Του π. Ηλία Βολονάκη

“Όταν ζούμε,

ζούμε για τον Κύριο,

κι όταν πεθαίνουμε

ανήκουμε στον Κύριο”

(Ρωμ. ιδ’, 8)

Στον ύμνο για την αγάπη του Αποστόλου Παύλου τονίζεται ότι “Ποτέ η αγάπη δεν θα πάψει να υπάρχει” (Α’ Κορ. ιγ’ 8). Αυτό σημαίνει ότι η χριστιανική αγάπη διατηρείται “Βεβαία και ισχυρή ακόμη” και μετά το θάνατο.

Βέβαια λαμβάνομε υπόψη όσα αναφέρονται στην Αγία Γραφή για τη μετά θάνατο ζωή.

- “Με το θάνατο δεν μπορεί να υπάρξει αλλαγή” (Ιωβ γ’ 23).

- “Εάν αποθάνει κανείς αμετανόητος και καταβεί στον Άδη, δεν είναι δυνατόν να σε ενθυμείται Κύριε”

(Ψαλμ. στ’ 6)

- “Μην έχετε ψευδαισθήσεις, ο Θεός δεν εμπαίζεται. ό,τι σπέρνει ο άνθρωπος, αυτό θα θερίσει”.

(Γαλ. στ’ 7).

Ο ιερός Δαμασκηνός λέγει:

“Οτι ασφαλώς και υπάρχει η κρίση του Θεού μετά θάνατο για όλους μας, αφού όλοι είμαστε αμαρτωλοί και “ουδείς υπέρτερος των πειρασμών”. Αλλά πάνω από τον φόβο της κρίσεως αυτής “πολλώ πλέον υπάρχει η αγαθότης του Θεού”.

Ο ίδιος πατέρας της Εκκλησίας διατυπώνει ότι τελικά “ανείκαστος η του Θεού φιλανθρωπία”.

Με βάση αυτά τα θεοπρεπή δεδομένα αποπειράται και ο άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης και διατυπώνει ότι οι προσευχές των Αγίων όχι μόνον, κατά τον παρόντα βίο βοηθούν τον άνθρωπο, αλλά πολύ περισσότερο συμβάλλουν δραστικά προς όφελος του ανθρώπου μετά θάνατο.

Αυτή η τοποθέτηση άριστα ερμηνεύεται εκκλησιαστικά ως ορθή αφού ο άνθρωπος με το βάπτισμα έχει ενταχθεί στην Εκκλησία του Χριστού στην οποία εξακολουθεί να παραμένει ως μέλος και μετά το θάνατο.

“Γιατί όταν ζούμε, ζούμε για τον Κύριο, και όταν πεθαίνουμε ανήκουμε στον Κύριο. Είτε λοιπόν ζούμε είτε πεθαίνουμε, ανήκουμε στον Κύριο”.

(Ρωμ. ιδ’ 8).



Για τον λόγο αυτό η Εκκλησία μας από πολύ ενωρίς καθιέρωε τις προσεχές για τις ψυχές των κεκοιμημέντων. Τα Μνημόσυνα. Η Θεία Λειτουργία περιέχει προσευχές για τους κεκοιμησμένους καθώς και για τους ζωντανούς.

Η Θεία Ευχαριστία δεν είναι μόνο θυσία λατρευτική και ευχαριστήριος, θυσία ικετευτική και πρεσβευτική, αλλά συγχρόνως και θυσία ιλασμού.

Οι Αποστολικές Διαταγές συνιστούν τα Μνημόσυνα. Οι Πατέρες της Εκκλησίας συμφωνούν όλοι και διδάσκουν ότι τα Μνημόσυνα προσφέρουν στις ψυχές των κεκοιμημέντων:

- “Μεγίστην όνησι” (Κύριλλος Ιεροσολύμων)

- “Τινά παραμυθία” (Ιωάννης ο Ελεήμων)

- “Μικράν ανακωχήν των θλίψεων (Νικήτας Στηθάτος).

Και επιλέγουν: “Μη αμφίβαλλε ότι ο αποθανών καρπώσεται τι χρηστόν εκ των Μνημοσύνων”. Μάλιστα ο Ιερός Χρυσόστομος τονίζει: “Θέλεις να τιμήσεις τον απελθόντα, τιμήσέ τον όχι με θρήνους και κοπετούς, αλλά με ελεημοσύνες, ευεργεσίες, λειτουργίες”.

Και ο Μέγας Αθανάσιος προτρέπει: “Μην αρνείσαι να προσφέρεις λάδι και να ανάβεις κεριά στον τάφο του κεκοιμημένου επικαλούμενος Χριστόν τον Θεόν και αν ακόμα ο κοιμηθείς τελείωσε ευσεβώς τη ζωή του και τοποθετήθηκε στον ουρανό. Γιατί, αυτά ειναι ευπρόσδεκτα από τον Θεό και προσκομίζουν μεγάλη την ανταπόδοσή Του, γιατί το λάδι και το κερί είναι θυσία και η Θεία Λειτουργία είναι εξιλέωση”.

Ο σύγχρονος αγιορείτης άγιος Παΐσιος συνιστά και αυτός τα κεριά για τους τεθνεώτες. Το κεράκι με λίγα λόγια και την επίκληση του Κυρίου είναι μια κεραία που μας φέρνει σ’ επαφή με το Θεό, με τους αρρώστους, με τους κεκοιμημένους.

Κατά τον άγιο Θεόδωρο Στουδίτη, το μόνο κώλυμα για τη μνημόνευση των νεκρών είναι η αίρεση και όχι τα αμαρτήματα όσο βαρειά κι αν είναι.

Οταν λέμε μνημόσυνα εννοούμε κυρίως τη μνημόνευση που γίνεται στη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας. Κατά την προσκομιδή στο άγιο Δισκάριο τοποθετείται στο κέντρο ο Αμνός. Στα δεξιά του Αμνού τοποθετείται η μερίδα της Θεοτόκου. Στ’ αριστερά του Αμνού οι μερίδες των αγγελικών ταγμάτων και όλων των αγίων, στο κάτω μέρος οι μερίδες των ζώντων και των κεκοιμημένων. Με αυτό τον τρόπο είναι παρών συμβολικά “ολόκληρος ο Χριστός και ολόκληρος η Καθολική Ορθόδοξος επουράνιος και επίγειος Εκκλησία”.

Αργότερα κατά την Θεία Λειτουργία, αφού καθαγιασθούν τα τίμια δώρα και κοινωνήσουν οι πιστοί “οι μερίδες της Θεοτόκου, των Αγίων και εκείναι των τεθνεώτων και ζώντων” ρίπτονται εις το Άγιον Ποτήριον όπου είναι το Άχραντο Σώμα και το Τίμιο Αίμα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού “το εκχυθέν υπερ της του κόσμου ζωής και σωτηρίας” (Π.Ν. Τρεμπέλα - Δογματική - Τόμος Γ’ σελ. 164).

Τότε ο λειτουργός επεύχεται:

“Απόπλυνον Κύριε, τα αμαρτήματα, των ενθάδε μνημονευθέντων δούλων σου ζώντων τε και κεκοιμημένων, τω τιμίω Αίματι Σου τω αγίω πρεσβείαις της Θεοτόκου και πάντων Σου των Αγίων”.

Το Σώμα και το αίμα του Θεανθρώπου Κυρίου ημών Ιησού Χριστού είναι η πηγή της ζωής, η τροφή της ψυχής και η εγγύηση της Αναστάσεως και αιώνιας ζωής.

Εκτός των προσευχών, τις οποίες αναπέμπομεν στο Θεό κατά τη Θεία Λειτουργία και τις άλλες ακολουθίες της Εκκλησίας,όπως στο μικρό απόδειπνο “Μετά των αγίων ανάπαυσον Χριστέ τας ψυχάς των δούλων σου, ένθα ουκ έστι πόνος, ου λύπη, ου στεναγμός, αλλά ζωή ατελεύτητος”, η αγία μας Εκκλησία όρισε και τελεί τα μνημόσυνα σε τακτές μέρες. Όπως:

- Την τρίτη μέρα από το θάνατο του προσφιλούς μας νεκρού σε ανάμνηση της τριημέρου αναστάσεως του Κυρίου

- Την ενάτη μέρα, τα ένατα εννιάμερα που μας υπενθυμίζουν τα εννέα τάγματα των αγίων αγγέλων, στους οποίους έχει συγκαταριθμηθεί ως άυλον πνεύμα και η ψυχή του κεκοιμημένου (Συμεών ο Θεσσαλονίκης).

- Τα τεσσαράκοντα που μας υπενθυμίζουν το γεγονός της Αναλήψεως του Κυρίου

- Τα ενιαύσια.

Εκτός από αυτά η Εκκλησία καθόρισε σε εβδομαδιαία βάση το Σάββατο ως ημέρα μνήμης των αγίων Μαρτύρων και όλων των κεκοιμημένων.

Τέλος, στον κύκλο των τακτικών μας μνημοσύνων καταλέγονται και τα ψυχοσάββατα προς της Κυριακής της Απόκρεω και προ της Πεντηκοστής “υπέρ των απ’ αιώνος κοιμηθέντων ευσεβώς, επ’ ελπίδι αναστάσεως ζωής αιωνίου”.

Υπέρ όλων των κεκοιμημένων αδελφών δεόμεθα και στην έκτη ευχή της γονυκλισίας του εσπερινού της Πεντηκοστής.

Οσον αφορά την τέλεση των μνημοσύνων έχομε την απάντηση σε σχετική ερώτηση του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Θεοδοσίου του Β’ (έτος 1722), ο οποίος μετά από Συνοδική διαγνώμη είπε: “ότι οι ποιούντες τα μνημόσυνα των κεκοιμημένων εν Σαββάτω καλώς ποιούσιν, αλλά και οι εν Κυριακή ποιούντες ουχ αμαρτάνουσιν”.

Στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας μνημόσυνα δεν τελούνται μόνον στις Δεσποτικές εορτές και από το Σάββατο του Λαζάρου έως και την Κυριακή του Θωμά.

Δεήσεις υπέρ των κεκοιμημένων γίνονται σ’ όλες τις θείες Λειτουργίες ακόμη και την Κυριακή του Πάσχα. Επίσης τρισάγια τελούνται πάντοτε.

Η παράθεση κολλύβων συναντάται από τα μέσα του τετάρτου αιώνα. Τα κόλλυβα, τα οποία είναι σιτάρι βρασμένο, κρύπτουν βαθύ και διδακτικό συμβολισμό. Συμβολίζουν την εκ νεκρών ανάσταση των σωμάτων (Α’ Κορ. ιε’ 35-49).

Ως προς την εμφάνιση και τον στολισμό του δίσκου πρέπει να φροντίζουμε στην επιφάνεια να φαίνεται το σιτάρι, που είναι η βάση και ο συμβολισμός της Αναστάσεως.

Καλόν είναι, σύμφωνα με την παράδοσή μας, τα κόλλυβα να μοιράζονται στο Ναό ώστε να δίδεται η δυνατότητα να συγχωρούν τον νεκρό μας οι αποδέκτες.

Σήμερα έχει επικρατήσει, τα κόλλυβα να τοποθετούνται σε μικρές χάρτινες δακκούλες, που έχουν και από τις δύο όψεις σταυρούς. Επίσης το ψωμάκι σε νάυλον ή σε διαφανή σακκούλα έχει επίσης το σημείο του σταυρού. Εκτός κάποιων πιστών που προσέχουν, οι περισσότεροι ρίπτουν τις σακκούλες στα σκουπίδια. Είναι μια απαράδεκτη ασέβεια. Εκεί μας οδηγεί η εκκοσμίκευση. Επομένως σύμφωνα με την παράδοση και τη θεολογία της Εκκλησίας τα κόλλυβα πρέπει να τοποθετούνται σε δίσκο.

Βασικός πάντως λόγος για τους τελούντας μνημόσυνο είναι η πίστη, η πεποίθηση ότι ψυχικά - πνευματικά υπάρχει ο άνθρωπός τους ως συνείδηση, ως σκέψη, ως όλος ψυχικός κόσμος. Επίσης βασικό είναι οι οικείοι - οι συγγενείς του αποθανόντος κατά την τέλεση του μνημοσύνου να κοινωνούν των αχράντων Μυστηρίων, ύστερα βέβαια από την δέουσα προετοιμασία.

Τέλος επισημαίνομε όσα μεταξύ των άλλων σε πρόσφατη εγκύκλιο της η Ιερά Επαρχιακή Σύνοδος της Εκκλησίας Κρήτης αναφέρει:

Η εσχατολογική προοπτική που ανοίγεται για τον χριστιανό με τη διαβεβαίωση του Κυρίου, ότι όποιος πιστεύει σε Εκείνον, “καν αποθάνη ζήσεται” (Ιωαν. 11,25), εκφράζεται ενδεικτικά με την παράδοση του ενταφιασμού, όπου τα σώματα “καθεύδουν” στον τάφο και αναμένουν την ανάσταση, κατά το πρότυπο του Ιδίου, ο οποίος σταυρώθηκε, ενταφιάσθηκε και αναστήθηκε. Γι αυτό και ο Ιερός Χρυσόστομος υπογραμμίζει ότι οι χώροι ενταφιασμού των κεκοιμημένων ονομάζονται “κοιμητήρια” διότι “οι τετελευτηκότες και ενταύθα κείμενοι, ου τεθνήκασιν, αλλά κοιμώνται και καθεύδουσιν” (P.G. 49, 349).