίμουρ Μπεκμαμπέτοφ. Ο τελευταίος είχε δει το βίντεο-κλιπ που γύρισε το 2013 ο Ναϊσούλερ για το τραγούδι «Bad motherfucker» του ρωσικού ροκ συγκροτήματος Biting Elbows, αποκλειστικά με πλάνα POV (point of view, δηλαδή από την οπτική του ήρωα, με την κάμερα να τον αντικαθιστά πλήρως, χωρίς αυτός να φαίνεται καθόλου) και πρότεινε στον σκηνοθέτη να φτιάξει μία μεγάλου μήκους ταινία δράσης με την ίδια τεχνική.
Η τεχνική βεβαίως δεν είναι πρωτόγνωρη, ούτε η χρήση της ασυνήθιστη, καθώς έχει χρησιμοποιηθεί ξανά στο παρελθόν σε διάφορους τίτλους, όπως χαρακτηριστικά στο «Το σκάφανδρο και η πεταλούδα» («Le Scaphandre et le Papillon», Τζούλιαν Σνάμπελ, 2007) και πιο εκτεταμένα στο «Enter the void» (Γκασπάρ Νοέ, 2009) .
Το φιλμ μπορεί να εφορμά από την καλή πρόθεση να εμπλέξει τον θεατή στη δράση όσο το δυνατόν περισσότερο, αλλά η μονόπλευρη οπτική γωνία καθιστά τη δράση συγκεχυμένη και την πλοκή ακατάληπτη, γεμάτη χάσματα, με σχέσεις χωρίς συναισθηματική βαρύτητα και διακυβεύματα χωρίς κρισιμότητα, αφού ο κεντρικός ήρωας προσπερνά με φρενήρη ταχύτητα χαρακτήρες, περιστατικά κι εξηγήσεις.

