Του Γιάννη Χαραλαμπίδη*

Για μια σειρά από λόγους, που η διερεύνησή τους ξεφεύγει πολύ των ορίων αυτού του κειμένου, η Ευρώπη εδώ και ενάμιση περίπου έτος έχει γίνει στόχος τρομοκρατικών επιθέσεων υψηλής έντασης. Οι επιθέσεις επιλέγουν στόχους κυρίως της κοινωνικής και δευτερευόντως της οικονομικής ζωής με αντικειμενικό σκοπό να πλήξουν συμβολικά τις έμπρακτες εκδηλώσεις της ελευθεριότητας στην καθημερινή ζωή και ηθικά τα ψυχικά αποθέματα των Ευρωπαίων πολιτών και κατ΄ επέκταση όσων επιλέγουν αυτό τον τρόπο ζωής.

Στον δημόσιο διάλογο που έχουν προκαλέσει αυτές οι επιθέσεις για την αντιμετώπιση της απειλής, η πολιτική ατζέντα ενίσχυσης με κάθε τρόπο της ασφάλειας αντιμετωπίζει μια σειρά από ενστάσεις. Μολονότι είναι πολύ ενδιαφέρον να εξετάσουμε όλες αυτές τις ενστάσεις, από τις πιο μοιρολατρικές που θεωρούν την ισλαμιστική τρομοκρατία κάτι περίπου σαν φυσικό φαινόμενο ως τις πιο ιδεολογικοποιημένες που κατηγορούν ευθέως την ίδια την Ευρώπη ως γενεσιουργό της τρομοκρατίας, θα επιμείνουμε για λόγους συντομίας μόνο σε αυτή που προβάλει το δίπολο “ασφάλεια έναντι ελευθερίας”. Σύμφωνα με αυτό το σκεπτικό, η επαύξηση της ασφάλειας περιορίζει την ελευθερία μας (παρεμβαίνοντας στην ιδιωτικότητα κλπ), άρα αφενός είναι αθέμιτη για τον σύγχρονο άνθρωπο, αφετέρου στην πράξη καταλήγει στο ίδιο αποτέλεσμα με την τρομοκρατία, απλώς από άλλο δρόμο. Προβάλλεται, λοιπόν, η ελευθερία σε αντιδιαστολή με την ασφάλεια, ως αντίρροπο μέγεθος.

Στην πραγματικότητα, όμως, η ελευθερία και η ασφάλεια είναι συμπληρωματικά μεγέθη και η έκλειψη της δεύτερης επιφέρει έκλειψη και της πρώτης. Η σχετική επιχειρηματολογία δεν είναι, φυσικά, ελληνική πρωτοτυπία, ίσως, όμως, στην Ελλάδα λαμβάνει μια ιδιαίτερη υπόσταση λόγω εμφανών ή αφανών αγκυλώσεων που έχουν πολλοί συμπολίτες μας γύρω από την αστυνόμευση και την συλλογική ασφάλεια. Πρόκειται για εσφαλμένη άποψη, που παραγνωρίζει βασικά δεδομένα και σίγουρα τα ιδεολογικά απωθημένα και νοηματικά σχήματα άλλων εποχών δεν είναι ο καλύτερος οδοδείκτης αντιμετώπισης μιας σύγχρονης και αδυσώπητης πραγματικότητας.

Πρώτα και κύρια, η ελευθερία μας ως άτομα και ως μέλη της κοινωνίας είναι κατά νόμον ελευθερία, δηλαδή όλοι συνειδητά εκχωρούμε ένα μέρος της ελευθερίας και της αυτεξουσιότητάς μας σε κάποιο υπερατομικό-κοινωνικό σχήμα, προκειμένου αυτό ως υποδοχέας και διαχειριστής συλλογικής ισχύος να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσει την θέσμιση και εφαρμογή ενός βασικού πλαισίου δικαιωμάτων και υποχρεώσεων για όλα τα μέλη μιας κοινωνίας. Άρα δεν ξεκινάμε από το μηδέν, συζητάμε για μεταβολές και επιμέρους ρυθμίσεις σε ένα ήδη υφιστάμενο σύστημα περιορισμού και ελέγχου, προκειμένου να γίνουν πιο αποτελεσματικές οι υπηρεσίες ασφάλειας και να είναι σε θέση να προστατεύουν με μεγαλύτερη επιτυχία όλους μας, ως άτομα και ως σύνολο. Φυσικά, είναι δύσκολο να αντιληφθούμε ξεκάθαρα αυτό το σχήμα, αν δεν έχουμε ξεκαθαρίσει μέσα μας ότι είναι εχθροί μας αυτοί που χρησιμοποιούν ωμή βία για την εξυπηρέτηση των αντικοινωνικών σκοπών τους και σύμμαχοί μας οι κάθε λογής υπηρεσίες που επιχειρούν να εξασφαλίσουν την ασφάλεια.

Ακόμα πιο σημαντικό, όμως, είναι ότι το δίλημμα αυτό δεν υφίσταται. Και δεν υφίσταται, γιατί πολύ απλά, χωρίς εμπεδωμένη ασφάλεια δεν υπάρχει ελευθερία. Όταν οι πολίτες δεν έχουν εδραιωμένο αίσθημα ασφάλειας, όταν ο φόβος για την ίδια τη ζωή τους και τη ζωή των οικείων τους κυριαρχεί, τότε δεν υπάρχει ελευθερία, είναι ήδη δέσμιοι του φόβου τους, έχει αμέσως επιτευχθεί ένας κεντρικός στόχος των τρομοκρατών. Γιατί τρομοκρατία είναι κατά βάση η επικράτηση, η κυριαρχία του φόβου, που από μόνη της στερεί την ελευθερία, την ηθική και την έμπρακτη. Όταν σε μια ανοικτή κοινωνία, ο πολίτης φοβάται να κινηθεί ελεύθερα οπουδήποτε και οποτεδήποτε, τότε δεν υφίσταται ούτε ελευθερία ούτε ανοικτή κοινωνία. Άρα η ασφάλεια δεν είναι απειλή για την ελευθερία και την ανοικτή κοινωνία, αλλά προαπαιτούμενο. Χωρίς αυτή όλα μένουν κενό γράμμα, υπόσχεση χωρίς περιεχόμενο, κούφια ρητορική.

Προχτές μόλις, οι γερμανικοί σιδηρόδρομοι (Deutsche Bahn) ανακοίνωσαν ότι πρόκειται να προσθέσουν στους συρμούς τους βαγόνια μόνο για γυναίκες. Η κίνηση αυτή έρχεται ως απάντηση στο κύμα φόβου για τη χρήση του σιδηροδρόμου που έχει εκδηλωθεί μετά από σωρεία σεξουαλικών επιθέσεων εναντίον ασυνόδευτων γυναικών. Είναι, άραγε, επιλογή μιας ανοικτής κοινωνίας αυτό; Είναι μέτρο που υπερασπίζεται και προάγει την ελευθερία; Αντίθετα, είναι ακριβώς η πλήρης επικράτηση του σκοταδισμού και της οπισθοδρόμησης, η αυτοαναίρεση της σύγχρονης, ανοικτής, πλουραλιστικής ευρωπαϊκής κοινωνίας. Η πολιτεία δηλώνει αδυναμία να προστατεύσει τους πολίτες της και αντ΄αυτού τους υποχρεώνει να δέχονται τον διαχωρισμό και τον αποκλεισμό για να προστατευτούν στοιχειωδώς από αυτούς που ανενόχλητοι δρουν απάνθρωπα, αντικοινωνικά και παράνομα.

Στην σχετική συζήτηση που αναπτύχθηκε στις ΗΠΑ μετά τα τρομοκρατικά χτυπήματα της 11/9/2001 και την συνακόλουθη επαύξηση των μέτρων ασφαλείας, χρησιμοποιήθηκε το εξής εύγλωττο επιχείρημα: αν αποφασιστεί να προσφέρονται πτήσεις στις οποίες θα μπορεί να επιβαίνει οποιοσδήποτε χωρίς έλεγχο και πτήσεις στις οποίες οι επιβάτες θα υφίστανται πολύ αυστηρούς ελέγχους, πόσοι θα επιλέγουν τις πρώτες; Δεν χρειάζεται να απαντήσουμε, είναι ρητορικό το ερώτημα, όμως όλοι μπορούμε εύλογα να εικάσουμε την πιθανότερη απάντηση. Και αυτό συμβαίνει γιατί πολύ απλά, πέρα από τα όποια θεωρητικά σχήματα μας αρέσει να χρησιμοποιούμε, στην πράξη κανείς δεν θέλει να παίζει και να πειραματίζεται με την ασφάλεια τη δική του και των δικών του ανθρώπων. Το αίσθημα της αυτοσυντήρησης είναι σύμφυτο στον άνθρωπο. Είναι, όμως, δουλειά της κάθε πολιτείας -τοπικής, εθνικής και υπερεθνικής- να λαμβάνει όλα εκείνα τα αναγκαία μέτρα, ώστε να μην χρειάζεται ο πολίτης να ενεργήσει υπό το κράτος της απειλής στην ίδια του την αυτοσυντήρηση. Αλλιώς, η οργανωμένη πολιτεία υποχωρεί, εκλείπει και αφήνει να δημιουργηθεί ένα κενό ισχύος, το οποίο η ανθρώπινη φύση δεν θα αφήσει ακάλυπτο, αλλά αντίθετα θα καλύψει με ωμό και απροκάλυπτο τρόπο. Έτσι, όμως, δεν μιλάμε για κοινωνία, αλλά για ζούγκλα.

Δεν είναι σκόπιμο να υποδείξουμε εδώ συγκεκριμένους τρόπους και μέτρα επαύξησης της συλλογικής ασφάλειας σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Αρκεί μόνο να τονίσουμε ότι η ασφάλεια επιχειρησιακά επιδιώκεται σε δύο επίπεδα, το ενεργητικό και το παθητικό. Η διόγκωση μιας δικαιωματοκρατικής αντίληψης για το άτομο -που σε κάποιες εκφάνσεις της εγγίζει τα όρια του παραλόγου- έχει επιβάλει την ελαχιστοποίηση των μέτρων ενεργητικής ασφάλειας και την επαύξηση αυτών της παθητικής (για παράδειγμα, οι βελγικές αρχές έχασαν χρόνο στη σύλληψη του κυρίως υπόπτου καθοδήγησης των τρομοκρατικών δικτύων, επειδή δεν μπορούσαν να κάνουν επιδρομές σε ώρες ησυχίας!). Σήμερα απαιτείται να ενταθούν οι επιχειρήσεις ενεργητικής ασφάλειας, δηλαδή με απλά λόγια να βρούμε εμείς τον τρομοκράτη πριν μας βρει αυτός. Διαφορετικά θα έχουμε μια διαρκώς ογκούμενη πανευρωπαϊκά κατασταλτική μηχανή, η οποία εν τέλει θα αποδεικνύεται διαρκώς ένα βήμα πίσω από τους εγκληματίες. Ας ελπίσουμε, ότι οι πολιτικές ηγεσίες της Ευρώπης, έστω και τώρα, θα αρχίσουν να κινούνται σε πιο ορθολογικά και αποτελεσματικά πλαίσια.

* Ο Γιάννης Χαραλαμπίδης είναι εκπαιδευτικός και πρώην στρατιωτικός