Του Μανόλη Σπανάκη

Δεν ξέρω κατά πόσο είναι τόσο σοφός ο λαός και οι δικές του ερμηνείες είναι τόσο ρεαλιστικές. Ακούς: Ο τελευταίος για κακορρίζικος για καλορρίζικος. Το στερνοπούλι (τελευταίο παιδί) της οικογένειας συγκεντρώνει όλες τις χάρες, να μιλάς πάντα τελευταίος, μέχρι να σηκώσει ο Τούρκος το σπαθί κολάι (κάποια αλλαγή) γίνεται. Η Εκκλησία... ο Θεός και τον τελευταίο άνθρωπο ελεεί, τη Δευτέρα Παρουσία... οι έσχατοι (τελευταίοι) έσονται πρώτοι και χίλια δύο άλλα.

Ολα αυτά λέγονται για να φορτωθεί ο άνθρωπος με ελπίδες, να ισχυροποιηθεί ο ψυχικός του κόσμος στον αγώνα για τη ζωή. Η αναβλητικότητα, η τελευταία στιγμή, το αύριο, ο ύστερος πόδας, όσον αφορά τις υποχρεώσεις, είναι χαρακτηριστικό του Ελληνα. Πιθανό να είναι κατάλοιπο κάποιων άλλων εποχών, που αυτή η συμπεριφορά είχε θετικά αποτελέσματα.

Μια ιστορία έκανε ένας γέρος στον ξάδελφό μου τον Κωστή, ότι οντά νήθελε να μοιράσει ο Θεός τη γη στους διάφορους λαούς, έβγαλε τελάλη (κήρυκα) και καλούσε να στείλουν έναν αντιπρόσωπο από κάθε έθνος. Αφού μαζεύτηκαν, τους έβαλε στη γραμμή, πήρε το χάρτη και άρχισε: Εσύ ο κίτρινος, ο μπασμένος, ο φτενός, ο λίγος που είστε και μιλιούνια θα στριμωχτείτε σα σαρδέλες στην Ασία. Εσύ ο ξεπλυμένος λέλεκας, ο συμφεροντολόγος, θα ζεις στην Αμερική, στη μέση των ωκεανών να σε πνίγουν τα τσουνάμια. Εσύ το πετροκάρυδο, ο κοντοστούπης θα ζεις με τους λύκους και τις αρκούδες στους πάγους της Αλάσκας. Εσύ το μαυροτσούκαλο θα ψήνεσαι μέχρι να καείς στην Αφρική με τα θηρία. Εσύ ο Αριος, ο κοκκινοτρίχης (ο Γερμαναράς), που κοιτάζεις να τους βάλεις όλους να δουλεύουν για σένα, να τους ρουφήξεις ακόμα και το μεδούλι, θα ριζώσεις στη μέση της Ευρώπης κ.λπ. Αφού τοποθέτησε όλους τους λαούς ο Θεός στη γη, έκλεισε το χάρτη και πάει να φύγει. Νά σου και καταφτάνει λαχανιασμένος ο Ελληνας φωνάζοντας: Θεέ μου, εγώ δεν θα πάρω τίποτα; Πού θα μείνω; Βρε ανεπρόκοπε, πού διασκέδαζες, δεν άκουσες ούτε εσύ, ούτε κανείς άλλος τον κήρυΚα; Ολοι το ίδιο είστε. Οχι Θεέ μου, λυπήσου με!

Τι να σου δώσω τώρα που μοίρασα όλη τη γη; Αφού προβληματίστηκε ο Θεός, σκέφτηκε, ξανασκέφτηκε και κατέληξε: Να, πάρε το κομμάτι της γης που κράτησα για τον εαυτό μου. Οντως θεϊκό κομμάτι, και ο παράδεισος και η κόλαση μαζί... που λέει και το τραγούδι. Καλά, ο Θεός σκέφτηκε φιλεύσπλαχνα και έδωσε το δικό του κομμάτι στον Ελληνα εκείνος που το πήρε, το πρόσεξε, το αξιοποίησε αναλόγως; Αυτό που ξέρω εγώ είναι ότι χιλιοτραγούδουσε τις θάλασσές του, τα βουνά του, τους κάμπους του, τις φυσικές ομορφιές του και εκείνα το ανταπέδωσαν κάνοντάς τον ευσυγκίνητο, ευερέθιστο, τολμηρό, έξυπνο, χαρούμενο και ευτυχισμένο. Μπράβο Θεέ μου έξυπνη κίνηση έκανες.

Αυτό το θεϊκό κομμάτι καραδοκούνε να μας το φάνε όλα τα λιγούρια γύρω - γύρω.

Ουφ... μην ανησυχείτε. Ο Θεός μας το ‘δωσε και δεν το παίρνει πίσω, είναι δωρητής και εγγυητής.

* Ο Μανόλης Σπανάκης είναι συνταξιούχος καθηγητής