
Ο κτισμένος χώρος που μας περιβάλλει εμπεριέχει πολυσήμαντες ιστορικές, τυπολογικές και μορφολογικές αναφορές. Με τη βοήθεια αυτού του υλικού ο κοινός άνθρωπος διαβάζει το περιβάλλον του. Η «ανάγνωση» αυτή βέβαια προϋποθέτει πρώτα απ΄όλα την συνεχή αποκωδικοποίηση όλων αυτών των στοιχείων, που είναι αναγνωρίσιμα, σαγηνεύουν και είναι αυτούσια δοσμένα· και τα έχει συνθέσει ο ανθρώπινος νους με μια συνεχή συνειρμική αλληλοδιαδοχή ανάμεσα στο παλιό και το νέο.
Είναι δύσκολο να αποδεχτούμε μια ιστορική θεώρηση του παλιού, αν δεν μάθουμε να ζούμε στο παρόν και να εκτιμούμε ότι έχει αξία, στο παλιό και στο νέο. Η αξιολόγηση του παλιού έχει νόημα μόνο αν οι πόλεις είναι μοντέρνες. Ο δε αγώνας για μια καινούργια πόλη κινδυνεύει να χαρακτηριστεί ουτοπία ή να παραμείνει μονάχα μια καθημερινή κουβέντα, αν δεν γεννηθεί η πρόταση για μια σύγχρονη πόλη.
Όταν όμως η νοσταλγία του παλιού καταλήγει σε φετιχισμούς για τους παλιούς ωραίους καιρούς τότε, πρυτανεύει η «libido operandi» για το ιστορικό μνημείο και η ρομαντική αντιμετώπιση της αρχιτεκτονικής παράδοσης. Τότε ακριβώς είναι, που ελλείπει από τους αρχιτέκτονες η τόλμη να πραγματοποιήσουν ανανεωτικά «εγχειρήματα», εκεί που είναι αναγκαία.
Για παράδειγμα, η αρχιτεκτονική φυσιογνωμία των πόλεων Ηρακλείου, Χανίων και Ρεθύμνου δεν αντιπροσωπεύεται από τον αναγκαίο διάλογο ανάμεσα στις διαφορετικές ιστορικές τους φάσεις· φάσεις, όπου ο ένας πολιτισμός εγκαθίσταται στον ίδιο χώρο που υπήρχε ο προγενέστερος. Η μια φάση προστίθεται πάνω σε μια άλλη και φέρει μαζί της νέες μορφές και νέες πολιτισμικές πρακτικές, εμπλουτίζοντας την πολιτισμική κληρονομιά. Έτσι ο ιστορικός ιστός σταδιακά διατάσσεται σε στρώματα.
Όλα αυτά τα πολιτισμικά «ίχνη» - στρώματα επιβίωσαν στο πέρασμα του χρόνου χωρίς να αλλοιωθούν τα βασικά τους χαρακτηριστικά που είναι, ο αστικός ιστός και τα μνημεία. Αυτός ακριβώς ο διάλογος έχει διακοπεί από καιρό.
Είναι αναγκαίο να αναλύσουμε, πώς αυτή τη διακοπή καμουφλάρεται με εφήμερες κατασκευές (τέντες, ταμπέλες και όλο αυτό το κακόγουστο σκηνικό του πλαστικού πολιτισμού της αγοράς), που συνθέτει μια αρχιτεκτονική του «κωμικού που δεν κάνει κανένα να γελάει». Αυτός ο πλαστικός πολιτισμός της «αγοραίας» αρχιτεκτονικής, δυστυχώς έχει και την έγκριση των «ειδικών» υπηρεσιών και των λειτουργών τους, οι οποίοι ενίοτε δεν διαθέτουν τις ειδικές γνώσεις που απαιτούνται.
Δεν είναι τυχαίο εξάλλου ότι, από το 1965 η πόλη του Ηρακλείου και των Χανίων κηρύχθηκαν ιστορικά μνημεία και αρχαιολογικοί χώροι· κήρυξη η οποία τους προσέδωσε επί πλέον και την ταυτότητα του «προστατευόμενου τόπου». Παρόλα αυτά, η κήρυξη δεν κατάφερε να τις δασώσει συνολικά. Ότι απέμεινε όρθιο από τις διαχρονικές φυσικές καταστροφές και τις κατεδαφίσεις, μετατρέπεται καθημερινά σε τόπο κατανάλωσης αλλά και πεδίο κατανάλωσης του τόπου. Πολλαπλασιάζονται τα εμπορικά κέντρα, οι μεγάλες αλυσίδες καταστημάτων και γενικά οι εμπορευματοποιημένες περιοχές· τα καταστήματα ταχυφαγίας και τα καφέ. Προωθείται ο τρόπος ζωής που καλλιεργεί την ψευδαίσθηση της εκπλήρωσης των αστικών ονείρων και υπερασπίζεται τις αξίες της ιδιοκτησίας· και εγκαθιδρύεται μια συγκεκριμένη κοινωνικοποίηση το καταναλωτισμού.
Η έλλειψη της εμπειρίας του σύγχρονου ευνοεί τη δημιουργία ιδεολογημάτων για την παράδοση και τον παλιό τρόπο ζωής. Το σύγχρονο, υποκαθίσταται από μια έντεχνη προσωπίδα θεσμοποίησης μιας εφήμερης κτιστής ασημαντότητας· μιας ασημαντότητας που καταλήγει σε λαϊκιστική εμποροπανήγυρη των ομοιωμάτων της καταναλωτικής κοινωνίας· ομοιώματα που συνυπάρχουν με το κτισμένο περιβάλλον και το ιστορικό κτηριακό απόθεμα της πόλης, σε πλήρη σχεδιαστική αταξία.
Κατά συνέπεια, η ιστορία γίνεται «αφασική» και η κουλτούρα των ομοιωμάτων διαμορφώνει μια απατηλή εικόνα του κοινού αισθητικού «γούστου».
Αυτά τα πλαστικά «σκηνικά ομοιώματα» (τέντες, πλαστικά, επιγραφές, διαχωριστικές κατασκευές hai -tech ) μπροστά στα κτήρια, ιδιαίτερα στα ιστορικά, ευνοούν μια ριζοσπαστική «απολιτιστικοποίηση» του ιστορικού χώρου. Η ποιότητα της αστικής ζωής υποθηκεύεται από το εμπόρευμα και ο καταναλωτισμός, ο τουρισμός και ο «πολιτισμός», μετατρέπονται σε μείζονες όψεις της αστικής πολιτικής οικονομίας και του τεχνολογισμού.
Σ΄αυτές τις ιστορικές πόλεις πραγματικά υπάρχει ο κίνδυνος ότι, κάποια στιγμή ο οποιοσδήποτε νομιμοποιείται να κατασκευάσει ότι ακριβώς θέλει.
Οι «τμηματικές» παρεμβάσεις αλληλοσυγκρούονται, έξω από κάθε ρύθμιση. Πρόκειται για την περίπτωση, όπου η αστική, η αρχαιολογική και η τουριστική πόλη διεκδικούν τον ίδιο ιστορικό χώρο. Aναδεικνύουν τις ανεπάρκειες της σύγχρονης αρχιτεκτονικής. Διαψεύδουν τις ελπίδες της μοντέρνας αρχιτεκτονικής σκέψης, περί ένταξης του καινούργιου στο παλιό.
Άλλωστε, η κατασκευή έργων μέσα στις παλιές πόλεις είναι μια σημαντική ευθύνη. Θα μπορούσαν να διατυπωθούν ορισμένοι απλοί κανόνες και όχι κανονισμοί αλλά, ένα πλαίσιο μιας «ηθικής των επεμβάσεων»· ένα Σχέδιο επεμβάσεων.
Από την πλευρά των Δήμων εμφανίζεται ο φόβος του «πολιτικού κόστους». Από την πλευρά όλων των τεχνικών και ιδιαίτερα των Αρχιτεκτόνων εμφανίζεται μια άκρατη «επιθετικότητα» σε ότι προστατεύεται, στο όνομα της εμπορευματοποίησης. Από την πλευρά της «αγοράς» εμφανίζεται η προάσπιση των συμφερόντων της με κάθε κόστος. Από την πλευρά των δημοσίων λειτουργών εμφανίζεται μια «δειλία» στο να προστατεύσουν την ιστορία του ιστορικού κτισμένου περιβάλλοντος.
Ο συνδυασμός αυτής της κοινωνικής «παθολογίας» ευνοεί την επιβίωση μιας εφήμερης ασημαντότητας του κτισμένου περιβάλλοντος που μας περιβάλλει.
Δεν είναι μάλλον τυχαίο το ότι στις αρχές του 1946 το δημοτικό συμβούλιο Ηρακλείου αποφάσισε την κατεδάφιση των τειχών του Ηρακλείου. Μάλλον ήταν μια απόφαση πρωτότυπη και ίσως μοναδική στα Ευρωπαϊκά χρονικά.
Ούτε είναι τυχαίο το ότι ιδιαίτερα η πόλη του Ηρακλείου έχει μεταβληθεί σε «ομοιογενές» μέρος ενός μοναδικού επιπέδου οικονομικών υπηρεσιών και δεν αντιπροσωπεύει πια το σύστημα, αφού η ίδια «είναι» το σύστημα συσσώρευσης οικονομικών δραστηριοτήτων στο έδαφος, και πεδίο κατανάλωσης του Δημόσιου χώρου.
Ο ιστορικός ιστός της πόλης και τα μεμονωμένα μνημεία εξ ορισμού αποτελούν τους «δημοφιλείς» χώρους που θέλγουν τους επισκέπτες. Άλλωστε η έμφαση στη μοναδικότητα αυτών των χώρων παρακινεί κάποιον να ταξιδέψει για να τούς δει.
Για παράδειγμα στην πόλη του Ηρακλείου και των Χανίων, αν η «αγορά» προσπαθεί να προασπίσει τα δικά της συμφέροντα, θα πρέπει να κατανοήσει ότι η άκρατη εμπορευματοποίηση αυτών των πολιτιστικών αγαθών θα εξασθενήσει τη δύναμή τους και θα σταματήσουν σταδιακά να αποτελούν «δημοφιλές θέλγητρο» των επισκεπτών, με αποτέλεσμα την στέρηση «πόρων».
Επιτακτική λοιπόν η ανάγκη επίδειξης «έξυπνης» δράσης όλων των οικονομικών δυνάμεων που δραστηριοποιούνται μέσα στην πόλη και τα μνημεία της· και για οικονομικούς λόγους, αλλά και διότι αποτελούν το πρωτογενές πολιτιστικό σχήμα μέσω του οποίου επιτυγχάνεται η μετάδοση της συλλογικής μνήμης.
* Ο Σήφης Φανουράκης είναι αρχιτέκτονας

