Του Ξενοφώντα Βουρλιώτη
Διάβασα το πόνημά της. Μερακλήδικο, πλουσιοπάροχα ευωχικό, φιλόπονο, σταθεροποιητικό. Του νου και της ψυχής του αναγνώστη. Η Τασούλα δεν κουράζεται όταν πολεμά στις πολεμίστρες. Οπουδήποτε. Και στον Κούλε. Μια παραμυθατζού ταξιθέτις, που σε παίρνει από το χέρι και σε σεργιανά στα σκοτάδια της μεσαιωνικής λογοτεχνικής αιθούσης του νησιού μας.
Με πολλούς ρόλους και με πολλούς όρους. Του γεωγραφικού σκηνοθέτη, που, διά της λογοτεχνικής παραμυθίας, καταργεί λυτρωτικώς το χρόνο - για μας τους αναγνώστες που δεν μας ενδιαφέρει αν στις χειμαρρώδεις καταγραφές της, μέσα στους τρεις αιώνες, 14ος, 15ος καί 16ος, ποιος ήρωας, ποιανού Κρητικού συγγραφέα, πορεύεται σε ποιαν εποχή, αρκεί που είναι μέσα στις ρούγες του Μεγάλου Κάστρου, που το ξέρουμε όπως σήμερα. Πράγμα που η Τασούλα μας, το ζωντανεύει με σασπένς και μαστοριά σκηνοθέτη βρετανικού θρίλερ. Οι ήρωες στα χέρια της, ως και οι ευφάνταστοι δημιουργοί τους, μας παραπέμπουν και μας παρασέρνουν στα όσα ακόμη σώσαμε κτηριακά, ως κατάλοιπα της κακογνωμιάς μας. Ένα τόσο, μα τόσο γοητευτικό ταξίδι! Διότι έχει τις πλάκες του, τις παγαποντιές του, τις επιρροές εξ Ιταλικής Εσπερίας, μιας Εσπερίας που κάναμε δικιά μας και τροφό μας, μετά την αισχροκερδή προδοσία των τότε Βυζαντινών, ανοήτων, προπατόρων μας. Και τους οποίους Βενετούς κλαίμε και λογαριάζουμε πλέον ως γονείς μας, χωρίς καν να αναστοχαζόμαστε ότι αυτοί ήτανε οι νεκροθάφτες, οι ύαινες της τότε, θνήσκουσας συλλογικής μας υπόστασης. Να είναι αυτό που λέμε: «Μεταξύ των δύο κακών, το μη χείρον βέλτιστον»; Μπορεί, αλλά εμένα επίσης, με ανησυχεί. Για μας τότε, όπως και για μας πάντα. Τα ίδια συνήθεια, τα ίδια έκλυτα ήθη, την ίδια φριχτή, κοινωνικήν υποκρισία τού τότε, ψηλαφώ - ναι ψηλαφώ - ακόμη και σήμερα. Εγώ, ως παλαιότερος, και ζήσας προ της ιδιωτικής τηλεοράσεως, κοινωνικός ιχνηλάτης της σημερινής, αρχοντοχωριάτικης μεγαλούπολης, από ’60 και δώθε. Μα είναι τόσο συγκλονιστικό, εξ άλλου, να παρακολουθείς το μύθο, ίδιον και απαράλλαχτο με το χθες! Τέτοιοι, οι ίδιοι είμαστε. Όχι, εμείς… και τα ερείπια. Αλλά εμείς, τα ερείπια του χρόνου. Η Τασούλα, το ξαναείπα, εκτός από το κρητικό (αληθές) φιλότιμο της οικοδέσποινας στο τραπέζι του βιβλίου της, μας ηλεκτρίζει και από έναν πασιφανή, δομικό ρυθμό. Του αγγλικού μεθοδολογικού προσώπου, που υιοθέτησε στο Cambridge, όπου έκανε το διδακτορικό της, ενώ συγχρόνως μας παραμυθεί ως άλλη Άγκαθα Κρίστι της Κρητικής Ιστορίας Μυστηρίου μας.
Σ' αγαπάμε Τασούλα.
(Φυσικά και το παρόν καμιά σχέση δεν έχει με κριτικήν ανάγνωση του βιβλίου της. Αλλά διαβάστε το ως Καραγκιόζη, που σας τέρπει και σας μουδιάζει το μυαλό μακριά από την παρανομία).

