Του Δημήτρη Σάββα

Σίγουρα ο Ακάθιστος ύμνος, που θα ψαλλεί την επόμενη Παρασκευή στους Ναούς μας, είναι ένα αθάνατο μνημείο βυζαντινής ποίησης. Ίσως είναι η πλέον δημοφιλής ιερά ακολουθία της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Είναι ευτύχημα για την εθνική μας ιστορία, ότι ο ύμνος αυτός που αντήχησε για πρώτη φορά κάτω από τους θόλους της Παναγίας των Βλαχερνών, διέσωσε μέχρι σήμερα τη λαϊκή ευφροσύνη, τη θρησκευτική ευλάβεια, την πατριωτική έξαρση.

Είναι πάρα πολλά αυτά που έχουν γραφεί για τον Ακάθιστο Ύμνο, ιδιαίτερα είναι πλούσιο το επιστημονικό υλικό της τελευταίας πεντηκονταετίας.

Μεγάλοι συγγραφείς, θεολόγοι και φιλόλογοι, Έλληνες και Ξένοι, έσκυψαν πάνω απ’ αυτό το ιστορικό κείμενο και έγραψαν μελέτες, φιλολογικές, ερμηνευτικές, άλλοτε με θαυμασμό και ευλάβεια και άλλοτε με το νυστέρι και τον κανόνα της κριτικής επιστήμης, για την εξέταση των προβλημάτων του. Πρόκειται για τον ωραιότερο, βαθύτερο αλλά και αρχαιότερο ύμνο προς την Παναγία. Στον Ακάθιστο ύμνο υπάρχει ακτινοβολεί η δόξα του Βυζαντινού Πολιτισμού. Ποιος είναι ο ποιητής του Ακάθιστου ύμνου;

Στο ερώτημα αυτό δε δόθηκε μέχρι σήμερα απάντηση που να μην επιδέχεται αντιρρήσεις. Παρόλες τις έρευνες και τις συζητήσεις, το πρόβλημα παραμένει πρόβλημα. Οι περισσότεροι θεωρούν τον Ακάθιστο ύμνο ως έργο του Ρωμανού του Μελωδού. Άλλοι θεωρούν αυτόν έργο του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Σεργίου, άλλοι τον αποδίδουν στον Γεώργιο Πισίδη και πιθανότατα και σε κάποιους άλλους αρχαιότερους. Θ’ αναφερθώ και σε κάποια άλλα ονόματα όπως: Ο Λαοδικείας τη Συρίας Απολλινάριος, ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Φώτιος, ο μαθητής του Φωτίου Γεώργιος Σικελιώτης, ακόμα εμπλέκεται και το όνομα της Κασσιανής. Πάντως ο χρόνος της ποιήσεως του ύμνου δεν είναι δυνατόν να είναι προγενέστερος του πέμπτου αιώνα, τότε εμφανίζεται αυτό το είδος της Εκκλησιαστικής ποίησης, τα Κοντάκια δηλαδή, ούτε μεταγενέστερος του ογδόου αιώνα, τότε που επικρατεί ο Κανόνας. Η παράδοση που θέλει τον ύμνο να ονομάζεται «Ακάθιστος» είναι η εξής:

Κατά το 626 μ.χ. η Κωνσταντινούπολη πολιορκήθηκε από τους Πέρσες και τους Άραβες για μερικούς μήνες. Ο Βασιλιάς Ηράκλειος απουσίαζε στη Μικρά Ασία, αφού πολεμούσε με τους Πέρσες. Μαθαίνοντας ότι η Πόλη πολιορκείται στέλνει από τον στρατό του δώδεκα χιλιάδες άνδρες στον φρούραρχο της Κωνσταντινύπολης που ήταν ο Βώνος, για να υπερασπίσουν μαζί με τη φρουρά, την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας. Ο Βώνος και ο Πατριάρχης Σέργιος εξόπλισαν και όσους από τους πολίτες μπορούσαν να φέρουν όπλα και όλοι μαζί αποφάσισαν ν’ αντισταθούν μέχρις εσχάτων. Ο Πατριάρχης περιέτρεχε την πόλη και έδινε θάρρος στους μαχητές αλλά και στα πλήθη. Μια ολόκληρη πόλη δείχνει να εναποθέτει την ελπίδα της στην Προστάτριάν της, την Υπέρμαχο Στρατηγό τη Θεοτόκο! Μια πολιορκία στενή και ισχυρή. Η Πόλη φαίνεται ν’ αντέχει και να ανθίστανται στις επιθέσεις των πολιορκητών. Μαζί μ’ όλα αυτά τη νύχτα ξεσπάει ένας φοβερός ανεμοστρόβιλος, ο οποίος καταστρέφει το στόλο των εχθρών και αυτοί αναγκάζονται τη νύχτα της 7ης προς 8η Αυγούστου να λύσουν την πολιορκία και να φύγουν άπρακτοι.

Έτσι, η βασιλεύουσα σώθηκε. Ο λαός πανηγυρίζοντας τη σωτηρία του, την οποία όφειλε στην προστασία της Θεομήτορος, μαζεύτηκε στον Ιερό Ναό των Βλαχερνών και προεξάρχοντος του Πατριάρχου Σεργίου ακολούθησε ευχαριστήριος ακολουθία. Τότε όρθιος όλος ο λαός έψαλε τον ύμνο που έκτοτε ονομάσθηκε «Ακάθιστος». Ας έρθουμε όμως στα δικά μας!

Μεγάλο Κάστρο 1911 και η ακολουθία του Ακαθίστου ύμνου στον Άγιο Μηνά συνέπεσε την ημέρα της εθνικής μας εορτής της 125ης2 Μαρτίου. Μητροπολίτης Κρήτης ο αείμνηστος Ευμένιος Ξηρουδάκης, μια από τις μεγάλες μορφές της Εκκλησίας μας!



Μια ιδιαίτερα κατανυκτική ατμόσφαιρα στον Μητροπολιτικό Ναό της πόλης μας, που διακονούσαν με πίστη και ευλάβεια παλιοί λαϊκοί του Μεγάλου Κάστρου, αλλά και κληρικοί. Εκτός από τον αρχιερέα Ευμένιο, πρώτος αρχιμανδρίτης ήταν ο Βασίλειος Λεμονίδης, δεύτερος αρχιμανδρίτης και Θεολόγος καθηγητής ο Τιμόθεος Βενέρης (αργότερα έγινε Μητροπολίτης Κρήτης), ο οικονόμος και απόφοιτος της σχολής της Χάλκης Τίτος Φακιολάκης, οα ρχιδάκονος Καλλίνικος Κοκκίνης και ο διάκονος Μιχαήλ Φωστιέρης. Στο δεξιό ψαλτήρι ο Πέτρος Μανέας και στο αριστερό ο Νικόλαος Εκκλησιάδης.

Δύο πραγματικοί καλλιτέχνες με τη μοναδική χαρακτηριστική τους μελωδική φωνή. Επικεφαλής των Επιτρόποων ήταν ο Ιωάννης Αργυράκης, νεωκόρος ο Στυλιανός Κοντάκης και δεύτερος νεωκόρος ο Μιχαήλ Φραγκουλάκης ο επονομαζόμενος «Μπρουτζάς».

Ολοι τους σεμνοί, αθόρυβοι και με ιδιαίτερη πνευματικότητα, πιστοί πάντοτε στα καθήκοντά τους και στο ποίμνιό τους. Ιδιαίτερη όμως αναφορά κάνει οα είμνηστος θεολόγος και συγγραφέας Νικόλαος Ζευγαδάκης για τον αρχιμανδρίτη Βασίλειο Λεμονίδη.

«Επέρασαν δε πολλά χρόνια, αφότου έφυγεν ο Λεμονίδης και, όταν ηκούομεν οι εις το Ι. Βήμα του Αγ. Μηνά ευρισκόμενοι το «εξέπνευσεν», ελέγομεν αναπολούντες την απαγγελίαν εκείνην, «πούναι ο Εξαρχος!». Ομιλητής τούτου επιτυχής τυγχάνει ο μεέχρι σήμεραν ζων αιδεσιμ. Ιερεύς της εποχής εκείνης Μηνάς Βλασάκης.

Ενθυμούμαι επίσης τον αρχιμανδρίτην τούτον κατά την ακολουθίαν του Ακαθίστου Υμνου τας τέσσαρας πρώτας Παρασκευάς της Μεγ. Τεσσαρακοστής, ότε ο Μητροπολίτης εχοροστάτει εν τω Παραθρονίω άνευ μανούου, φέρων χαζράνιον, κατέχοντα στασίδιον έναντι του Δεσποτικού Θρόνου, άνευ τινός διακριτικού και ψάλλοντα τον Κανόνα, κανοναρχούντος του κανονάρχου του αριστερου χορού, όταν εκ δεξιών κανοναρχούντος ομοίως του κανονάρχου του αυτόθι χορού, έψαλλεν ο Μητροπολίτης».



Βέβαια τον Απρίλιο του 1914, ο Βασίλειος Λεμονίδης έφυγε από την Κρήτη για την Παλαιαστίνη και διορίστηκε ηγούμενος της Ιεράς Μονής στην Ιόππη. Αργότερα αναγκάσθηκε να πάει στα Ιεροσόλυμα και διορίστηκε, αφού εξελέγη, πρόεδρος του Εκκλησιαστικού δικαστηρίου. στις 7 Μαρτίου διορίσθη μέλος της Ιεράς Συνόδου, αφού έγινε Αρχιερέας και στις 28 Αυγούστου 1922 χειροτονήθηκε αρχιεπίσκοπος Ασκάλωνος στον Πανιερό Ναό της Αναστάσεως. Τέλος στις 10 Ιανουαρίου 1940 ο Βασίλειος Λεμονίδης γίενται Πατριαρχικός Επίτροπος στη Βηθελέμ. Εκοιμήθη στις 30 Ιανουαρίου του 1945 σε ηλικία 77 ετών.

Σπουδαίος επίσης ήταν και ο Πρωτοψάλτης Νικόλαος Εκκλησιάδης ο οποίος σπούδασε στη μεγάλης σχολή της Βυζαντινής μουσικής της Κωνσταντινούπολης. Ο Εκκλησιάδης ήταν άτυχος, αφού επιστρέφοντας από την Αθήνα στην Κρήτη με το ατμόπλοιο «ΠΕΛΟΠΟΝΝΝΗΣΟΣ» και ενώ αυτό πλησίασε στα Χανιά, υπέστη επίθεση από γερμανικό υποβρύχιο κατά τον πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο (1917).

Ο Πλοίαρχος ρίχνει τότε μια βάρκα στη θάλασσα για να σωθούν κάποιοι επιβαίνοντες, μεταξύ αυτών και ο Εκκλησιάδης. Η βάρκα έπεσε ανάποδα και ο Εκκλησιάδης αφού δεν γνώριζε να κολυμπά πνίγηκε. Ο θάνατός του προκάλεσε λύπη στο χριστιανικό κοινό του Ηρακλείου.

Σίγουρα οι παλιότεροι Καστρινοί θα θυμούνται αυτές τις ιερές μορφές που προσέφεραν πραγματικά. Σίγουρα θα θυμούνται τις κατανυκτικές αυτές ακολουθίες τούτων των αγίων ημερών, του Ακαθίστου ύμνου και τόσες άλλες στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου. Του Προστάτη του Μεγάλου Κάστρου, του δικού τους Αγίου, όπως συγκεκριμένα οι ίδιοι τον αισθάνονταν και τον αποκαλούσαν. Οφείλω πολλές ευχαριστίες στον πρωτοπρεσβύτερο πατέρα Εμμανουήλ Σταυρουλάκη για την βοήθεια που μου προσφέρει κάθε φορά, μαζί και τους συνεφημέριους του Αγίου Μηνά, επιτρέποντάς με να έχω πρόσβαση στο πολύτιμο αρχειακό υλικό του Αγίου Μηνά.